Slide One

Λιγες στιγμες με την αγια γραφη

Slide One
Slide Two

Καινη Διαθηκη online

Slide Two
Slide Three
Slide Three
previous arrow
next arrow
Click to Subscribe
Σχέδιο μελέτης
Έκδοση
Μέρα 11 Μέρα 12Μέρα 13

2 Σαμουήλ κεφάλαιο 5

1
ΚΑΙ όλες οι φυλές τούυ Ισραήλ ήρθαν στον Δαβίδ στη Χεβρών, και του είπαν, λέγοντας: Δες, κόκαλό σου, και σάρκα σου είμαστε εμείς·
2
και πριν ακόμα, όταν ο Σαούλ βασίλευε επάνω μας, εσύ ήσουν αυτός που έβγαζες έξω και έβαζες μέσα τον Ισραήλ· και σε σένα είπε ο Κύριος: Εσύ θα ποιμάνεις τον λαό μου τον Ισραήλ, κι εσύ θα είσαι ηγεμόνας επάνω στον Ισραήλ.
3
Και ήρθαν όλοι οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ στον βασιλιά στη Χεβρών· και ο βασιλιάς Δαβίδ έκανε συνθήκη μαζί τους στη Χεβρών μπροστά στον Κύριο· και έχρισαν τον Δαβίδ βασιλιά επάνω στον Ισραήλ.
4
Ο Δαβίδ, όταν έγινε βασιλιάς, ήταν 30 χρόνων, και βασίλευσε 40 χρόνια·
5
και στη Χεβρών βασίλευσε επάνω στον Ιούδα επτά χρόνια και έξι μήνες· και στην Ιερουσαλήμ βασίλευσε 33 χρόνια επάνω σε ολόκληρο τον Ισραήλ και τον Ιούδα.
6
Και πήγε ο βασιλιάς, και οι άνδρες του στην Ιερουσαλήμ, στους Ιεβουσαίους, που κατοικούσαν τη γη· που μίλησαν στον Δαβίδ, λέγοντας: Δεν θα μπεις εδώ μέσα, αν δεν βγάλεις έξω τους τυφλούς και τους χωλούς· λέγοντας ότι ο Δαβίδ δεν θα μπορούσε να μπει εκεί μέσα.
7
Ο Δαβίδ, όμως, κυρίευσε το φρούριο Σιών· αυτή είναι η πόλη τού Δαβίδ.
8
Και ο Δαβίδ είπε εκείνη την ημέρα: Όποιος φτάσει στον οχετό, και χτυπήσει τους Ιεβουσαίους, και τους χωλούς και τους τυφλούς, που μισεί η ψυχή τού Δαβίδ, θα είναι αρχηγός. Γι' αυτό, λένε: Τυφλός και χωλός δεν θα μπει μέσα στο σπίτι.
9
Και ο Δαβίδ κατοίκησε στο φρούριο, και το ονόμασε: Η πόλη τού Δαβίδ. Και ο Δαβίδ έκανε οικοδομές ολόγυρα από τη Μιλλώ και μέσα.
10
Και ο Δαβίδ προχωρούσε, και μεγαλυνόταν, και ο Κύριος ο Θεός των δυνάμεων ήταν μαζί του.
11
Και ο Χειράμ, ο βασιλιάς τής Τύρου, έστειλε πρέσβεις στον Δαβίδ, και κέδρινα ξύλα, και ξυλουργούς, και χτίστες, και οικοδόμησαν σπίτι στον Δαβίδ.
12
Και ο Δαβίδ γνώρισε, ότι ο Κύριος τον έκανε βασιλιά επάνω στον Ισραήλ, και ότι ύψωσε τη βασιλεία του για τον λαό του τον Ισραήλ.
13
Και ο Δαβίδ πήρε ακόμα παλλακές και γυναίκες από την Ιερουσαλήμ, αφού ήρθε στη Χεβρών· και γεννήθηκαν ακόμα στον Δαβίδ γιοι και θυγατέρες.
14
Και τούτα είναι τα ονόματα αυτών που γεννήθηκαν στην Ιερουσαλήμ: Ο Σαμμουά, και ο Σωβάβ, και ο Νάθαν, και ο Σολομών,
15
και ο Ιεβάρ, και ο Ελισουά, και Νεφέγ, και ο Ιαφιά,
16
και ο Ελισαμά, και ο Ελιαδά, και ο Ελιφαλέτ.
17
Και όταν οι Φιλισταίοι άκουσαν ότι έχρισαν τον Δαβίδ βασιλιά επάνω στον Ισραήλ, όλοι οι Φιλισταίοι ανέβηκαν να ζητήσουν τον Δαβίδ· και ο Δαβίδ το άκουσε, και κατέβηκε στο φρούριο.
18
Και οι Φιλισταίοι ήρθαν, και διαχύθηκαν στην κοιλάδα Ραφαείμ.
19
Και ο Δαβίδ ρώτησε τον Κύριο, λέγοντας: Να ανέβω προς τους Φιλισταίους; Θα τους παραδώσεις στο χέρι μου; Και ο Κύριος είπε στον Δαβίδ: Ανέβα· επειδή, σίγουρα θα παραδώσω τους Φιλισταίους στο χέρι σου.
20
Και ο Δαβίδ ήρθε στη Βάαλ-φερασείμ, κι εκεί ο Δαβίδ τούς χτύπησε, και είπε: Ο Κύριος έκοψε στα δύο τους εχθρούς μου μπροστά μου, όπως τα νερά χωρίζονται στα δύο. Γι' αυτό, το όνομα εκείνου του τόπου αποκλήθηκε Βάαλ-φερασείμ.
21
Και εκεί εγκατέλειψαν τα είδωλά τους, και τα σήκωσαν ο Δαβίδ και οι άνδρες του.
22
Και οι Φιλισταίοι ανέβηκαν ξανά, και διαχύθηκαν στην κοιλάδα Ραφαείμ.
23
Και όταν ο Δαβίδ ρώτησε τον Κύριο, είπε: Μη ανέβεις· στρέψε από πίσω τους, και πέσε επάνω τους απέναντι από τις συκαμινιές·
24
και όταν ακούσεις θόρυβο διάβασης επάνω στις κορυφές των συκαμινιών, τότε θα σπεύσεις· επειδή, τότε ο Κύριος θα βγει μπροστά σου, για να χτυπήσει το στρατόπεδο των Φιλισταίων.
25
Και ο Δαβίδ έκανε όπως τον πρόσταξε ο Κύριος· και χτύπησε τους Φιλισταίους από τη Γαβαά μέχρι την είσοδο Γεζέρ.

2 Σαμουήλ κεφάλαιο 6

1
ΚΑΙ ο Δαβίδ συγκέντρωσε ξανά όλους τους εκλεκτούς από τον Ισραήλ, 30.000.
2
Και ο Δαβίδ σηκώθηκε και πήγε, και ολόκληρος ο λαός μαζί του, από τη Βααλέ τού Ιούδα, για να ανεβάσει από εκεί την κιβωτό τού Θεού, στην οποία επικαλείται το Όνομα, το όνομα του Κυρίου των δυνάμεων, ο οποίος κάθεται πιο πάνω απ' αυτή, επάνω στα χερουβείμ.
3
Και έβαλαν την κιβωτό του Θεού επάνω σε καινούργια άμαξα, και την σήκωσαν από το σπίτι τού Αβιναδάβ, που ήταν στο βουνό· και οδήγησαν την καινούργια άμαξα ο Ουζά και ο Αχιώ, οι γιοι τού Αβιναδάβ.
4
Και την σήκωσαν από το σπίτι τού Αβιναδάβ, που ήταν στο βουνό, μαζί με την κιβωτό τού Θεού· και ο Αχιώ προπορευόταν από την κιβωτό.
5
Και ο Δαβίδ και ολόκληρος ο οίκος Ισραήλ έπαιζαν μπροστά στον Κύριο, κάθε είδος όργανα από ξύλο ελάτου, και κιθάρες, και ψαλτήρια, και τύμπανα, και σείστρα, και κύμβαλα.
6
Και όταν ήρθαν μέχρι το αλώνι τού Ναχών, ο Ουζά άπλωσε το χέρι του στην κιβωτό τού Θεού, και την κράτησε· επειδή, την έσεισαν τα βόδια.
7
Και εξάφθηκε ο θυμός τού Κυρίου ενάντια στον Ουζά· και ο Θεός τον χτύπησε εκεί λόγω της προπέτειάς του· και πέθανε εκεί δίπλα στην κιβωτό τού Θεού.
8
Και ο Δαβίδ λυπήθηκε, επειδή ο Κύριος έκανε χαλασμό στον Ουζά· και αποκάλεσε το όνομα του τόπου Φαρές-ουζά, μέχρι αυτή την ημέρα.
9
Και ο Δαβίδ φοβήθηκε τον Κύριο εκείνη την ημέρα, και είπε: Πώς η κιβωτός τού Κυρίου θα μπει μέσα σε μένα;
10
Και ο Δαβίδ δεν θέλησε να μετακινήσει την κιβωτό τού Κυρίου προς τον εαυτό του στην πόλη Δαβίδ, αλλ' ο Δαβίδ την έστρεψε στο σπίτι του Ωβήδ-εδώμ, του Γετθαίου.
11
Και η κιβωτός τού Κυρίου έμεινε στο σπίτι τού Ωβήδ-εδώμ τού Γετθαίου τρεις μήνες· και ο Κύριος ευλόγησε τον Ωβήδ-εδώμ, και ολόκληρη την οικογένειά του.
12
Και ανήγγειλαν στον βασιλιά Δαβίδ, λέγοντας: Ο Κύριος ευλόγησε την οικογένεια του Ωβήδ-εδώμ, και όλα τα υπάρχοντά του, εξαιτίας της κιβωτού τού Θεού. Τότε, ο Δαβίδ πήγε και ανέβασε την κιβωτό τού Θεού από το σπίτι τού Ωβήδ-εδώμ στην πόλη τού Δαβίδ με ευφροσύνη.
13
Και όταν αυτοί που βάσταζαν την κιβωτό τού Κυρίου βάδιζαν έξι βήματα, θυσίαζαν ένα βόδι και ένα σιτευτό.
14
Και ο Δαβίδ χόρευε μπροστά στον Κύριο με όλη του τη δύναμη· και ο Δαβίδ ήταν περιζωσμένος με λινό εφόδ.
15
Και ο Δαβίδ και ολόκληρος ο οίκος Ισραήλ ανέβασαν την κιβωτό τού Κυρίου, με αλαλαγμό, και με φωνή σάλπιγγας.
16
Και ενώ η κιβωτός τού Κυρίου έμπαινε στην πόλη Δαβίδ, η Μιχάλ, η θυγατέρα τού Σαούλ, έσκυψε μέσα από το παράθυρο, και, βλέποντας τον βασιλιά Δαβίδ να πηδάει και να χορεύει μπροστά στον Κύριο, τον εξουθένωσε στην καρδιά της.
17
Και έφεραν την κιβωτό τού Κυρίου, και την έβαλαν στον τόπο της, στο μέσον τής σκηνής, που ο Δαβίδ είχε στήσει γι' αυτήν· και ο Δαβίδ πρόσφερε ολοκαυτώματα και ειρηνικές προσφορές μπροστά στον Κύριο.
18
Και αφού ο Δαβίδ τελείωσε να προσφέρει τα ολοκαυτώματα και τις ειρηνικές προσφορές, ευλόγησε τον λαό στο όνομα του Κυρίου των δυνάμεων.
19
Και μοίρασε σε ολόκληρο τον λαό, σε ολόκληρο το πλήθος τού Ισραήλ, από άνδρα μέχρι γυναίκα, σε κάθε έναν άνθρωπο, ένα ψωμάκι, και ένα κομμάτι κρέας, και μία φιάλη κρασί. Τότε, ολόκληρος ο λαός αναχώρησε, ο καθένας στο σπίτι του.
20
Και ο Δαβίδ επέστρεψε να ευλογήσει την οικογένειά του. Και, η Μιχάλ, η θυγατέρα τού Σαούλ, βγαίνοντας σε συνάντηση του Δαβίδ, είπε: Πόσο ένδοξος ήταν σήμερα ο βασιλιάς τού Ισραήλ, που γυμνώθηκε σήμερα στα μάτια των υπηρετριών των δούλων του, καθώς αδιάντροπα γυμνώνεται ένας από τους τιποτένιους ανθρώπους!
21
Και ο Δαβίδ είπε στη Μιχάλ: Μπροστά στον Κύριο, που με διάλεξε πιο πάνω από τον πατέρα σου, και πιο πάνω από ολόκληρη την οικογένειά του, ώστε να με κάνει ηγεμόνα επάνω στον λαό τού Κυρίου, επάνω στον Ισραήλ, ναι, μπροστά στον Κύριο έπαιξα·
22
και θα εξευτελιστώ ακόμα περισσότερο, και θα ταπεινωθώ στα μάτια μου· και μαζί με τις υπηρέτριες, για τις οποίες μίλησες εσύ, μαζί μ' αυτές θα δοξαστώ.
23
Γι' αυτό, η Μιχάλ, η θυγατέρα του Σαούλ, δεν γέννησε παιδί μέχρι την ημέρα τού θανάτου της.

2 Σαμουήλ κεφάλαιο 7

1
ΚΑΙ αφού ο βασιλιάς κάθησε στο σπίτι του, και ο Κύριος τον ανέπαυσε από όλους τους εχθρούς του, από παντού,
2
ο βασιλιάς είπε στον Νάθαν τον προφήτη: Να, εγώ τώρα κατοικώ σε κέδρινο σπίτι· και η κιβωτός τού Θεού κάθεται ανάμεσα σε παραπετάσματα.
3
Και ο Νάθαν είπε στον βασιλιά: Πήγαινε, κάνε κάθε τι που είναι στην καρδιά σου· επειδή, ο Κύριος είναι μαζί σου.
4
Και εκείνη τη νύχτα έγινε λόγος τού Κυρίου προς τον Νάθαν, λέγοντας:
5
Πήγαινε, και πες στον δούλο μου τον Δαβίδ: Έτσι λέει ο Κύριος: Εσύ θα οικοδομήσεις οίκο σε μένα, για να κατοικώ;
6
Επειδή, δεν κατοίκησα σε οίκο, από την ημέρα που ανέβασα τους γιους Ισραήλ από την Αίγυπτο, μέχρι αυτή την ημέρα, αλλά περιερχόμουν μέσα σε σκηνή και παραπετάσματα.
7
Παντού όπου περπάτησα μαζί με όλους τους γιους Ισραήλ, μίλησα ποτέ σε κάποιον από τις φυλές τού Ισραήλ, στον οποίον πρόσταξα να ποιμαίνει τον λαό μου τον Ισραήλ, λέγοντας: Γιατί δεν οικοδομήσατε κέδρινον οίκο σε μένα;
8
Τώρα, λοιπόν, έτσι θα πεις στον δούλο μου τον Δαβίδ: Έτσι λέει ο Κύριος των δυνάμεων: Εγώ σε πήρα από τη μάντρα, πίσω από τα πρόβατα, για να είσαι ηγεμόνας επάνω στον λαό μου, επάνω στον Ισραήλ·
9
και ήμουν μαζί σου παντού όπου περπάτησες, και εξολόθρευσα όλους τους εχθρούς σου από μπροστά σου, και σε έκανα ονομαστόν, σύμφωνα με το όνομα των μεγάλων που βρίσκονται επάνω στη γη·
10
και θα διορίσω έναν τόπο για τον λαό μου τον Ισραήλ, και θα τους φυτέψω, και θα κατοικούν σε δικό τους τόπο, και δεν θα μεταφέρονται πλέον· και οι γιοι τής αδικίας δεν θα τους καταθλίβουν πια, όπως άλλοτε,
11
και όπως τις ημέρες κατά τις οποίες είχα καταστήσει κριτές επάνω στον λαό μου Ισραήλ· και θα σε αναπαύσω από όλους τους εχθρούς σου. Ο Κύριος αναγγέλλει ακόμα σε σένα, ότι ο Κύριος θα οικοδομήσει σπίτι σε σένα.
12
Αφού συμπληρωθούν οι ημέρες σου, και κοιμηθείς μαζί με τους πατέρες σου, θα σηκώσω ύστερα από σένα το σπέρμα σου, που θα βγει από τα σπλάχνα σου, και θα στερεώσω τη βασιλεία του.
13
Αυτός θα οικοδομήσει οίκον στο όνομά μου· και θα στερεώσω τον θρόνο τής βασιλείας του μέχρι τον αιώνα·
14
εγώ θα είμαι σ' αυτόν πατέρας, κι αυτός θα είναι σε μένα γιος· αν διαπράξει ανομία, θα τον σωφρονίσω με ράβδο ανδρών, και με μαστιγώσεις των γιων των ανθρώπων·
15
το έλεός μου, όμως, δεν θα αφαιρεθεί απ' αυτόν, όπως το αφαίρεσα από τον Σαούλ, που έβγαλα από μπροστά σου·
16
και η οικογένειά σου και η βασιλεία σου θα στερεωθεί μπροστά σου μέχρι τον αιώνα· ο θρόνος σου θα στερεωθεί στον αιώνα.
17
Σύμφωνα με όλα αυτά τα λόγια, και σύμφωνα με ολόκληρη αυτή την όραση, έτσι μίλησε ο Νάθαν στον Δαβίδ.
18
Τότε, ο βασιλιάς Δαβίδ μπήκε και κάθησε μπροστά στον Κύριο, και είπε: Ποιος είμαι εγώ, Κύριε Θεέ; Και ποια είναι η οικογένειά μου, ώστε με έφερες μέχρις αυτό;
19
Αλλά, κι αυτό ακόμα στάθηκε μικρό στα μάτια σου, Κύριε Θεέ· και μίλησες ακόμα και για την οικογένεια του δούλου σου για ένα μακρινό μέλλον. Κι αυτός, Δέσποτα Κύριε, είναι ο τρόπος των ανθρώπων;
20
Και τι μπορεί ο Δαβίδ να πει πλέον σε σένα; Επειδή, εσύ, Δέσποτα Κύριε, γνωρίζεις τον δούλο σου.
21
Εξαιτίας του λόγου σου, και σύμφωνα με την καρδιά σου, έκανες όλα αυτά τα εγαλεία, για να τα κάνεις γνωστά στον δούλο σου.
22
Γι' αυτό, είσαι μέγας, Κύριε Θεέ· επειδή, δεν υπάρχει όμοιός σου· ούτε υπάρχει Θεός εκτός από σένα, σύμφωνα με όλα όσα ακούσαμε με τα αυτιά μας.
23
Και ποιο άλλο έθνος επάνω στη γη είναι όπως ο λαός σου, όπως ο Ισραήλ, που ο Θεός ήρθε να τον εξαγοράσει για δικό του λαό, και για να τον κάνει ονομαστόν, και να ενεργήσει για χάρη σας μεγάλα πράγματα και θαυμαστά, για χάρη της γης σου, μπροστά στον λαό σου, που λύτρωσες για τον εαυτό σου από την Αίγυπτο, από τα έθνη, και από τους θεούς τους;
24
Επειδή, στερέωσες στον εαυτό σου τον λαό σου Ισραήλ, για να είναι λαός σου στον αιώνα· κι εσύ, Κύριε, έγινες Θεός τους.
25
Και, τώρα, Κύριε Θεέ, τον λόγο που μίλησες για τον δούλο σου, και για την οικογένειά του, ας στερεωθεί στον αιώνα, και κάνε καθώς μίλησες.
26
Και ας μεγαλυνθεί το όνομά σου μέχρι τον αιώνα, ώστε να λένε: Ο Κύριος των δυνάμεων είναι ο Θεός επάνω στον Ισραήλ· και η οικογένεια του δούλου σου Δαβίδ ας είναι μπροστά σου στερεωμένη.
27
Επειδή, εσύ, Κύριε των δυνάμεων, Θεέ τού Ισραήλ, αποκάλυψες στον δούλο σου, λέγοντας: Θα οικοδομήσω σε σένα οίκο· γι' αυτό ο δούλος σου βρήκε την καρδιά του έτοιμη να προσευχηθεί σε σένα αυτή την προσευχή.
28
Και, τώρα, Δέσποτα Κύριε, εσύ είσαι ο Θεός, και τα λόγια σου θα είναι αληθινά, κι εσύ υποσχέθηκες αυτά τα αγαθά στον δούλο σου·
29
τώρα, λοιπόν, ευδόκησε να ευλογήσεις την οικογένεια του δούλου σου, για να είναι μπροστά σου στον αιώνα· επειδή, εσύ, Δέσποτα Κύριε, μίλησες· και από την ευλογία σου ας είναι η οικογένεια του δούλου σου ευλογημένη, στον αιώνα.

2 Σαμουήλ κεφάλαιο 8

1
ΥΣΤΕΡΑ δε απ' αυτά, ο Δαβίδ πάταξε τους Φιλισταίους, και τους κατατρόπωσε· και ο Δαβίδ πήρε από το χέρι των Φιλισταίων τη Μεγέθ-αμμά.
2
Πάταξε και τους Μωαβίτες, και τους μέτρησε με σχοινιά, αφού τους άπλωσε καταγής· και για να θανατώσει, τους μέτρησε με δύο σχοινιά, και για να αφήσει ζωντανούς, με ένα ολόκληρο σχοινί. Έτσι, οι Μωαβίτες έγιναν δούλοι υποτελείς τού Δαβίδ.
3
Ο Δαβίδ πάταξε ακόμα τον Αδαδέζερ, τον γιο τού Ρεώβ, βασιλιά τής Σωβά, ενώ πήγαινε να εγκαταστήσει την εξουσία του επάνω στον ποταμό Ευφράτη.
4
Και ο Δαβίδ πήρε απ' αυτόν 1.700 καβαλάρηδες, και 20.000 πεζούς· και ο Δαβίδ νευροκόπησε όλα τα άλογα των αμαξών, και απ' αυτές διαφύλαξε 100 άμαξες.
5
Και όταν οι Σύριοι της Δαμασκού ήρθαν να βοηθήσουν τον Αδαδέζερ, τον βασιλιά τής Σωβά, ο Δαβίδ πάταξε από τους Συρίους 22.000 άνδρες.
6
Και ο Δαβίδ έβαλε φρουρές στη Συρία τής Δαμασκού· και οι Σύριοι έγιναν δούλοι υποτελείς τού Δαβίδ. Και ο Κύριος έσωζε τον Δαβίδ παντού, όπου πήγαινε.
7
Και ο Δαβίδ πήρε τις χρυσές ασπίδες, που ήσαν επάνω στους δούλους τού Αδαδέζερ, και τις έφερε στην Ιερουσαλήμ.
8
Και από τη Βετάχ, και από τη Βηρωθάι, πόλεις του Αδαδέζερ, ο βασιλιάς Δαβίδ πήρε υπερβολικά πολύν χαλκό.
9
Και καθώς ο Θοεί, ο βασιλιάς τής Αιμάθ, άκουσε ότι ο Δαβίδ πάταξε ολόκληρη τη δύναμη του Αδαδέζερ,
10
ο Θοεί έστειλε τον Ιωράμ, τον γιο του, στον βασιλιά Δαβίδ, για να τον χαιρετήσει, και να τον ευλογήσει, ότι καταπολέμησε τον Αδαδέζερ, και τον πάταξε· επειδή, ο Αδαδέζερ ήταν εχθρός τού Θοεί. Και ο Ιωράμ έφερε μαζί του ασημένια σκεύη, και χρυσά σκεύη, και χάλκινα σκεύη·
11
και ο βασιλιάς Δαβίδ τα αφιέρωσε στον Κύριο, μαζί με το ασήμι και το χρυσάφι, που είχε αφιερώσει από όλα τα έθνη, όσα είχε υποτάξει·
12
από τη Συρία, και από τον Μωάβ, και από τους γιους Αμμών, και από τους Φιλισταίους, και από τον Αμαλήκ, και από τα λάφυρα του Αδαδέζερ, του γιου τού Ρεώβ, του βασιλιά τής Σωβά.
13
Και ο Δαβίδ απέκτησε όνομα, όταν επέστρεφε, αφού είχε κατατροπώσει τους Συρίους στην κοιλάδα τού αλατιού, 18.000.
14
Και έβαλε φρουρές στην Ιδουμαία· σε ολόκληρη την Ιδουμαία έβαλε φρουρές· και όλοι οι Ιδουμαίοι έγιναν δούλοι τού Δαβίδ. Και ο Κύριος έσωζε τον Δαβίδ παντού, όπου πήγαινε.
15
Και ο Δαβίδ βασίλευσε σε ολόκληρο τον Ισραήλ· και ο Δαβίδ έκανε κρίση και δικαιοσύνη σε ολόκληρο τον λαό του.
16
Και ο Ιωάβ, ο γιος τής Σερουϊας, ήταν επικεφαλής τού στρατού· και ο Ιωσαφάτ, ο γιος τού Αχιλούδ, ήταν υπομνηματογράφος·
17
και ο Σαδώκ, ο γιος τού Αχιτώβ, και ο Αχιμέλεχ, ο γιος τού Αβιάθαρ, ήσαν ιερείς· ο δε Σεραϊας ήταν γραμματέας.
18
Και ο Βεναϊας, ο γιος τού Ιωδαέ, ήταν υπεύθυνος για τους Χερεθαίους και για τους Φελεθαίους· οι δε γιοι τού Δαβίδ ήσαν αυλάρχες.

2 Σαμουήλ κεφάλαιο 11

1
ΚΑΙ τον επόμενο χρόνο, κατά την εποχή που εκστρατεύουν οι βασιλιάδες, ο Δαβίδ έστειλε τον Ιωάβ, και τους δούλους του μαζί του, και ολόκληρο τον Ισραήλ· και κατέστρεψαν τους γιους Αμμών, και πολιόρκησαν τη Ραββά. Ο Δαβίδ, όμως, έμεινε στην Ιερουσαλήμ.
2
Και προς την εσπέρα, όταν ο Δαβίδ σηκώθηκε από το κρεβάτι του,περπατούσε επάνω στην ταράτσα τού βασιλικού σπιτιού· και από την ταράτσα είδε μία γυναίκα να λούζεται· και η γυναίκα ήταν υπερβολικά ωραία στην όψη.
3
Και ο Δαβίδ έστειλε και ερεύνησε για τη γυναίκα. Και κάποιος είπε: Δεν είναι αυτή η Βηθ-σαβεέ, η θυγατέρα του Ελιάμ, η γυναίκα τού Ουρία τού Χετταίου;
4
Και ο Δαβίδ έστειλε μηνυτές και την πήρε· και όταν ήρθε σ' αυτόν, κοιμήθηκε μαζί της, (επειδή, είχε καθαριστεί από την ακαθαρσία της·) και γύρισε στο σπίτι της.
5
Και η γυναίκα συνέλαβε· και στέλνοντας μήνυμα στον Δαβίδ, ανήγγειλε και είπε: Είμαι έγκυος.
6
Και ο Δαβίδ έστειλε μήνυμα στον Ιωάβ, λέγοντας: Στείλε μου τον Ουρία τον Χετταίο. Και ο Ιωάβ έστειλε στον Δαβίδ τον Ουρία.
7
Και όταν ο Ουρίας ήρθε σ' αυτόν, ο Δαβίδ ρώτησε πώς έχει ο Ιωάβ, και πώς έχει ο λαός, και πώς έχουν τα πράγματα του πολέμου.
8
Και ο Δαβίδ είπε στον Ουρία: Κατέβα στο σπίτι σου, και πλύνε τα πόδια σου. Και ο Ουρίας βγήκε από το σπίτι τού βασιλιά· και πίσω του ήρθε μερίδιο από το τραπέζι τού βασιλιά.
9
Ο Ουρίας, όμως, κοιμήθηκε δίπλα στη θύρα τού σπιτιού τού βασιλιά, μαζί με όλους τους δούλους τού κυρίου του, και δεν κατέβηκε στο σπίτι του.
10
Και όταν ανήγγειλαν στον Δαβίδ, λέγοντας: Ο Ουρίας δεν κατέβηκε στο σπίτι του, ο Δαβίδ είπε στον Ουρία: Εσύ δεν έρχεσαι από οδοιπορία; Γιατί δεν κατέβηκες στο σπίτι σου;
11
Και ο Ουρίας είπε στον Δαβίδ: Η κιβωτός, και ο Ισραήλ, και ο Ιούδας κατοικούν σε σκηνές, και ο κύριός μου ο Ιωάβ, και οι δούλοι τού κυρίου μου, είναι στρατοπεδευμένοι επάνω στο πρόσωπο της πεδιάδας· και εγώ θα πάω στο σπίτι μου, για να φάω, και να πιω, και να κοιμηθώ με τη γυναίκα μου; Ζεις, και ζει η ψυχή σου, δεν θα κάνω αυτό το πράγμα.
12
Και ο Δαβίδ είπε στον Ουρία: Μείνε εδώ και σήμερα, και αύριο θα σε εξαποστείλω. Και έμεινε ο Ουρίας στην Ιερουσαλήμ εκείνη την ημέρα, και την επόμενη.
13
Και ο Δαβίδ τον κάλεσε, και έφαγε μπροστά του, και ήπιε· και τον μέθυσε· και την εσπέρα βγήκε να κοιμηθεί επάνω στο κρεβάτι του μαζί με τους δούλους τού κυρίου του, πλην στο σπίτι του δεν κατέβηκε.
14
Και το πρωί ο Δαβίδ έγραψε μια επιστολή στον Ιωάβ, και την έστειλε δια χειρός τού Ουρία.
15
Και στην επιστολή έγραψε, λέγοντας: Βάλτε τόν Ουρία απέναντι στη σκληρότερη μάχη· έπειτα, συρθείτε απ' αυτόν, για να χτυπηθεί και να πεθάνει.
16
Και αφού ο Ιωάβ παρατήρησε την πόλη, διόρισε τον Ουρία σε θέση, όπου ήξερε ότι ήσαν άνδρες δύναμης.
17
Και βγήκαν οι άνδρες τής πόλης, και πολέμησαν με τον Ιωάβ· και έπεσαν από τον λαό μερικοί από τους δούλους τού Δαβίδ· θανατώθηκε δε και ο Ουρίας ο Χετταίος.
18
Και ο Ιωάβ έστειλε και ανήγγειλε στον Δαβίδ όλα τα σχετικά για τον πόλεμο.
19
Και πρόσταξε τον μηνυτή, λέγοντας: Αφού τελειώσεις μιλώντας στον βασιλιά όλα τα σχετικά για τον πόλεμο,
20
αν ανάψει ο θυμός τού βασιλιά, και σου πει: Γιατί πλησιάσατε την πόλη μαχόμενοι; Δεν ξέρετε ότι θα τόξευαν από το τείχος;
21
Ποιος πάταξε τον Αβιμέλεχ, τον γιο τού Ιερουβέσεθ; Κάποια γυναίκα δεν έρριξε επάνω του ένα κομμάτι μυλόπετρας από το τείχος, και πέθανε, στη Θαιβαίς; Γιατί πλησιάσατε στο τείχος; Τότε, πες: Πέθανε και ο δούλος σου ο Ουρίας, ο Χετταίος.
22
Πήγε, λοιπόν, ο μηνυτής, και καθώς ήρθε, ανήγγειλε στον Δαβίδ όλα εκείνα, για τα οποία τον είχε στείλει ο Ιωάβ.
23
Και είπε ο μηνυτής στον Δαβίδ, ότι υπερίσχυσαν εναντίον μας οι άνδρες, και βγήκαν προς εμάς στην πεδιάδα, και τους καταδιώξαμε μέχρι την είσοδο της πύλης·
24
αλλ' οι τοξότες τόξευσαν από το τείχος επάνω στους δούλους σου· και μερικοί από τους δούλους τού βασιλιά πέθαναν, και ο δούλος σου ο Ουρίας ο Χετταίος ακόμα πέθανε.
25
Τότε ο Δαβίδ είπε στον μηνυτή: Έτσι θα πεις στον Ιωάβ: Μη σε ανησυχεί αυτό το πράγμα· επειδή, η ρομφαία κατατρώει πότε τον έναν, και πότε τον άλλον· ενίσχυσε τη μάχη σου ενάντια στην πόλη, και να την καταστρέψεις· κι εσύ ενθάρρυνέ τον.
26
Και όταν η γυναίκα τού Ουρία άκουσε, ότι ο Ουρίας ο άνδρας της πέθανε,πένθησε για τον άνδρα της.
27
Και αφού πέρασε το πένθος, ο Δαβίδ έστειλε και την πήρε στο σπίτι του· και έγινε γυναίκα του, και του γέννησε έναν γιο.Το πράγμα, όμως, που έπραξε ο Δαβίδ, φάνηκε κακό στα μάτια τού Κυρίου.

2 Σαμουήλ κεφάλαιο 12

1
ΚΑΙ ο Κύριος έστειλε τον Νάθαν προς τον Δαβίδ. Και ήρθε σ' αυτόν, και του είπε: Ήσαν 2 άνδρες σε κάποια πόλη, ο ένας πλούσιος και ο άλλος φτωχός.
2
Ο πλούσιος είχε κοπάδια και μάντρες από βόδια υπερβολικά πολλές.
3
Και ο φτωχός δεν είχε άλλο, παρά μία μικρή αμνάδα, που αγόρασε και έθρεψε· και μεγάλωσε μαζί του, και μαζί με τα παιδιά του· έτρωγε από το ψωμί του, και έπινε από το ποτήρι του, και κοιμόταν στον κόρφο του, και του ήταν σαν θυγατέρα.
4
Ήρθε δε στον πλούσιο κάποιος διαβάτης, και λυπήθηκε να πάρει από τα κοπάδια του, και από τις μάντρες των βοδιών του, για να ετοιμάσει στον οδοιπόρο, που είχε έρθει σ' αυτόν, και πήρε την αμνάδα τού φτωχού, και την ετοίμασε για τον άνθρωπο που είχε έρθει σ' αυτόν.
5
Και άναψε η οργή του Δαβίδ υπερβολικά ενάντια στον άνθρωπο· και είπε στον Νάθαν: Ζει ο Κύριος, άξιος θανάτου είναι ο άνθρωπος, που το έκανε αυτό·
6
και θα πληρώσει την αμνάδα στο τετραπλάσιο, επειδή έπραξε αυτό το πράγμα, και επειδή δεν σπλαχνίστηκε.
7
Και ο Νάθαν είπε στον Δαβίδ: Εσύ είσαι ο άνθρωπος. Έτσι λέει ο Κύριος, ο Θεός τού Ισραήλ: Εγώ σε έχρισα βασιλιά επάνω στον Ισραήλ, και εγώ σε ελευθέρωσα από το χέρι τού Σαούλ·
8
και σου έδωσα τον οίκο τού κυρίου σου, και τις γυναίκες τού κυρίου σου στον κόρφο σου, και σου έδωσα τον οίκο Ισραήλ και του Ιούδα· και αν τούτο ήταν λίγο, θα σου πρόσθετα παρόμοια και παρόμοια·
9
γιατί καταφρόνησες τον λόγο τού Κυρίου, ώστε να πράξεις το κακό στα μάτια του; Τον Ουρία τον Χετταίο πάταξες με ρομφαία, και πήρες τη γυναίκα του στον εαυτό σου ως γυναίκα, κι αυτόν τον θανάτωσες με τη ρομφαία των γιων Αμμών·
10
τώρα, λοιπόν, ρομφαία δεν θα αποσυρθεί από την οικογένειά σου· επειδή, με καταφρόνησες, και πήρες τη γυναίκα τού Ουρία τού Χετταίου για να είναι γυναίκα σου.
11
Έτσι λέει ο Κύριος: Δες, θα ξεσηκώσω εναντίον σου κακά μέσα από την οικογένειά σου, και θα πάρω τις γυναίκες σου μπροστά από τα μάτια σου, και θα τις δώσω στον πλησίον σου, και θα κοιμηθεί με τις γυναίκες σου μπροστά σ' αυτόν τον ήλιο·
12
επειδή, εσύ έπραξες κρυφά· εγώ, όμως, θα κάνω αυτό το πράγμα μπροστά από ολόκληρο τον Ισραήλ, και κατάντικρυ στον ήλιο.
13
Και ο Δαβίδ είπε στον Νάθαν: Αμάρτησα στον Κύριο. Και ο Νάθαν είπε στον Δαβίδ: Και ο Κύριος παρέβλεψε το αμάρτημά σου· δεν θα πεθάνεις·
14
επειδή, όμως, με την πράξη αυτή έδωσες μεγάλη αφορμή στους εχθρούς τού Κυρίου να βλασφημούν, γι' αυτό, το παιδί που γεννήθηκε σε σένα θα πεθάνει οπωσδήποτε.
15
Και ο Νάθαν έφυγε για το σπίτι του. Και ο Κύριος πάταξε το παιδί, που η γυναίκα τού Ουρία γέννησε στον Δαβίδ, και αρρώστησε.
16
Και ο Δαβίδ ικέτευσε τον Κύριο υπέρ του παιδιού· και ο Δαβίδ νήστεψε, και αφού μπήκε μέσα, διανυχτέρευσε, ξαπλωμένος καταγής.
17
Και σηκώθηκαν οι πρεσβύτεροι του σπιτιού του, και ήρθαν σ' αυτόν για να τον σηκώσουν από τη γη· όμως, δεν θέλησε, ούτε έφαγε ψωμί μαζί τους.
18
Και την έβδομη ημέρα το παιδί πέθανε. Και οι δούλοι τού Δαβίδ φοβήθηκαν να του αναγγείλουν ότι το παιδί πέθανε· επειδή, έλεγαν: Δέστε, ενώ το παιδί ζούσε ακόμα, του μιλούσαμε, και δεν εισάκουγε στη φωνή μας· πόσο, λοιπόν, θα κάνει κακό, αν του πούμε ότι το παιδί πέθανε;
19
Αλλ' ο Δαβίδ βλέποντας ότι οι δούλοι του ψιθύριζαν αναμεταξύ τους, ο Δαβίδ κατάλαβε ότι το παιδί πέθανε· γι' αυτό, ο Δαβίδ είπε στους δούλους του: Πέθανε το παιδί; Κι εκείνοι είπαν: Πέθανε.
20
Τότε, ο Δαβίδ σηκώθηκε από τη γη, και λούστηκε, και αλείφθηκε, και άλλαξε τα ιμάτιά του, και μπήκε μέσα στον οίκο τού Κυρίου, και προσκύνησε· έπειτα, μπήκε μέσα στο σπίτι του· και ζήτησε να φάει, και έβαλαν μπροστά του ψωμί, και έφαγε.
21
Και οι δούλοι του είπαν σ' αυτόν: Τι είναι τούτο, που έκανες; Νήστευες και έκλαιγες για το παιδί, ενώ ζούσε· και αφού πέθανε το παιδί, σηκώθηκες, και έφαγες ψωμί.
22
Και είπε: Ενώ ακόμα ζούσε το παιδί, νήστεψα και έκλαψα, επειδή είπα: Ποιος ξέρει; Ίσως, ο Θεός με ελεήσει, και ζήσει το παιδί·
23
αλλά, τώρα, πέθανε· γιατί να νηστεύω; Μήπως μπορώ να το φέρω πάλι πίσω; Εγώ θα πάω προς αυτό, αυτό όμως δεν θα επιστρέψει προς εμένα.
24
Και ο Δαβίδ παρηγόρησε τη Βηθ-σαβεέ, τη γυναίκα του, και μπήκε μέσα σ' αυτήν, και κοιμήθηκε μαζί της, και γέννησε γιο, και αποκάλεσε το όνομά του Σολομώντα· και ο Κύριος τον αγάπησε.
25
Και έστειλε διαμέσου του Νάθαν τού προφήτη, και αποκάλεσε το όνομά του Ιεδιδία, για τον Κύριο.
26
ΚΑΙ ο Ιωάβ πολέμησε ενάντια στη Ραββά των γιων Αμμών, και κυρίευσε τη βασιλική πόλη.
27
Και ο Ιωάβ έστειλε μηνυτές στον Δαβίδ, και είπε: Πολέμησα ενάντια στη Ραββά, μάλιστα κυρίευσα την πόλη των νερών·
28
Τώρα, λοιπόν, συγκέντρωσε το υπόλοιπο του λαού, και στρατοπέδευσε ενάντια στην πόλη, και κυρίευσέ την, για να μη κυριεύσω εγώ την πόλη και ονομαστεί το όνομά μου επάνω σ' αυτή.
29
Και ο Δαβίδ συγκέντρωσε ολόκληρο τον λαό, και πήγε στη Ραββά, και πολέμησε εναντίον της, και την κυρίευσε·
30
και πήρε το στεφάνι τού βασιλιά τους από το κεφάλι του, το βάρος τού οποίου ήταν ένα τάλαντο χρυσάφι με πολύτιμες πέτρες· και τέθηκε επάνω στο κεφάλι τού Δαβίδ· και έφερε έξω υπερβολικά πολλά λάφυρα της πόλης·
31
και τον λαό που ήταν μέσα σ' αυτή τον έβγαλε έξω, και τον έβαλε κάτω από σιδερένια πριόνια, και κάτω από σιδερένια τριβόλια, και κάτω από σιδερένιους πελέκεις, και τους πέρασε μέσα από το καμίνι των πλίνθων. Και έτσι έκανε ο Δαβίδ σε όλες τις πόλεις των γιων Αμμών. Τότε ο Δαβίδ επέστρεψε, και ολόκληρος ο λαός, στην Ιερουσαλήμ.

2 Σαμουήλ κεφάλαιο 13

1
ΥΣΤΕΡΑ δε απ' αυτά, ο Αβεσσαλώμ ο γιος τού Δαβίδ είχε μια ωραία αδελφή, με το όνομα Θάμαρ, και ο Αμνών, ο γιος τού Δαβίδ, την αγάπησε.
2
Και ο Αμνών έπασχε τόσο, ώστε αρρώστησε για την αδελφή του τη Θάμαρ· επειδή, ήταν παρθένα, και φαινόταν στον Αμνών δυσκολότατο να κάνει κάτι σ' αυτή.
3
Είχε δε ο Αμνών έναν φίλο, που ονομαζόταν Ιωναδάβ, γιος τού Σαμαά, αδελφού τού Δαβίδ· ο δε Ιωναδάβ ήταν άνθρωπος υπερβολικά πανούργος.
4
Και του είπε: Γιατί εσύ, γιε του βασιλιά, αδυνατίζεις τόσο καθημερινά; Δεν θα το φανερώσεις σε μένα; Και ο Αμνών τού είπε: Αγαπάω τη Θάμαρ, την αδελφή τού Αβεσσαλώμ, του αδελφού μου.
5
Και ο Ιωναδάβ τού είπε: Πλάγιασε επάνω στο κρεβάτι σου, και προσποιήσου τον άρρωστο· και όταν ο πατέρας σου έρθει και σε δει, πες του: Ας έρθει, παρακαλώ, η Θάμαρ η αδελφή μου, και ας μου δώσει να φάω, και ας ετοιμάσει μπροστά μου το φαγητό, για να δω, και να φάω από το χέρι της.
6
Και ο Αμνών πλάγιασε, και προσποιήθηκε τον άρρωστο· και όταν ο βασιλιάς ήρθε να τον δει, είπε ο Αμνών στον βασιλιά: Ας έρθει, παρακαλώ, η Θάμαρ η αδελφή μου, και ας κάνει μπροστά μου δύο τηγανίτες, για να φάω από το χέρι της.
7
Και ο Δαβίδ έστειλε στο σπίτι προς τη Θάμαρ, λέγοντας: Πήγαινε τώρα στο σπίτι τού αδελφού σου Αμνών, και ετοίμασέ του φαγητό.
8
Και η Θάμαρ πήγε στο σπίτι τού αδελφού της Αμνών, που ήταν πλαγιασμένος· και πήρε το αλεύρι, και ζύμωσε, και έκανε τηγανίτες μπροστά του, και έψησε τις τηγανίτες.
9
Έπειτα, πήρε το τηγάνι, και τις κένωσε μπροστά του· όμως, δεν θέλησε να φάει.Και ο Αμνών είπε: Βγάλτε κάθε άνθρωπο από μπροστά μου. Και βγήκαν απ' αυτόν όλοι.
10
Και είπε ο Αμνών στη Θάμαρ: Φέρε το φαγητό μου στον κοιτώνα, για να φάω από το χέρι σου. Και η Θάμαρ πήρε τις τηγανίτες που έκανε, και τις έφερε στον κοιτώνα στον Αμνών τον αδελφό της.
11
Και όταν του πρόσφερε σ' αυτόν να φάει, την έπιασε, και της είπε: Έλα, κοιμήσου μαζί μου, αδελφή μου.
12
Κι εκείνη τού είπε: Μη, αδελφέ μου, μη με ταπεινώσεις· επειδή, τέτοιο πράγμα δεν πρέπει να γίνει στον Ισραήλ· μη κάνεις αυτή την αφροσύνη·
13
κι εγώ, πώς θα εξαλείψω το όνειδός μου; Αλλά, κι εσύ θα είσαι σαν ένας από τους άφρονες στον Ισραήλ· τώρα, λοιπόν, παρακαλώ, μίλησε στον βασιλιά· επειδή, δεν θα με αρνηθεί σε σένα.
14
Δεν θέλησε, όμως, να ακούσει στη φωνή της· αλλά, ασκώντας μεγαλύτερη δύναμη από εκείνη, τη βίασε, και κοιμήθηκε μαζί της.
15
Τότε ο Αμνών τη μίσησε με μίσος υπερβολικά μεγάλο· ώστε το μίσος, με το οποίο τη μίσησε, ήταν μεγαλύτερο από την αγάπη, με την οποία την είχε αγαπήσει. Και ο Αμνών τής είπε: Σήκω, πήγαινε.
16
Κι εκείνη του είπε: Δεν υπάρχει αιτία· αυτό το κακό, το να με αποβάλεις, είναι μεγαλύτερο του άλλου, που έπραξες σε μένα. Δεν θέλησε, όμως, να την εισακούσει.
17
Και φώναξε τον νέο, που τον υπηρετούσε, και είπε: Βγάλ' την τώρα έξω από μένα, και βάλε τον μοχλό στη θύρα πίσω της.
18
Και ήταν ντυμένη με χιτώνα ποικιλόχρωμο, επειδή οι θυγατέρες του βασιλιά, οι παρθένες, τέτοια επενδύματα ντύνονταν. Και ο υπηρέτης του την έβγαλε έξω, και έβαλε τον μοχλό στη θύρα πίσω της.
19
Και παίρνοντας η Θάμαρ στάχτη επάνω στο κεφάλι της, και σχίζοντας τον ποικιλόχρωμο χιτώνα, που είχε επάνω της, και βάζοντας τα χέρια της επάνω στο κεφάλι της, έφευγε περπατώντας και κράζοντας.
20
Και ο Αβεσσαλώμ ο αδελφός της είπε σ' αυτή: Μήπως ο Αμνών ο αδελφός σου βρέθηκε μαζί σου; Όμως, τώρα, σώπασε αδελφή μου· αδελφός σου είναι· μη καταθλίβεις την καρδιά σου γι' αυτό το πράγμα. Και η Θάμαρ καθόταν σε κατάσταση χηρείας στο σπίτι του αδελφού της, του Αβεσσαλώμ.
21
Και όταν ο βασιλιάς Δαβίδ άκουσε όλα αυτά τα πράγματα, θύμωσε υπερβολικά.
22
Ο δε Αβεσσαλώμ δεν μίλησε με τον Αμνών, ούτε καλό ούτε κακό· επειδή, ο Αβεσσαλώμ μισούσε τον Αμνών, για τον λόγο ότι ταπείνωσε την αδελφή του τη Θάμαρ.
23
Και ύστερα από δύο ολόκληρα χρόνια, ο Αβεσσαλώμ είχε κουρευτές στη Βαάλ-ασώρ, που είναι κοντά στον Εφραϊμ, και ο Αβεσσαλώμ προσκάλεσε όλους τους γιους τού βασιλιά.
24
Και ο Αβεσσαλώμ ήρθε στον βασιλιά, και είπε: Δες, τώρα, ο δούλος σου έχει κουρευτές· ας έρθει, παρακαλώ, ο βασιλιάς, και οι δούλοι του, μαζί με τον δούλο σου.
25
Και ο βασιλιάς είπε στον Αβεσσαλώμ: Όχι, γιε μου, ας μη έρθουμε τώρα όλοι, για να σου είμαστε βάρος. Και τον βίασε, όμως δεν θέλησε να πάει, αλλά τον ευλόγησε.
26
Τότε, ο Αβεσσαλώμ είπε: Αν όχι, ας έρθει τουλάχιστον ο Αμνών, ο αδελφός μου. Και ο βασιλιάς τού είπε: Γιατί να έρθει μαζί σου;
27
Όμως, ο Αβεσσαλώμ τον βίασε, ώστε έστειλε μαζί του τον Αμνών, και όλους τους γιους τού βασιλιά.
28
Τότε, ο Αβεσσαλώμ πρόσταξε τους υπηρέτες του, λέγοντας: Δέστε, τώρα, όταν η καρδιά τού Αμνών ευφρανθεί από το κρασί, και σας πω: Πατάξτε τον Αμνών, τότε θανατώστε τον· μη φοβάστε· δεν είμαι εγώ που σας προστάζω; Γίνεστε ανδρείοι και γίνεστε γιοι δύναμης.
29
Και οι υπηρέτες τού Αβεσσαλώμ έκαναν στον Αμνών, όπως τους πρόσταξε ο Αβεσσαλώμ. Τότε, αφού σηκώθηκαν όλοι οι γιοι τού βασιλιά, κάθησε κάθε ένας επάνω στο μουλάρι του, και έφυγαν.
30
Κι ενώ αυτοί βρίσκονταν στον δρόμο, έφτασε η φήμη στον Δαβίδ, που έλεγε: Ο Αβεσσαλώμ πάταξε όλους τους γιους τού βασιλιά, και δεν έμεινε απ' αυτούς ούτε ένας.
31
Τότε, ο βασιλιάς, αφού σηκώθηκε, ξέσχισε τα ιμάτιά του, και πλάγιασε καταγής· και όλοι οι δούλοι του, που παραβρίσκονταν, ξέσχισαν τα ιμάτιά τους.
32
Και ο Ιωναδάβ, ο γιος τού Σαμαά, αδελφού τού Δαβίδ, αποκρίθηκε και είπε: Ας μη λέει ο βασιλιάς ότι θανατώθηκαν όλοι οι νέοι, οι γιοι τού βασιλιά· επειδή, μονάχα ο Αμνών πέθανε· δεδομένου ότι, ο Αβεσσαλώμ το είχε αποφασίσει, από την ημέρα που ταπείνωσε τη Θάμαρ την αδελφή του·
33
τώρα, λοιπόν, ας μη βάλει ο κύριός μου ο βασιλιάς το πράγμα στην καρδιά του, λέγοντας ότι πέθαναν όλοι οι γιοι τού βασιλιά· επειδή, ο Αμνών μονάχα πέθανε.
34
Και ο Αβεσσαλώμ έφυγε. Και ο νέος, ο σκοπός, υψώνοντας τα μάτια του, είδε, και να, πολύς λαός πορευόταν από τον δρόμο πίσω απ' αυτόν, προς την πλαγιά τού βουνού.
35
Και ο Ιωναδάβ είπε στον βασιλιά: Δες, οι γιοι τού βασιλιά έρχονται· σύμφωνα με τον λόγο τού δούλου σου, έτσι έγινε.
36
Και καθώς τελείωσε μιλώντας, να, οι γιοι τού βασιλιά ήρθαν, και ύψωσαν τη φωνή τους, και έκλαψαν· και ο βασιλιάς ακόμα, και όλοι οι δούλοι του, έκλαψαν έναν υπερβολικά μεγάλον κλαυθμό.
37
Και ο Αβεσσαλώμ έφυγε, και πήγε στον Θαλμαϊ, τον γιο τού Αμμιούδ, τον βασιλιά τής Γεσσούρ· και ο Δαβίδ πένθησε για τον γιο του όλες τις ημέρες.
38
Ο Αβεσσαλώμ, λοιπόν, έφυγε, και πήγε στη Γεσσούρ, και ήταν εκεί τρία χρόνια.
39
Και ο βασιλιάς Δαβίδ επιπόθησε να πάει στον Αβεσσαλώμ, επειδή είχε παρηγορηθεί για τον θάνατο του Αμνών.

2 Σαμουήλ κεφάλαιο 15

1
ΚΑΙ ύστερα απ' αυτά, ο Αβεσσαλώμ ετοίμασε άμαξες και άλογα, και 50 άνδρες να τρέχουν μπροστά του.
2
Και ο Αβεσσαλώμ σηκωνόταν πρωί, και στεκόταν στα πλάγια του δρόμου τής πύλης· και όταν κάποιος είχε μια διαφορά και ερχόταν στον βασιλιά για να κάνει κρίση, τότε ο Αβεσσαλώμ τον καλούσε κοντά του και του έλεγε: Από ποια πόλη είσαι; Κι εκείνος απαντούσε: Ο δούλος σου είναι από την τάδε φυλή τού Ισραήλ.
3
Και ο Αβεσσαλώμ τού έλεγε: Δες, η υπόθεσή σου είναι καλή και σωστή· όμως, δεν υπάρχει κανένας που να σε ακούει από μέρους τού βασιλιά.
4
Έλεγε ακόμα ο Αβεσσαλώμ: Ποιος να με διόριζε κριτή τού τόπου, για να έρχεται σε μένα καθένας που έχει διαφορά ή κρίση, και να τον δικαιώνω!
5
Και όσες φορές κάποιος πλησίαζε για να τον προσκυνήσει, άπλωνε το χέρι του, και τον έπιανε, και τον φιλούσε.
6
Και ο Αβεσσαλώμ έκανε κατ' αυτόν τον τρόπο σε κάθε Ισραηλίτη, που ερχόταν για κρίση προς τον βασιλιά· και ο Αβεσσαλώμ υπέκλεπτε τις καρδιές των ανδρών τού Ισραήλ.
7
Και στο τέλος των 40 χρόνων, ο Αβεσσαλώμ είπε στον βασιλιά: Ας πάω, παρακαλώ, για να εκπληρώσω την ευχή μου, που είχα ευχηθεί στον Κύριο, στη Χεβρών·
8
επειδή, ο δούλος σου είχε ευχηθεί μια ευχή, όταν κατοικούσε στη Γεσσούρ στη Συρία, λέγοντας: Αν ο Κύριος με επιστρέψει πραγματικά στην Ιερουσαλήμ, τότε θα προσφέρω θυσία στον Κύριο.
9
Και ο βασιλιάς τού είπε: Πήγαινε με ειρήνη. Και αφού σηκώθηκε, πήγε στη Χεβρών.
10
Και ο Αβεσσαλώμ έστειλε κατασκόπους σε όλες τις φυλές τού Ισραήλ, λέγοντας: Καθώς θα ακούσετε τη φωνή τής σάλπιγγας, θα πείτε: Ο Αβεσσαλώμ βασίλευσε στη Χεβρών.
11
Και πήγαν μαζί με τον Αβεσσαλώμ 200 άνδρες από την Ιερουσαλήμ, καλεσμένοι, και πήγαν μέσα στην απλότητά τους, και δεν ήξεραν τίποτε.
12
Και ο Αβεσσαλώμ προσκάλεσε τον Αχιτόφελ τον Γιλωναίο, τον σύμβουλο του Δαβίδ, από την πόλη του, από τη Γιλώ, ενώ πρόσφερε τις θυσίες. Και η συνωμοσία ήταν δυνατή· και ο λαός πληθυνόταν αδιάκοπα κοντά στον Αβεσσαλώμ.
13
Και ήρθε ένας μηνυτής στον Δαβίδ, λέγοντας: Οι καρδιές των ανδρών Ισραήλ στράφηκαν πίσω από τον Αβεσσαλώμ.
14
Και ο Δαβίδ είπε σε όλους τούς δούλους του, εκείνους που ήσαν μαζί του στην Ιερουσαλήμ: Σηκωθείτε, και ας φύγουμε· επειδή, δεν θα μπορέσουμε να διασωθούμε μπροστά από τον Αβεσσαλώμ· βιαστείτε να αναχωρήσουμε, για να μη επιταχύνει και μας καταφτάσει, και σπρώξει το κακό επάνω μας, και πατάξει την πόλη με μάχαιρα.
15
Και οι δούλοι τού βασιλιά είπαν στον βασιλιά: Σε ό,τι διαλέξει ο κύριός μου ο βασιλιάς, να οι δούλοι σου.
16
Και βγήκε έξω ο βασιλιάς, και ολόκληρη η οικογένειά του πίσω απ' αυτόν. Και ο βασιλιάς άφησε τις δέκα γυναίκες τις παλλακές, για να φυλάττουν το σπίτι.
17
Και ο βασιλιάς βγήκε έξω, και από πίσω του ολόκληρος ο λαός, και στάθηκαν σε έναν τόπο, που απείχε μακριά.
18
Και όλοι οι δούλοι του πορεύονταν κοντά του· και όλοι οι Χερεθαίοι, και όλοι οι Φελεθαίοι, και όλοι οι Γετθαίοι, 600 άνδρες, εκείνοι που ήρθαν πίσω απ' αυτόν από τη Γαθ, προπορεύονταν μπροστά από τον βασιλιά.
19
Και ο βασιλιάς είπε στον Ιτταϊ τον Γετθαίο: Γιατί έρχεσαι κι εσύ μαζί μας; Γύρνα πίσω, και να κατοικείς μαζί με τον βασιλιά, επειδή είσαι ξένος, και μάλιστα είσαι μετοικισμένος από τον τόπο σου·
20
χθες ήρθες, και σήμερα θα σε κάνω να περιπλανιέσαι μαζί μας; Κι εγώ θα πάω όπου μπορέσω· γύρνα πίσω, και πάρε και τους αδελφούς σου· έλεος και αλήθεια μαζί σου!
21
Και ο Ιτταϊ απάντησε στον βασιλιά, και είπε: Ζει ο Κύριος, και ζει ο κύριός μου ο βασιλιάς, όπου και αν είναι ο κύριός μου ο βασιλιάς, είτε σε θάνατο είτε σε ζωή, εκεί βέβαια θα είναι και ο δούλος σου.
22
Και ο Δαβίδ είπε στον Ιτταϊ: Έλα, λοιπόν, και διάβαινε. Και διάβηκε ο Ιτταϊ ο Γετθαίος, και όλοι οι άνδρες του, και όλα τα παιδιά που ήσαν μαζί του.
23
Και ολόκληρος ο τόπος έκλαιγε με δυνατή φωνή, και ολόκληρος ο λαός διάβαινε· διάβηκε και ο βασιλιάς τον χείμαρρο των Κέδρων· και ολόκληρος ο λαός διάβηκε προς τον δρόμο τής ερήμου.
24
Και να, ακόμα και ο Σαδώκ, και όλοι οι Λευίτες μαζί του, φέρνοντας την κιβωτό τής διαθήκης τού Θεού· και έστησαν την κιβωτό τού Θεού· και ανέβηκε ο Αβιάθαρ, αφού τελείωσε ολόκληρος ο λαός διαβαίνοντας από την πόλη.
25
Και ο βασιλιάς είπε στον Σαδώκ: Φέρε την κιβωτό τού Θεού πίσω στην πόλη· αν βρω χάρη στα μάτια του Κυρίου, θα με κάνει να επιστρέψω, και να δω αυτήν, και το κατοικητήριό του·
26
αλλά, αν πει ως εξής: Δεν έχω ευαρέστηση σε σένα, νάμαι εγώ, ας κάνει σε μένα ό,τι φανεί αρεστό στα μάτια του.
27
Ο βασιλιάς είπε ακόμα στον Σαδώκ τον ιερέα: Δεν είσαι εσύ που βλέπεις; Γύρνα πίσω στην πόλη με ειρήνη, και ο Αχιμάας ο γιος σου, και ο Ιωνάθαν ο γιος τού Αβιάθαρ, οι δύο γιοι σας μαζί σας·
28
Κοιτάξτε, εγώ θα μένω στις πεδιάδες τής ερήμου, μέχρις ότου έρθει ένας λόγος από σας για να μου αναγγείλει.
29
Ο Σαδώκ, λοιπόν, και ο Αβιάθαρ επανέφεραν την κιβωτό τού Θεού στην Ιερουσαλήμ, και έμειναν εκεί.
30
Και ο Δαβίδ ανέβαινε διαμέσου της ανάβασης των Ελαιών, ανεβαίνοντας και κλαίγοντας, και έχοντας το κεφάλι του σκεπασμένο, και περπατώντας ξυπόλυτος· και ολόκληρος ο λαός, που ήταν μαζί του, κάθε ένας είχε το κεφάλι του σκεπασμένο, και ανέβαιναν βαδίζοντας και κλαίγοντας.
31
Και ανήγγειλαν στον Δαβίδ, λέγοντας: Ο Αχιτόφελ είναι ανάμεσα στους συνωμότες μαζί με τον Αβεσσαλώμ. Και ο Δαβίδ είπε: Κύριε, δέομαι σε σένα, διάλυσε τη βουλή τού Αχιτόφελ.
32
Και όταν ο Δαβίδ ήρθε στην κορυφή τού βουνού, όπου προσκύνησε τον Θεό, να, ήρθε σε συνάντησή του ο Χουσαϊ ο Αρχίτης, έχοντας ξεσχισμένον τον χιτώνα του, και χώμα επάνω στο κεφάλι του.
33
Και ο Δαβίδ τού είπε: Αν διαβείς μαζί μου, σίγουρα θα μου είσαι φορτίο·
34
αν, όμως, γυρίσεις πίσω στην πόλη, και πεις στον Αβεσσαλώμ: Θα είμαι δούλος σου, βασιλιά· όπως στάθηκα δούλος τού πατέρα σου μέχρι τώρα, έτσι θα είμαι τώρα δούλος σου· τότε, μπορείς να ανατρέψεις τη βουλή τού Αχιτόφελ υπέρ εμού·
35
και δεν είναι εκεί μαζί σου ο Σαδώκ και ο Αβιάθαρ, οι ιερείς; Κάθε τι, λοιπόν, που θα άκουγες από τον οίκο τού βασιλιά, θα το αναγγείλεις στον Σαδώκ και τον Αβιάθαρ, τους ιερείς:
36
Δες, εκεί είναι μαζί τους οι δύο γιοι τους, ο Αχιμάας, ο γιος τού Σαδώκ, και ο Ιωνάθαν, ο γιος τού Αβιάθαρ· και διαμέσου αυτών θα μου στέλνετε κάθε τι που θα ακούσετε.
37
Και καθώς ο φίλος τού Δαβίδ, ο Χουσαϊ, μπήκε μέσα στην πόλη, ο Αβεσσαλώμ ήρθε στην Ιερουσαλήμ.

2 Σαμουήλ κεφάλαιο 18

1
ΚΑΙ ο Δαβίδ μέτρησε τον λαό που ήταν μαζί του, και διόρισε χιλίαρχους και εκατόνταρχους.
2
Και ο Δαβίδ έστειλε τον λαό, ένα τρίτο υπό τις διαταγές τού Ιωάβ, και ένα τρίτο υπό τις διαταγές τού Αβισαί, γιου τής Σερουϊας, του αδελφού τού Ιωάβ, και ένα τρίτο υπό τις διαταγές τού Ιτταϊ τού Γετθαίου.Και ο βασιλιάς είπε στον λαό: Θα βγω, βέβαια, κι εγώ μαζί σας.
3
Ο λαός, όμως, απάντησε: Δεν θα βγεις· επειδή, αν τραπούμε σε φυγή, δεν τους μέλει για μας· ούτε αν πεθάνουν οι μισοί από μας, δεν τους μέλει αυτούς για μας· επειδή, εσύ τώρα είσαι σαν 10.000 από μας· γι' αυτό, είναι καλύτερο τώρα να είσαι βοηθός μας από την πόλη.
4
Και ο βασιλιάς τούς είπε: Θα κάνω ό,τι σας φαίνεται καλό.Και ο βασιλιάς στάθηκε στο πλάι τής πύλης· και ολόκληρος ο λαός έβγαινε κατά εκατοντάδες και κατά χιλιάδες.
5
Και ο βασιλιάς πρόσταξε στον Ιωάβ και στον Αβισαί και στον Ιτταϊ, λέγοντας: Να μου σώσετε τον νέο, τον Αβεσσαλώμ. Και το άκουσε ολόκληρος ο λαός, καθώς ο βασιλιάς πρόσταζε σε όλους τους άρχοντες υπέρ του Αβεσσαλώμ.
6
Ολόκληρος, λοιπόν, ο λαός βγήκε στο πεδίο ενάντια στον Ισραήλ· και η μάχη έγινε στο δάσος Εφραϊμ.
7
Και εκεί κατατροπώθηκε ο λαός Ισραήλ από τους δούλους τού Δαβίδ· και έγινε εκεί την ημέρα εκείνη μεγάλη θραύση, από 20.000·
8
επειδή, η μάχη έγινε εκεί διεσπαρμένη επάνω στο πρόσωπο ολόκληρου του τόπου· και το δάσος κατέφαγε περισσότερον λαό, παρά όσον κατέφαγε η μάχαιρα, εκείνη την ημέρα.
9
Και ο Αβεσσαλώμ συνάντησε τους δούλους τού Δαβίδ. Και ο Αβεσσαλώμ καθόταν σε ένα μουλάρι, και το μουλάρι μπήκε κάτω από τους πυκνούς κλάδους μιας μεγάλης βελανιδιάς, και το κεφάλι του πιάστηκε στη βελανιδιά, και κρεμάστηκε ανάμεσα στον ουρανό και τη γη· ενώ το μουλάρι διαπέρασε κάτω απ' αυτόν.
10
Βλέποντας δε κάποιος άνδρας, το ανήγγειλε στον Ιωάβ, και είπε: Δες, είδα τον Αβεσσαλώμ να κρέμεται σε μια βελανιδιά.
11
Και ο Ιωάβ είπε στον άνδρα, εκείνον που του το ανήγγειλε: Και λοιπόν, είδες, και γιατί αφού χτυπώντας τον δεν τον έρριχνες εκεί στη γη; Βέβαια, θα σούδινα 10 σίκλους ασήμι, και μια ζώνη.
12
Και ο άνδρας είπε στον Ιωάβ: Και 1.000 σίκλοι ασήμι αν μου μετριόνταν στην παλάμη μου, δεν θα έβαζα το χέρι μου επάνω στον γιο τού βασιλιά· επειδή, σε επήκοον όλων μας, ο βασιλιάς πρόσταξε σε σένα και στον Αβισαί και στον Ιτταϊ, λέγοντας: Φυλαχθείτε μη αγγίξει κανένας τον νέο, τον Αβεσσαλώμ·
13
αλλά, και αν έπραττα δόλια ενάντια στη ζωή μου, τίποτε δεν κρύβεται από τον βασιλιά· κι εσύ θα στεκόσουν ενάντιος.
14
Τότε, ο Ιωάβ είπε: Δεν πρέπει να χρονοτριβώ μαζί σου. Και παίρνοντας στο χέρι του τρία βέλη, τα διαπέρασε μέσα στην καρδιά τού Αβεσσαλώμ, ενώ ακόμα ζούσε στο μέσον τής βελανιδιάς.
15
Και αφού τον περικύκλωσαν δέκα νέοι, εκείνοι που βάσταζαν τα όπλα τού Ιωάβ, πάταξαν τον Αβεσσαλώμ, και τον θανάτωσαν.
16
Και ο Ιωάβ σάλπισε με τη σάλπιγγα, και ο λαός γύρισε από το να καταδιώκει πίσω από τον Ισραήλ· επειδή, ο Ιωάβ αναχαίτισε τον λαό.
17
Και παίρνοντας τον Αβεσσαλώμ, τον έρριξαν σε έναν μεγάλο λάκκο μέσα στο δάσος· και έστησαν επάνω του έναν υπερβολικά μεγάλον σωρό από πέτρες· και ολόκληρος ο Ισραήλ έφυγε κάθε ένας στη σκηνή του.
18
Και όταν ο Αβεσσαλώμ ζούσε ακόμα, είχε πάρει και είχε στήσει για τον εαυτό του μία στήλη, εκείνη στην κοιλάδα τού βασιλιά· επειδή, είχε πει: Δεν έχω γιο για να διατηρεί τη μνήμη τού ονόματός μου· και αποκάλεσε τη στήλη με το δικό του όνομα· και μέχρι τη σημερινή ημέρα αποκαλείται: Η στήλη τού Αβεσσαλώμ.
19
Τότε, ο Αχιμάας, ο γιος τού Σαδώκ, είπε: Ας τρέξω τώρα, και ας φέρω αγγελίες στον βασιλιά, ότι ο Κύριος τον εκδίκασε από τα χέρια των εχθρών του.
20
Και ο Ιωάβ τού είπε. Δεν θα είσαι αγγελιαφόρος αυτή την ημέρα, αλλά σε άλλη ημέρα θα φέρεις αγγελίες· σ' αυτή την ημέρα δεν θα φέρεις αγγελίες, επειδή πέθανε ο γιος τού βασιλιά.
21
Τότε, ο Ιωάβ είπε στον Χουσεί: Πήγαινε, ανάγγειλε στον βασιλιά όσα είδες. Και ο Χουσεί προσκύνησε τον Ιωάβ, και έτρεξε.
22
Τότε, ο Αχιμάας ο γιος τού Σαδώκ είπε ξανά στον Ιωάβ: Αλλά, ό,τι κι αν είναι, ας τρέξω κι εγώ, παρακαλώ, πίσω από τον Χουσεί. Και ο Ιωάβ είπε: Γιατί θέλεις να τρέξεις, παιδί μου, ενώ δεν έχεις κατάλληλες αγγελίες;
23
Αλλά, ό,τι κι αν είναι, είπε, ας τρέξω. Τότε,. του είπε: Τρέχε. Και έτρεξε ο Αχιμάας από τον δρόμο της πεδιάδας, και πέρασε τον Χουσεί.
24
Και ο Δαβίδ καθόταν ανάμεσα στις δύο πύλες· και ανέβηκε ο σκοπός στο δώμα τής πύλης, επάνω στο τείχος, και υψώνοντας τα μάτια του, είδε, και ξάφνου, ένας άνθρωπος, που έτρεχε μόνος.
25
Και αναβόησε ο σκοπός, και το ανήγγειλε στον βασιλιά. Και ο βασιλιάς είπε: Αν είναι μόνος, έχει στο στόμα του αγγελίες. Και ερχόταν προχωρώντας, και πλησίαζε.
26
Και ο σκοπός είδε έναν άλλον άνθρωπο να τρέχει· και αναβόησε ο σκοπός προς τον θυρωρό, και είπε: Δες, ένας άλλος άνθρωπος, που τρέχει μόνος. Και ο βασιλιάς είπε: Κι αυτός αγγελιαφόρος είναι.
27
Και ο σκοπός είπε: Το τρέξιμο του πρώτου μού φαίνεται σαν το τρέξιμο του Αχιμάας, γιου τοΎ Σαδώκ. Και ο βασιλιάς είπε: Είναι καλός άνθρωπος αυτός, και έρχεται με αγαθές αγγελίες.
28
Και ο Αχιμάας βόησε, και είπε στον βασιλιά: Χαίρε, και προσκύνησε τον βασιλιά με το πρόσωπό του μέχρι το έδαφος· και είπε: Ευλογητός ο Κύριος ο Θεός σου, που παρέδωσε τους ανθρώπους, εκείνους που σήκωσαν το χέρι τους ενάντια στον κύριό μου τον βασιλιά.
29
Και ο βασιλιάς είπε: Υγιαίνει ο νέος, ο Αβεσσαλώμ; Και ο Αχιμάας απάντησε: Όταν ο Ιωάβ έστειλε τον δούλο τού βασιλιά, κι εμένα τον δούλο σου, είδα τον μεγάλο θόρυβο, όμως δεν ήξερα τι ήταν.
30
Και ο βασιλιάς είπε: Γύρνα, στάσου εκεί. Και γύρισε, και στάθηκε.
31
Και να, ήρθε ο Χουσεί· και είπε ο Χουσεί: Αγγελίες, κύριέ μου, βασιλιά! Επειδή, ο Κύριος σε εκδίκασε αυτή την ημέρα από το χέρι όλων εκείνων που επαναστάτησαν σε σένα.
32
Και ο βασιλιάς είπε στον Χουσεί: Υγιαίνει ο νέος, ο Αβεσσαλώμ; Και ο Χουσεί απάντησε: Είθε οι εχθροί τού κυρίου μου του βασιλιά, και όλοι εκείνοι που επανασταστούν σε σένα για κακό, να γίνουν όπως εκείνος ο νέος!
33
Και ο βασιλιάς ταράχτηκε, και ανέβηκε στο υπερώο τής πύλης, και έκλαψε· κι ενώ βάδιζε, έλεγε ως εξής: Γιε μου Αβεσσαλώμ, γιε μου, γιε μου Αβεσσαλώμ! Είθε να πέθαινα εγώ αντί για σένα, Αβεσσαλώμ, γιε μου, γιε μου!