Slide One

Λιγες στιγμες με την αγια γραφη

Slide One
Slide Two

Καινη Διαθηκη online

Slide Two
Slide Three
Slide Three
previous arrow
next arrow
Click to Subscribe
Σχέδιο μελέτης
Έκδοση
Μέρα 12 Μέρα 13Μέρα 14

1 Βασιλέων κεφάλαιο 3

1
ΚΑΙ ο Σολομώντας έκανε επιγαμία με τον Φαραώ, τον βασιλιά τής Αιγύπτου, και πήρε τη θυγατέρα τού Φαραώ· και την έφερε στην πόλη τού Δαβίδ, μέχρις ότου τελείωσε να κτίζει το σπίτι του, και τον οίκο τού Κυρίου, και το τείχος τής Ιερουσαλήμ ολόγυρα.
2
Όμως, ο λαός θυσίαζε επάνω στους ψηλούς τόπους, επειδή δεν ήταν κτισμένος οίκος στο όνομα του Κυρίου, μέχρι εκείνες τις ημέρες.
3
Και ο Σολομώντας αγάπησε τον Κύριο, περπατώντας στα προστάγματα του Δαβίδ τού πατέρα του· μόνον που θυσίαζε και θυμίαζε στους ψηλούς τόπους.
4
ΚΑΙ ο βασιλιάς πήγε στη Γαβαών, για να θυσιάσει εκεί· επειδή, εκείνος ήταν ο μεγάλος ψηλός τόπος· ο Σολομώντας πρόσφερε 1.000 ολοκαυτώματα επάνω σ' εκείνο το θυσιαστήριο.
5
Και ο Κύριος φάνηκε στον Σολομώντα στη Γαβαών την ώρα τού ύπνου, κατά τη διάρκεια της νύχτας· και είπε ο Θεός: Ζήτησέ μου τι να σου δώσω.
6
Και ο Σολομώντας είπε: Εσύ έκανες μεγάλο έλεος στον δούλο σου τον Δαβίδ τον πατέρα μου, επειδή περπάτησε μπροστά σου με αλήθεια, και με δικαιοσύνη, και με ευθύτητα καρδιάς μαζί σου· και του διαφύλαξες αυτό το μεγάλο έλεος, και του έδωσες γιο να κάθεται επάνω στον θρόνο του, όπως αυτή την ημέρα·
7
και τώρα, Κύριε Θεέ μου, εσύ έκανες τον δούλο σου βασιλιά αντί του Δαβίδ τού πατέρα μου· κι εγώ είμαι μικρό παιδί· δεν ξέρω πώς να μπαίνω μέσα και να βγαίνω έξω·
8
και ο δούλος σου είναι ανάμεσα στον λαό σου, που έκλεξες, έναν μεγάλο λαό, που από το πλήθος δεν μπορεί να απαριθμηθεί ούτε να λογαριαστεί·
9
δώσε, λοιπόν, στον δούλο σου νοήμονα καρδιά, στο να κρίνει τον λαό σου, για να διακρίνω ανάμεσα στο καλό και στο κακό· επειδή, ποιος μπορεί να κρίνει αυτόν τον μεγάλο λαό σου;
10
Και ο λόγος αυτός άρεσε στον Κύριο, ότι ο Σολομώντας ζήτησε αυτό το πράγμα.
11
Και ο Θεός τού είπε: Επειδή ζήτησες αυτό το πράγμα, και δεν ζήτησες για τον εαυτό σου πολυζωία, και δεν ζήτησες για τον εαυτό σου πλούτη, και δεν ζήτησες τη ζωή των εχθρών σου, αλλά ζήτησες για τον εαυτό σου σύνεση για να εννοείς κρίση,
12
δες, έκανα σύμφωνα με τα λόγια σου· να, σου έδωσα μια σοφή και συνετή καρδιά, ώστε δεν στάθηκε όμοιός σου πριν από σένα ούτε ύστερα από σένα θα εγερθεί όμοιός σου·
13
σου έδωσα μάλιστα ακόμα και ό,τι δεν ζήτησες, και πλούτο και δόξα, ώστε ανάμεσα στους βασιλιάδες δεν θα υπάρχει κανένας όμοιος με σένα σε όλες τις ημέρες σου·
14
και, αν περπατάς στους δρόμους μου, φυλάττοντας τα διατάγματά μου και τις εντολές μου, καθώς περπάτησε ο Δαβίδ ο πατέρας σου, τότε θα μακρύνω τις ημέρες σου.
15
Και ο Σολομώντας ξύπνησε· και να, ήταν όνειρο. Και ήρθε στην Ιερουσαλήμ, και στάθηκε μπροστά στην κιβωτό τής διαθήκης τού Κυρίου, και πρόσφερε ολοκαυτώματα, και έκανε ειρηνικές προσφορές, και έκανε συμπόσιο σε όλους τους δούλους του.
16
ΤΟΤΕ, ήρθαν στον βασιλιά δύο γυναίκες πόρνες και στάθηκαν μπροστά του.
17
Και η μία γυναίκα είπε: Ω, κύριέ μου! Εγώ κι αυτή η γυναίκα κατοικούμε στο ίδιο σπίτι, και γέννησα, καθώς συγκατοικούσα μαζί της·
18
και την τρίτη ημέρα αφού γέννησα εγώ, γέννησε κι αυτή η γυναίκα· και ήμασταν μαζί· δεν υπήρχε ξένος μαζί μας στο σπίτι· μόνον εμείς οι δύο ήμασταν στο σπίτι·
19
και τη νύχτα πέθανε ο γιος αυτής τής γυναίκας, επειδή κοιμήθηκε επάνω του·
20
κι αυτή, αφού σηκώθηκε τα μεσάνυχτα, πήρε τον γιο μου από το πλάι μου, ενώ η δούλη σου κοιμόταν, και τον έβαλε στον κόρφο της· ενώ τον γιο της τον νεκρό τον έβαλε στον κόρφο μου·
21
και όταν σηκώθηκα το πρωί, για να θηλάσω τον γιο μου, να, ήταν νεκρός· όμως, αφού το πρωί το παρατήρησα, να, δεν ήταν ο γιος μου που είχα γεννήσει.
22
Και η άλλη γυναίκα είπε: Όχι, αλλ' ο ζωντανός είναι ο γιος μου, ενώ ο νεκρός είναι ο γιος σου. Κι εκείνη είπε: Όχι, αλλ' ο νεκρός είναι ο γιος σου, ενώ ο ζωντανός είναι ο γιος μου. Έτσι μίλησαν μπροστά στον βασιλιά.
23
Και ο βασιλιάς είπε: Η μεν μία λέει: Αυτός ο ζωντανός είναι ο γιος μου, ενώ ο νεκρός είναι ο γιος σου· η δε άλλη λέει: Όχι, αλλ' ο νεκρός είναι ο γιος σου, ενώ ο ζωντανός είναι ο γιος μου.
24
Και ο βασιλιάς είπε: Φέρτε μου μία μάχαιρα. Και έφεραν τη μάχαιρα μπροστά στον βασιλιά.
25
Και ο βασιλιάς είπε: Χωρίστε το ζωντανό παιδί στα δύο, και δώστε το μισό στη μία, και το άλλο μισό στην άλλη.
26
Τότε, η γυναίκα της οποίας ήταν ο ζωντανός γιος, μίλησε στον βασιλιά (επειδή, τα σπλάχνα της συμπόνεσαν για τον γιο της,) και είπε: Ω, κύριέ μου! Δώσε το ζωντανό παιδί σ' αυτή, και μη το θανατώσεις με κανέναν τρόπο. Η άλλη, όμως, είπε: Ούτε δικό μου ας είναι, ούτε δικό σου· χωρίστε το.
27
Τότε, απαντώντας ο βασιλιάς, είπε: Δώστε το ζωντανό παιδί σ' αυτή, και μη το θανατώσετε με κανέναν τρόπο· αυτή είναι η μητέρα του.
28
Και ολόκληρος ο Ισραήλ άκουσε για την κρίση, που ο βασιλιάς έκρινε, και φοβήθηκαν τον βασιλιά· επειδή, είδαν ότι υπήρχε μέσα του σοφία Θεού, για να κάνει κρίση.

1 Βασιλέων κεφάλαιο 6

1
ΚΑΙ στον 480ό χρόνο από την έξοδο των γιων Ισραήλ από την Αίγυπτο, τον τέταρτο χρόνο τής βασιλείας τού Σολομώντα επάνω στον Ισραήλ, τον μήνα Ζιφ, που είναι ο δεύτερος μήνας, άρχισε να κτίζει τον οίκο τού Κυρίου.
2
Και του οίκου που ο βασιλιάς Σολομώντας έκτισε στον Κύριο, το μάκρος του ήταν 60 πήχες, και το πλάτος του 20, και το ύψος του 30 πήχες.
3
Και το πρόναο, που ήταν μπροστά στον ναό τού οίκου, είχε μάκρος 20 πήχες, σύμφωνα με το πλάτος του οίκου· και το πλάτος ήταν δέκα πήχες μπροστά από τον οίκο.
4
Και έκανε στον οίκο αδιόρατα πλάγια παράθυρα.
5
Και έκτισε οικήματα κολλητά με τον τοίχο τού οίκου, ολόγυρα, κολλητά με τους τοίχους του οίκου, ολόγυρα, και του ναού και του χρηματιστηρίου· έτσι έκανε οικήματα ολόγυρα.
6
Το πλάτος τού κατώτερου οικήματος ήταν πέντε πήχες, και το πλάτος τού μεσαίου έξι πήχες, και το πλάτος τού τρίτου επτά πήχες· επειδή, απέξω από τον οίκο έκανε στενά υποστηρίγματα, ολόγυρα, για να μη μπαίνουν οι δοκοί στους τοίχους τού οίκου.
7
Και ενώ κτιζόταν ο οίκος, κτίστηκε με πέτρες προετοιμασμένες πριν μετακομιστούν εκεί· ώστε, ούτε σφυρί ούτε πέλεκυς ούτε σιδερένιο εργαλείο, δεν ακούστηκε μέσα στον οίκο, καθώς κτιζόταν.
8
Η πόρτα των μεσαίων οικημάτων ήταν στη δεξιά πλευρά τού οίκου· και μέσα στα οικήματα του μεσαίου ανέβαιναν διαμέσου ελικοειδούς σκάλας, και από το μεσαίο στα τριόροφα.
9
Έτσι έκτισε τον οίκο, και τον αποτέλειωσε· και σκέπασε τον οίκο με κοιλωτές οροφές και κοσμήματα από κέδρο.
10
Και έκτισε τα οικήματα κολλητά σε ολόκληρο τον οίκο, πέντε πήχες το ύψος· και συνδέονταν μαζί με τον οίκο διαμέσου κέδρινων ξύλων.
11
Και ήρθε ο λόγος τού Κυρίου στον Σολομώντα, λέγοντας:
12
Για τον οίκο αυτόν, που κτίζεις, αν περπατάς στα διατάγματά μου, και εκτελείς τις κρίσεις μου, και τηρείς όλες τις εντολές μου, περπατώντας σ' αυτές, τότε θα κάνω βέβαιον τον λόγο μου μαζί σου, που μίλησα στον Δαβίδ τον πατέρα σου·
13
και θα κατοικώ ανάμεσα στους γιους Ισραήλ, και δεν θα εγκαταλείπω τον λαό μου τον Ισραήλ.
14
Έτσι έκτισε ο Σολομώντας τον οίκο, και τον αποτέλειωσε.
15
Και σανίδωσε τους τοίχους τού οίκου από μέσα με κέδρινες σανίδες, από το έδαφος του οίκου μέχρι τους τοίχους τής στέγης· τους σκέπασε με ξύλο από μέσα· και σκέπασε το έδαφος του οίκου με πεύκινες σανίδες.
16
Σανίδωσε ακόμα με κέδρινες σανίδες 20 πήχες στο εσωτερικό τού οίκου, από το έδαφος μέχρι τους τοίχους· και το σανίδωσε από μέσα για να είναι το χρηματιστήριο, το άγιο των αγίων.
17
Και ο οίκος, δηλαδή ο ναός που ήταν μπροστά, ήταν 40 πήχες μάκρος.
18
Και τα κέδρινα ξύλα τού οίκου από μέσα ήσαν σκαλισμένα με κάλυκες, και ανοιγμένα λουλούδια· όλα κέδρινα· πέτρα δεν φαινόταν.
19
Και ετοίμασε το χρηματιστήριο στο εσωτερικό τού οίκου, για να βάλει εκεί την κιβωτό τής διαθήκης τού Κυρίου.
20
Και το χρηματιστήριο είχε στην πρόσοψή του μάκρος 20 πήχες, και πλάτος 20 πήχες, και ύψος 20 πήχες· και το σκέπασε με καθαρό χρυσάφι· έτσι σκέπασε και το θυσιαστήριο με κέδρο.
21
Και ο Σολομώντας σκέπασε τον οίκο με καθαρό χρυσάφι από μέσα· και έκανε ένα χώρισμα με χρυσαφένιες αλυσίδες μπροστά από το χρηματιστήριο, και το σκέπασε με χρυσάφι.
22
Και σκέπασε με χρυσάφι ολόκληρο τον οίκο, μέχρις ότου συντέλεσε ολόκληρον τον οίκο· ακόμα, σκέπασε με χρυσάφι και ολόκληρο το θυσιαστήριο, που ήταν κοντά στο χρηματιστήριο.
23
Και από μέσα από το χρηματιστήριο έκανε δύο χερουβείμ από ξύλο ελιάς, δέκα πήχες το ύψος.
24
Και η μία φτερούγα τού χερούβ ήταν πέντε πήχες, και η άλλη φτερούγα τού χερούβ πέντε πήχες· από την άκρη τής μιας φτερούγας, μέχρι την άκρη τής άλλης φτερούγας τους, ήσαν δέκα πήχες.
25
Και το άλλο χερούβ ήταν δέκα πήχες· του ίδιου μέτρου και της ίδιας κατασκευής ήσαν και τα δύο χερουβείμ.
26
Το ύψος τού ενός χερούβ ήταν δέκα πήχες, το ίδιο και του άλλου.
27
Και έβαλε τα χερουβείμ στο μέσον τού εσωτερικότατου οίκου· και τα χερουβείμ είχαν τις φτερούγες τους απλωμένες, ώστε η φτερούγα τού ενός άγγιζε τον ένα τοίχο· και η φτερούγα τού άλλου χερούβ άγγιζε τον άλλο τοίχο· και οι φτερούγες τους άγγιζαν, η μία την άλλη, στο μέσον τού οίκου.
28
Και σκέπασε τα χερουβείμ με χρυσάφι.
29
Και όλους τούς τοίχους τού οίκου, ολόγυρα, τους σκάλισε με γλυπτά σχήματα από χερουβείμ, και φοίνικες, και ανοιγμένα λουλούδια, από μέσα και απέξω.
30
Και το έδαφος του οίκου το σκέπασε με χρυσάφι, από μέσα και απέξω.
31
Και για την είσοδο του χρηματιστηρίου έκανε πόρτες από ξύλο ελιάς· το ανώφλι και οι παραστάτες ήσαν ένα πεντάγωνο.
32
Και οι δύο πόρτες ήσαν από ξύλο ελιάς· και σκάλισε επάνω τους γλυπτά χερουβείμ και φοίνικες και ανοιγμένα λουλούδια, και τα σκέπασε με χρυσάφι, απλώνοντας το χρυσάφι επάνω στα χερουβείμ, κι επάνω στους φοίνικες.
33
Έτσι, έκανε και στην πόρτα τού ναού παραστάτες από ξύλο ελιάς, ένα τετράγωνο.
34
Και οι δύο πόρτες ήσαν από πεύκινο ξύλο· τα δύο φύλλα τής μιας πόρτας διπλώνονταν, και τα δύο φύλλα τής άλλης πόρτας διπλώνονταν.
35
Κι επάνω τους σκάλισε χερουβείμ και φοίνικες και ανοιγμένα λουλούδια· και τα σκέπασε με χρυσάφι εφαρμοσμένο επάνω στην ανάγλυφη εργασία.
36
Και έκτισε την ενδότερη αυλή με τρεις σειρές από πελεκητές πέτρες, και με μία σειρά από κέδρινους δοκούς.
37
Και τον τέταρτο χρόνο, τον μήνα Ζιφ, μπήκαν τα θεμέλια του οίκου τού Κυρίου·
38
και τον 11ο χρόνο, τον μήνα Βουλ, που είναι ο όγδοος μήνας, αποτελειώθηκε ο οίκος σε όλα τα τμήματά του, και σε ολόκληρη την κατασκευή του. Έτσι τον έκτισε σε επτά χρόνια.

1 Βασιλέων κεφάλαιο 7

1
ΚΑΙ ο Σολομώντας έτισε το σπίτι του σε 13 χρόνια, και αποτέλειωσε ολόκληρο το σπίτι του.
2
Και έκτισε το σπίτι τού δάσους τού Λιβάνου· το μάκρος του ήταν 100 πήχες, και το πλάτος του 50 πήχες, και το ύψος του 30 πήχες, επάνω σε τέσσερις σειρές από κέδρινους στύλους, με δοκάρια κέδρινα επάνω στους στύλους.
3
Και σκεπάστηκε με κέδρο από πάνω από τα δοκάρια, που στηρίζονταν επάνω σε 45 στύλους, 15 στη σειρά.
4
Και υπήρχαν παράθυρα σε τρεις σειρές, και ανταποκρινόταν παράθυρο με παράθυρο σε τρεις σειρές.
5
Και όλες οι πόρτες και οι παραστάτες ήσαν τετράγωνες, με τα παράθυρα· και ανταποκρινόταν παράθυρο με παράθυρο σε τρεις σειρές.
6
Και έκανε τη στοά από στύλους· το μάκρος της ήταν 50 πήχες, και το πλάτος της 30 πήχες· και η στοά ήταν μπροστά από τους στύλους τού οίκου, ώστε οι στύλοι και οι δοκοί ήσαν απέναντί τους.
7
Έκανε ακόμα μία στοά για τον θρόνο, όπου επρόκειτο να κρίνει, τη στοά τής κρίσης· και ήταν στρωμένη με κέδρο από το ένα μέρος τού εδάφους μέχρι το άλλο.
8
Και το σπίτι του, στο οποίο καθόταν, είχε μία άλλη αυλή από μέσα από τη στοά, που ήταν της ίδιας κατασκευής. Ο Σολομώντας έκανε ακόμα ένα σπίτι για τη θυγατέρα τού Φαραώ, που είχε πάρει, παρόμοιο μ' αυτή τη στοά.
9
Όλα αυτά ήσαν από πολύτιμες πέτρες, σύμφωνα με τα μέτρα που είχαν οι πριονισμένες πέτρες, πριονισμένες με πριόνι, από μέσα κι απέξω, από το θεμέλιο μέχρι το γείσωμα, κι απέξω μέχρι τη μεγάλη αυλή.
10
Και το θεμέλιο ήταν από πολύτιμες πέτρες, από πέτρες μεγάλες, από πέτρες δέκα πηχών, και από πέτρες οκτώ πηχών.
11
Και από πάνω ήσαν πολύτιμες πέτρες, σύμφωνα με το μέτρο εκείνων που ήσαν πριονισμένες πέτρες, και κέδροι.
12
Και η μεγάλη αυλή ολόγυρα ήταν από τρεις σειρές πριονισμένες πέτρες, και από μία σειρά δοκάρια κέδρινα, όπως η εσωτερική αυλή τού οίκου τού Κυρίου, και όπως η στοά τού οίκου.
13
ΚΑΙ ο βασιλιάς Σολομώντας έστειλε και πήρε τον Χειράμ από την Τύρο.
14
Αυτός ήταν γιος μιας χήρας γυναίκας από τη φυλή Νεφθαλί, και ο πατέρας του ήταν άνδρας Τύριος, χαλκουργός· και ήταν γεμάτος από ικανότητα τέχνης, και σύνεσης, και επιστήμης στο να εργάζεται κάθε έργο με χαλκό. Και ήρθε στον βασιλιά Σολομώντα, και έκανε όλα τα έργα του.
15
Επειδή, έχυσε δύο στύλους χάλκινους, 18 πήχες ύψος κάθε έναν στύλο· μία γραμμή από 12 πήχες περικύκλωνε κάθε έναν απ' αυτούς.
16
Και έκανε από χυτό χαλκό δύο επιθέματα, για να τα βάλει στις κορυφές των στύλων· το ύψος τού ενός επιθέματος ήταν πέντε πήχες, και το ύψος τού άλλου επιθέματος ήταν πέντε πήχες·
17
και δίχτυα πλεκτά εργασμένα αλυσιδωτά, από σύρματα, για τα επιθέματα που ήσαν στην κορυφή των στύλων· επτά για το ένα επίθεμα, και επτά για το άλλο επίθεμα.
18
Και έκανε τους στύλους, και δύο σειρές από ρόδια ολόγυρα επάνω στο ένα δίχτυ, για να σκεπάσει με ρόδια τα επιθέματα που ήσαν επάνω στις κορυφές των στύλων· και έκανε το ίδιο και στο άλλο επίθεμα.
19
Και τα επιθέματα, που ήσαν επάνω στην κορυφή των στύλων στη στοά, ήσαν εργασίας από κρίνους τεσσάρων πηχών.
20
Και τα επιθέματα που ήσαν επάνω σε δύο στύλους είχαν ρόδια και από πάνω, κοντά στην κοιλιά, που ήταν κοντά στο διχτυωτό· και τα ρόδια ήσαν 200 κατά σειρά, ολόγυρα, επάνω σε κάθε επίθεμα.
21
Και έστησε τους στύλους στη στοά τού ναού· και έστησε τον δεξί στύλο, και αποκάλεσε το όνομά του Ιαχείν· και έστησε τον αριστερό στύλο, και αποκάλεσε το όνομά του Βοάς.
22
Κι επάνω στην κορυφή των στύλων ήταν εργασία κρίνων· έτσι τελείωσε η κατασκευή των στύλων.
23
Έκανε, ακόμα, τη θάλασσα χυτή, δέκα πήχες από χείλος σε χείλος, στρογγυλή ολόγυρα· και το ύψος της πέντε πήχες· και μία γραμμή από 30 πήχες την περίζωνε ολόγυρα.
24
Και κάτω από το χείλος της ολόγυρα ήσαν ανάγλυφα, σε σχήμα κολοκυθιάς, που την περικύκλωναν, δέκα σε κάθε πήχη, που περικύκλωναν ολόγυρα τη θάλασσα. Οι δύο σειρές των ανάγλυφων ήσαν χυμένες μαζί μ' αυτή.
25
Και στεκόταν επάνω σε 12 βόδια· τρία έβλεπαν προς Βορράν, και τρία έβλεπαν προς Δυσμάς, και τρία έβλεπαν προς Νότον, και τρία έβλεπαν προς Ανατολάς· και η θάλασσα βασταζόταν επάνω σ' αυτά· και όλα τα οπίσθιά τους ήσαν προς τα μέσα·
26
Και το πάχος της ήταν μία παλάμη, και το χείλος της ήταν κατασκευασμένο σαν το χείλος ενός ποτηριού, σαν ένα λουλούδι κρίνου· και χωρούσε 2.000 βαθ.
27
Έκανε, ακόμα, δέκα χάλκινες βάσεις· τέσσερις πήχες το μάκρος της μιας βάσης, και τέσσερις πήχες το πλάτος της, και τρεις πήχες το ύψος της.
28
Και η εργασία των βάσεων ήταν τέτοια· είχαν συγκλείσματα, και τα συγκλείσματα ήσαν μέσα σε μικρές κολώνες.
29
Και επάνω στα συγκλείσματα, που ήσαν μέσα σε μικρές κολώνες, ήσαν λιοντάρια, βόδια, και χερουβείμ· κι επάνω στις μικρές κολώνες από πάνω ήταν το υποβάσταγμα· και αποκάτω από τα λιοντάρια και τα βόδια υπήρχαν ανάγλυφα κρόσσια που κρέμονταν.
30
Και κάθε βάση είχε τέσσερις χάλκινους τροχούς, και χάλκινους άξονες· και οι τέσσερις γωνίες της είχαν ώμους· κάτω από τον λουτήρα υπήρχαν οι χυτοί ώμοι, κάθε ένας απέναντι από τα κρόσσια.
31
Και το στόμα της, από μέσα από την κεφαλίδα και από πάνω, ήταν ένας πήχης· και το στόμα της ήταν στρογγυλό, κατασκευασμένο στο υποβάσταγμα, ένας πήχης και μισός· κι ακόμα, επάνω σ' αυτό το στόμα της υπήρχαν εγχαράξεις μαζί με τα συγκλείσματά τους, που ήσαν τετράγωνα, όχι στρογγυλά.
32
Και κάτω από τα συγκλείσματα ήσαν τέσσερις τροχοί· και οι άξονες των τροχών ενώνονταν με τη βάση· και το ύψος κάθε τροχού ήταν ένας πήχης και μισός.
33
Και η εργασία των τροχών ήταν σαν την εργασία τού τροχού τής άμαξας· οι άξονές τους, και τα ταμπάνια τους, και τα επίσωτρά τους, και οι ακτίνες τους, ήσαν όλα χυτά.
34
Και υπήρχαν τέσσερις ώμοι στις τέσσερις γωνίες κάθε βάσης· και οι ώμοι αποτελούσαν συνέχεια της βάσης.
35
Και στην κορυφή τής βάσης υπήρχε ένα στρογγυλό περίζωμα ύψους μισού πήχη· και στην κορυφή τής βάσης τα χείλη της και τα συγκλείσματά της ήσαν από την ίδια.
36
Κι επάνω στις πλάκες των χειλέων της, κι επάνω στα συγκλείσματά της, χάραξε χερουβείμ, λιοντάρια και φοίνικες, σύμφωνα με την αναλογία καθεμιάς, και κρόσσια, ολόγυρα.
37
Μ' αυτό τον τρόπο έκανε τις δέκα βάσεις· όλες είχαν το ίδιο χύσιμο, το ίδιο μέτρο, την ίδια χάραξη.
38
Έκανε, ακόμα, δέκα λουτήρες χάλκινους· κάθε ένας λουτήρας χωρούσε 40 βαθ· κάθε ένας λουτήρας ήταν τέσσερις πήχες· κι επάνω σε κάθε μία από τις δέκα βάσεις υπήρχε ένας λουτήρας.
39
Και έβαλε τις βάσεις, πέντε στο δεξί πλάγιο του οίκου, και πέντε στο αριστερό πλάγιο του οίκου· και έβαλε τη θάλασσα προς το δεξί πλάγιο του οίκου προς Ανατολάς, απέναντι από το νότιο μέρος.
40
Και ο Χειράμ έκανε λουτήρες, και τα φτυάρια και τις λεκάνες.Έτσι τέλειωσε ο Χειράμ κάνοντας όλα τα έργα, που έκανε στον βασιλιά Σολομώντα για τον οίκο τού Κυρίου·
41
τους δύο στύλους, και τις σφαίρες των επιθεμάτων, που ήσαν στην κορυφή των δύο στύλων· και τα δύο διχτυωτά, για να σκεπάζουν τις σφαίρες των επιθεμάτων που ήσαν στην κορυφή των στύλων·
42
και 400 ρόδια για τα δύο διχτυωτά, δύο σειρές από ρόδια για κάθε ένα διχτυωτό, για να σκεπάζουν τις δύο σφαίρες των επιθεμάτων που ήσαν επάνω στους στύλους·
43
και τις δέκα βάσεις, και τους δέκα λουτήρες επάνω στις βάσεις·
44
και τη μία θάλασσα, και τα 12 βόδια κάτω από τη θάλασσα·
45
και τους λέβητες, και τα φτυάρια, και τις λεκάνες· και όλα αυτά τα σκεύη, που έκανε ο Χειράμ στον βασιλιά Σολομώντα για τον οίκο τού Κυρίου, ήσαν από γυαλιστερό χαλκό.
46
Στην πεδιάδα τού Ιορδάνη τα έχυσε αυτά ο βασιλιάς, σε αργιλώδες χώμα, ανάμεσα στη Σοκχώθ και τη Σαρθάν.
47
Και ο Σολομώντας άφησε αζύγιστα όλα τα σκεύη, επειδή ήσαν πολλά σε υπερβολικό βαθμό· το βάρος τού χαλκού δεν μπορούσε να υπολογιστεί.
48
Και ο Σολομώντας έκανε όλα τα σκεύη τού οίκου τού Κυρίου, το χρυσό θυσιαστήριο, και τη χρυσή τράπεζα, επάνω στην οποία έμπαιναν οι άρτοι τής πρόθεσης,
49
και τις λυχνίες, πέντε από δεξιά, και πέντε από αριστερά, μπροστά από το χρηματιστήριο, από καθαρό χρυσάφι, και τα λουλούδια, και τα λυχνάρια, και τις λαβίδες από χρυσάφι,
50
και τις φιάλες, και τα λυχνοψάλιδα, και τις λεκάνες, και τους κρατήρες, και τα θυμιατήρια από καθαρό χρυσάφι, και τους στρόφιγγες από χρυσάφι, για τις πόρτες του εσώτατου οίκου, του αγίου των αγίων, και για τις πόρτες τού οίκου, του ναού.
51
Και συντελέστηκε ολόκληρο το έργο, που ο βασιλιάς Σολομώντας έκανε για τον οίκο τού Κυρίου. Και ο Σολομώντας έφερε μέσα τα αφιερώματα του πατέρα του, του Δαβίδ· το ασήμι, και το χρυσάφι, και τα σκεύη, και τα έβαλε στους θησαυρούς τού οίκου τού Κυρίου.

1 Βασιλέων κεφάλαιο 8

1
ΤΟΤΕ ο βασιλιάς Σολομώντας συγκέντρωσε κοντά του στην Ιερουσαλήμ τους πρεσβύτερους του Ισραήλ, και όλους τούς ηγέτες των φυλών, τους αρχηγούς των οικογενειών των γιων Ισραήλ, για να ανεβάσουν την κιβωτό τής διαθήκης τού Κυρίου από την πόλη τού Δαβίδ, που είναι η Σιών.
2
Και συγκεντρώθηκαν όλοι οι άνδρες τού Ισραήλ στον βασιλιά Σολομώντα στη γιορτή κατά τον μήνα Εθανείμ, που είναι ο έβδομος μήνας.
3
Και όλοι οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ ήρθαν, και οι ιερείς σήκωσαν την κιβωτό.
4
Και ανέβασαν την κιβωτό τού Κυρίου, και τη σκηνή τού μαρτυρίου, και όλα τα άγια σκεύη που υπήρχαν στη σκηνή· τα ανέβασαν οι ιερείς και οι Λευίτες.
5
Και ο βασιλιάς Σολομώντας, και ολόκληρη η συναγωγή τού Ισραήλ, αυτοί που συγκεντρώθηκαν κοντά του, ήσαν μαζί του μπροστά στην κιβωτό, θυσιάζοντας πρόβατα και βόδια, όσα δεν ήταν δυνατόν να λογαριαστούν και να αριθμηθούν εξαιτίας τού μεγάλου αριθμού.
6
Και οι ιερείς έφεραν μέσα την κιβωτό τής διαθήκης τού Κυρίου, στον τόπο της, στο χρηματιστήριο του οίκου, στα άγια των αγίων, κάτω από τις φτερούγες των χερουβείμ.
7
Επειδή, τα χερουβείμ είχαν απλωμένες τις φτερούγες επάνω στον τόπο τής κιβωτού, και τα χερουβείμ σκέπαζαν την κιβωτό και τους μοχλούς της από πάνω.
8
Και προεξείχαν οι μοχλοί, και φαίνονταν οι άκρες των μοχλών από τον άγιο τόπο, μπροστά από το χρηματιστήριο, απέξω όμως δεν φαίνονταν· και βρίσκονται εκεί μέχρι σήμερα.
9
Δεν ήσαν μέσα στην κιβωτό παρά οι δύο πέτρινες πλάκες, που είχε βάλει εκεί ο Μωυσής στο Χωρήβ, όπου ο Κύριος έκανε διαθήκη προς τους γιους Ισραήλ, όταν βγήκαν από τη γη τής Αιγύπτου.
10
Και καθώς οι ιερείς βγήκαν από το αγιαστήριο, η νεφέλη γέμισε τον οίκο τού Κυρίου·
11
και οι ιερείς δεν μπορούσαν να σταθούν για να υπηρετήσουν, εξαιτίας τής νεφέλης· επειδή, η δόξα τού Κυρίου γέμισε τον οίκο τού Κυρίου.
12
Τότε, ο Σολομώντας μίλησε: Ο Κύριος είπε ότι θα κατοικεί σε πυκνό σκοτάδι·
13
έκτισα σε σένα έναν οίκο κατοίκησης, έναν τόπο για να κατοικείς αιώνια.
14
Και ο βασιλιάς, στρέφοντας το πρόσωπό του, ευλόγησε ολόκληρη τη συναγωγή τού Ισραήλ· και ολόκληρη η συναγωγή τού Ισραήλ στεκόταν.
15
Και είπε: Ευλογητός ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ, που με το χέρι του εκτέλεσε εκείνο που με το στόμα του μίλησε στον πατέρα μου, τον Δαβίδ, λέγοντας:
16
Από την ημέρα που έβγαλα τον λαό μου τον Ισραήλ από την Αίγυπτο, από όλες τις φυλές τού Ισραήλ δεν διάλεξα καμιά πόλη για να οικοδομηθεί ένας οίκος, ώστε να είναι εκεί το όνομά μου· αλλά διάλεξα τον Δαβίδ για να είναι επάνω στον λαό μου Ισραήλ.
17
Και ήρθε στην καρδιά τού Δαβίδ τού πατέρα μου να κτίσει οίκο στο όνομα του Κυρίου τού Θεού τού Ισραήλ.
18
Ο Κύριος, όμως, είπε στον Δαβίδ τον πατέρα μου: Επειδή ήρθε στην καρδιά σου να κτίσεις οίκο στο όνομά μου, καλώς μεν έκανες που το συνέλαβες στην καρδιά σου·
19
όμως, εσύ δεν θα κτίσεις τον οίκο· αλλά, ο γιος σου, που θα βγει από την οσφύ σου, αυτός θα κτίσει οίκο στο όνομά μου.
20
Ο Κύριος, λοιπόν, εκπλήρωσε τον λόγο του, που μίλησε· κι εγώ σηκώθηκα αντί του πατέρα μου, του Δαβίδ, και κάθησα επάνω στον θρόνο του Ισραήλ, καθώς ο Κύριος είχε μιλήσει, και έκτισα τον οίκο στο όνομα του Κυρίου τού Θεού τού Ισραήλ.
21
Και διόρισα εκεί έναν τόπο για την κιβωτό, στην οποία βρίσκεται η διαθήκη τού Κυρίου, που έκανε στους πατέρες μας, όταν τους έβγαλε από τη γη τής Αιγύπτου.
22
Και καθώς ο Σολομώντας στάθηκε μπροστά από το θυσιαστήριο του Κυρίου, μπροστά σε ολόκληρη τη συναγωγή τού Ισραήλ, άπλωσε τα χέρια του προς τον ουρανό,
23
και είπε: Κύριε Θεέ του Ισραήλ, δεν υπάρχει Θεός όμοιος με σένα, επάνω στον ουρανό, και κάτω στη γη, που να διαφυλάττεις τη διαθήκη και το έλεος στους δούλους σου εκείνους που περπατούν μπροστά σου με όλη την καρδιά τους·
24
που φύλαξες στον δούλο σου τον Δαβίδ, τον πατέρα μου, όσα μίλησες σ' αυτόν· και μίλησες με το στόμα σου, και εκτέλεσες με το χέρι σου, όπως αυτή την ημέρα.
25
Και τώρα, Κύριε Θεέ τού Ισραήλ, φύλαξε στον δούλο σου τον Δαβίδ τον πατέρα μου εκείνο που του υποσχέθηκες, λέγοντας: Δεν θα λείψει σε σένα άνδρας από μπροστά μου, που να κάθεται επάνω στον θρόνο τού Ισραήλ, μόνον αν οι γιοι σου προσέχουν στον δρόμο τους, για να περπατούν μπροστά μου, καθώς εσύ περπάτησες μπροστά μου.
26
Τώρα, λοιπόν, Θεέ τού Ισραήλ, ας αληθεύσει, παρακαλώ, ο λόγος σου, που μίλησες στον δούλο σου τον Δαβίδ τον πατέρα μου.
27
Αλλά, στ' αλήθεια, θα κατοικήσει ο Θεός επάνω στη γη; Να, ο ουρανός και ο ουρανός των ουρανών δεν είναι ικανοί να σε χωρέσουν· πόσο λιγότερο αυτός ο οίκος, που έκτισα!
28
Παρόλα αυτά, επίβλεψε στην προσευχή τού δούλου σου, και στη δέησή του, Κύριε Θεέ μου, ώστε να εισακούσεις την κραυγή και τη δέηση, που δέεται σήμερα ο δούλος σου μπροστά σου·
29
για να είναι τα μάτια σου ανοιχτά σ' αυτόν τον οίκο νύχτα και ημέρα, στον τόπο για τον οποίο είπες: Το όνομά μου θα είναι εκεί· για να εισακούς τη δέηση, που ο δούλος σου θα δέεται σε τούτο τον τόπο.
30
Και να εισακούς τη δέηση του δούλου σου, και του λαού σου Ισραήλ, όταν προσεύχονται σε τούτο τον τόπο· και να ακούς εσύ από τον τόπο τής κατοίκησής σου, από τον ουρανό· και καθώς ακούς, να γίνεσαι έλεος.
31
Αν κάποιος άνθρωπος αμαρτήσει στον διπλανό του, και ζητήσει απ' αυτόν όρκο για να τον κάνει να ορκιστεί, και ο όρκος έρθει μπροστά στο θυσιαστήριό σου σ' αυτόν τον οίκο,
32
τότε, εσύ εισάκουσε από τον ουρανό, και ενέργησε, και κρίνε τούς δούλους σου, καταδικάζοντας μεν τον άνομο, ώστε να στρέψεις την πράξη του ενάντια στο κεφάλι του, και δικαιώνοντας τον δίκαιο, ώστε να αποδώσεις σ' αυτόν σύμφωνα με τη δικαιοσύνη του.
33
Όταν ο λαός σου Ισραήλ χτυπηθεί μπροστά στον εχθρό, επειδή αμάρτησαν σε σένα, και επιστρέψουν σε σένα, και δοξάσουν το όνομά σου, και προσευχηθούν, και δεηθούν μπροστά σου σ' αυτόν τον οίκο,
34
τότε, εσύ εισάκουσε από τον ουρανό, και συγχώρεσε την αμαρτία τού λαού σου Ισραήλ, και φέρ' τους ξανά στη γη, που έδωσες στους πατέρες τους.
35
Όταν ο ουρανός κλειστεί, και δεν γίνεται βροχή, επειδή αμάρτησαν σε σένα, αν προσευχηθούν σ' αυτόν τον τόπο, και δοξάσουν το όνομά σου, και επιστρέψουν από τις αμαρτίες τους, αφού τους ταπεινώσεις,
36
τότε, εσύ εισάκουσε από τον ουρανό, και συγχώρεσε την αμαρτία των δούλων σου, και του λαού σου Ισραήλ, αφού τους διδάξεις τον αγαθό δρόμο, στον οποίο πρέπει να περπατούν, και δώσε βροχή επάνω στη γη σου, την οποία έδωσες στον λαό σου για κληρονομιά.
37
Αν γίνει πείνα στη γη, αν γίνει θανατικό, ανεμοφθορά, ερυσίβη, ακρίδα, βρούχος αν γίνει, αν ο εχθρός τούς πολιορκήσει στον τόπο τής κατοικίας τους, οποιαδήποτε πληγή, οποιαδήποτε νόσος γίνει,
38
κάθε προσευχή, κάθε δέηση, που γίνεται από κάθε άνθρωπο, από ολόκληρο τον λαό σου τον Ισραήλ, όταν κάθε ένας γνωρίσει την πληγή τής καρδιάς του, και εκτείνει τα χέρια του προς τούτο τον οίκο,
39
τότε, εσύ εισάκουσε από τον ουρανό, τον τόπο τής κατοίκησής σου, και συγχώρεσε, και ενέργησε, και δώσε στον κάθε έναν σύμφωνα με όλους τούς δρόμους του, καθώς γνωρίζεις την καρδιά του, επειδή εσύ, μόνος εσύ, γνωρίζεις τις καρδιές όλων των γιων των ανθρώπων·
40
για να σε φοβούνται όλες τις ημέρες όσες ζουν επάνω στο πρόσωπο της γης, που έδωσες στους πατέρες μας.
41
Και τον ξένον ακόμα, που δεν είναι από τον λαό σου Ισραήλ, αλλά έρχεται από μακρινή γη για το όνομά σου,
42
επειδή, θα ακούσουν το όνομά σου το μεγάλο, και το χέρι σου το κραταιό, και τον βραχίονά σου τον απλωμένο, όταν έρθει και προσευχηθεί προς τούτο τον οίκο,
43
εσύ να εισάκουσε από τον ουρανό, από τον τόπο τής κατοίκησής σου, και ενέργησε σύμφωνα με όλα για όσα ο ξένος σε επικαλεστεί· για να γνωρίσουν όλοι οι λαοί τής γης το όνομά σου, για να σε φοβούνται, όπως ο λαός σου Ισραήλ· και να γνωρίσουν ότι το όνομά σου ονομάστηκε επάνω σε τούτον τον οίκο, που έκτισα.
44
Όταν ο λαός σου βγει σε πόλεμο ενάντια στους εχθρούς τους, όπου τους στείλεις, και προσευχηθούν στον Κύριο, προς την πόλη που διάλεξες, και τον οίκο που έκτισα στο όνομά σου,
45
τότε, εισάκουσε από τον ουρανό την προσευχή τους, και τη δέησή τους, και κάνε το δίκιο τους.
46
Όταν αμαρτήσουν σε σένα, (επειδή, κανένας άνθρωπος δεν είναι αναμάρτητος), και οργιστείς σ' αυτούς, και τους παραδώσεις στον εχθρό, ώστε οι αιχμαλωτιστές να τους φέρουν αιχμάλωτους στη γη τού εχθρού, μακριά ή κοντά,
47
και έρθουν στον εαυτό τους, στη γη, όπου φέρθηκαν αιχμάλωτοι, και επιστρέψουν, και δεηθούν σε σένα στη γη εκείνων που τους αιχμαλώτισαν, λέγοντας: Αμαρτήσαμε, ανομήσαμε, αδικήσαμε,
48
και επιστρέψουν σε σένα από ολόκληρη την καρδιά τους, και από ολόκληρη την ψυχή τους, στη γη εκείνων που τους αιχμαλώτισαν, και προσευχηθούν σε σένα, προς τη γη τους, που έδωσες στους πατέρες τους, την πόλη που διάλεξες, και τον οίκο που έχτισα στο όνομά σου,
49
τότε, από τον ουρανό, τον τόπο τής κατοίκησής σου, εισάκουσε την προσευχή τους και τη δέησή τους, και κάνε το δίκιο τους,
50
και συγχώρεσε στον λαό σου, αυτόν που αμάρτησε σε σένα, και συγχώρεσε όλες τις παραβάσεις τους, με τις οποίες έγιναν παραβάτες ενάντια σε σένα, και κίνηαε σε οικτιρμό τους αυτούς που τους αιχμαλώτισαν, ώστε να τους λυπηθούν·
51
επειδή, λαός σου, και κληρονομιά σου είναι, που τον έβγαλες από την Αίγυπτο, από μέσα από ένα σιδερένιο χωνευτήρι.
52
Ας είναι, λοιπόν, τα μάτια σου ανοιχτά στη δέηση του δούλου σου, και στη δέηση του λαού σου Ισραήλ, για να τους εισακούς για όσα σε επικαλεστούν·
53
επειδή, εσύ τους ξεχώρισες από όλους τούς λαούς τής γης, για να είναι κληρονομιά σου, καθώς μίλησες διαμέσου του Μωυσή τού δούλου σου, όταν έβγαλες τους πατέρες μας από την Αίγυπτο, Δέσποτα Κύριε.
54
Και αφού ο Σολομώντας τελείωσε να κάνει όλη την προσευχή και τη δέηση αυτή στον Κύριο, σηκώθηκε μπροστά από το θυσιαστήριο του Κυρίου, όπου ήταν γονατισμένος με τα χέρια του απλωμένα προς τον ουρανό.
55
Και στάθηκε, και ευλόγησε ολόκληρη τη σύναξη του Ισραήλ με δυνατή φωνή, λέγοντας:
56
Ευλογητός ο Κύριος, που έδωσε ανάπαυση στον λαό του τον Ισραήλ, σύμφωνα με όλα όσα υποσχέθηκε· δεν έπεσε ούτε ένας από όλους τούς αγαθούς λόγους, που ο Κύριος μίλησε διαμέσου τού Μωυσή τού δούλου του.
57
Ας γίνει, ο Κύριος ο Θεός μας να είναι μαζί μας, καθώς ήταν μαζί με τους πατέρες μας! Να μη μας αφήσει ούτε να μας εγκαταλείψει!
58
Για να προσκλίνει τις καρδιές μας στον εαυτό του, ώστε να περπατάμε σε όλους τούς δρόμους του, και να τηρούμε τις εντολές του, και τα διατάγματά του, και τις κρίσεις του, που πρόσταξε στους πατέρες μας!
59
Κι αυτά τα λόγια μου, που δεήθηκα μπροστά στον Κύριο, να είναι ημέρα και νύχτα κοντά στον Κύριο τον Θεό μας, για να κάνει το δίκιο τού δούλου του, και το δίκιο τού λαού του Ισραήλ, σύμφωνα με την ανάγκη κάθε ημέρας·
60
για να γνωρίσουν όλοι οι λαοί τής γης ότι, ο Κύριος, αυτός είναι ο Θεός, κανένας άλλος!
61
Ας είναι, λοιπόν, η καρδιά σας τέλεια προς τον Κύριο τον Θεό μας, για να περπατάτε στα διατάγματά του, και να τηρείτε τις εντολές του, όπως τούτη την ημέρα.
62
Και ο βασιλιάς, και ολόκληρος ο Ισραήλ μαζί του, πρόσφεραν θυσία μπροστά στον Κύριο.
63
Και ο Σολομώντας θυσίασε τις ειρηνικές θυσίες, που πρόσφερε στον Κύριο, 22.000 βόδια, και 120.000 πρόβατα. Έτσι εγκαινίασαν τον οίκο τού Κυρίου ο βασιλιάς και όλοι οι γιοι Ισραήλ.
64
Αυτή την ημέρα ο βασιλιάς καθιέρωσε το μέσον τής αυλής, που είναι κατάντικρυ από τον οίκο τού Κυρίου· επειδή, εκεί πρόσφερε τα ολοκαυτώματα, και την προσφορά από άλφιτα, και το λίπος των ειρηνικών προσφορών· για τον λόγο ότι, το χάλκινο θυσιαστήριο, που ήταν μπροστά στον Κύριο, ήταν μικρό ώστε να χωρέσει τα ολοκαυτώματα, και την προσφορά από άλφιτα, και το λίπος των ειρηνικών προσφορών.
65
Και κατά τον καιρό εκείνο, ο Σολομώντας έκανε τη γιορτή, και ολόκληρος ο Ισραήλ μαζί του, μια μεγάλη σύναξη, από την είσοδο της Αιμάθ μέχρι τον ποταμό τής Αιγύπτου, μπροστά στον Κύριο τον Θεό μας, επτά ημέρες και επτά ημέρες, 14 ημέρες.
66
Την όγδοη ημέρα απέλυσε τον λαό· και ευλόγησαν τον βασιλιά και αναχώρησαν στις σκηνές τους, χαίροντας, και ευφραινόμενοι από καρδιάς, για όλα τα αγαθά όσα ο Κύριος έκανε προς τον Δαβίδ τον δούλο του, και προς τον Ισραήλ τον λαό του.

1 Βασιλέων κεφάλαιο 9

1
ΚΑΙ αφού ο Σολομώντας τελείωσε να κτίζει τον οίκο τού Κυρίου, και τον οίκο τού βασιλιά, και όλα όσα ο Σολομώντας επιθυμούσε και ήθελε να κάνει,
2
ο Κύριος φάνηκε στον Σολομώντα μια δεύτερη φορά, όπως είχε φανεί σ' αυτόν στη Γαβαών.
3
Και ο Κύριος είπε σ' αυτόν: Άκουσα την προσευχή σου και τη δέησή σου, που δεήθηκες μπροστά μου. Αγίασα αυτόν τον οίκο, που έκτισες για να βάλω εκεί το όνομά μου στον αιώνα· και τα μάτια μου και η καρδιά μου θα είναι εκεί για πάντα.
4
Κι εσύ, αν περπατήσεις μπροστά μου, καθώς περπάτησε ο Δαβίδ ο πατέρας σου, με ακεραιότητα καρδιάς, και με ευθύτητα, ώστε να κάνεις σύμφωνα με όλα όσα σε πρόσταξα, να τηρείς τα διατάγματά μου και τις κρίσεις μου,
5
τότε, θα στερεώσω τον θρόνο τής βασιλείας σου επάνω στον Ισραήλ στον αιώνα, όπως υποσχέθηκα στον Δαβίδ τον πατέρα σου, λέγοντας: Δεν θα λείψει σε σένα άνδρας επάνω από τον θρόνο τού Ισραήλ.
6
Αν ποτέ στραφείτε από μένα, εσείς ή τα παιδιά σας, και δεν φυλάξετε τις εντολές μου, και τα διατάγματά μου, που έβαλα μπροστά σας, αλλά πάτε και λατρεύσετε άλλους θεούς, και τους προσκυνήσετε,
7
τότε θα εκριζώσω τον Ισραήλ από το πρόσωπο της γης, που τους έχω δώσει· κι αυτόν τον οίκο, που αγίασα για το όνομά μου, θα τον απορρίψω από το πρόσωπό μου· και ο Ισραήλ θα είναι σε παροιμία και εμπαιγμό, ανάμεσα σε όλους τούς λαούς.
8
Για τούτον όμως τον οίκο, που έγινε ψηλός, καθένας που διαβαίνει κοντά του θα μένει έκθαμβος, και θα βγάλει συριγμό· και θα λένε: Γιατί ο Κύριος έκανε έτσι σ' αυτή τη γη, και σ' αυτόν τον οίκο;
9
Και θα απαντούν: Επειδή, εγκατέλειψαν τον Κύριο τον Θεό τους, που έβγαλε τους πατέρες τους από τη γη τής Αιγύπτου, και προσκολλήθηκαν σε άλλους θεούς, και τους προσκύνησαν, και τους λάτρευσαν, γι' αυτό ο Κύριος έφερε επάνω τους ολόκληρο αυτό το κακό.
10
Και στο τέλος των 20 χρόνων, στα οποία ο Σολομώντας έκτισε τους δύο οίκους, τον οίκο τού Κυρίου, και το σπίτι τού βασιλιά,
11
(ο Χειράμ μάλιστα είχε βοηθήσει τον Σολομώντα με κέδρινα ξύλα, και με πεύκινα ξύλα, και με χρυσάφι, σύμφωνα με όλη την επιθυμία του), τότε ο βασιλιάς Σολομώντας έδωσε στον Χειράμ 20 πόλεις στη γη τής Γαλιλαίας.
12
Και ο Χειράμ βγήκε από την Τύρο για να δει τις πόλεις, που του έδωσε ο Σολομώντας· και δεν του άρεσαν.
13
Και είπε: Τι είναι αυτές οι πόλεις, που μου έδωσες, αδελφέ μου; Και τις αποκάλεσε Γη Καβούλ, μέχρι αυτή την ημέρα.
14
Και ο Χειράμ έστειλε στον βασιλιά 120 τάλαντα χρυσάφι.
15
Έτσι είναι βέβαια ο τρόπος τού φόρου, που ο βασιλιάς είχε επιβάλει, για να κτίσει τον οίκο τού Κυρίου, και το δικό του σπίτι, και τη Μιλλώ, και το περιτείχισμα της Ιερουσαλήμ, και την Ασώρ, και τη Μεγιδδώ, και τη Γεζέρ.
16
Επειδή, ο Φαραώ, ο βασιλιάς τής Αιγύπτου είχε ανέβει, και κυριεύσει τη Γεζέρ, και την είχε κατακάψει με φωτιά, και τους Χαναναίους, που κατοικούσαν στην πόλη, είχε φονεύσει, και την είχε δώσει δώρο στη θυγατέρα του, τη γυναίκα τού Σολομώντα.
17
Και ο Σολομώντας έκτισε τη Γεζέρ, και τη Βαιθ-ωρών την κατώτερη,
18
και τη Βααλάθ, και τη Θαδμώρ στην έρημο της γης,
19
και όλες τις πόλεις των αποθηκών, που ο Σολομώντας είχε και τις πόλεις των αμαξών, και τις πόλεις των καβαλάρηδων, και ό,τι ο Σολομώντας επιθύμησε να κτίσει στην Ιερουσαλήμ, και στον Λίβανο, και σε όλη τη γη τής δικής του επικράτειας.
20
Ολόκληρον, όμως, τον λαό που είχε απομείνει από τους Αμορραίους, τους Χετταίους, τους Φερεζαίους, τους Ευαίους, και τους Ιεβουσαίους, που δεν ήσαν από τους γιους Ισραήλ,
21
αλλά από τα παιδιά εκείνων που είχαν εναπομείνει στη γη, που οι γιοι Ισραήλ δεν μπόρεσαν να εξολοθρεύσουν, σ' αυτούς ο Σολομώντας επέβαλε φόρο μέχρι τη σημερινή ημέρα.
22
Και από τους γιους Ισραήλ ο Σολομώντας δεν έκανε δούλο κανέναν· επειδή, ήσαν άνδρες πολεμιστές, και υπηρέτες του, και μεγιστάνες του, και ταξίαρχοί του, και άρχοντες των αμαξών του και των καβαλάρηδών του.
23
Και οι αρχηγοί που επιστατούσαν στα έργα τού Σολομώντα, ήσαν 550, κι αυτοί που εξουσίαζαν επάνω στον λαό, που δούλευε στα έργα.
24
Και η θυγατέρα τού Φαραώ ανέβηκε από την πόλη τού Δαβίδ στο σπίτι της, που ο Σολομώντας είχε κκτίσει γι' αυτή· τότε, έκτισε τη Μιλλώ.
25
Και ο Σολομώντας πρόσφερνε ολοκαυτώματα και ειρηνικές προσφορές τρεις φορές τον χρόνο επάνω στο θυσιαστήριο, που είχε κτίσει στον Κύριο, και θυμίαζε επάνω σ' αυτό που υπήρχε μπροστά στον Κύριο· έτσι τελείωσε τον οίκο.
26
Και ο βασιλιάς Σολομώντας έκανε έναν στόλο στην Εσιών-γάβερ, που είναι κοντά στην Αιλώθ, στην άκρη τής Ερυθράς Θάλασσας, στη γη Εδώμ.
27
Και ο Χειράμ έστειλε στον στόλο από τους δούλους του έμπειρους ναύτες τής θάλασσας, μαζί με τους δούλους τού Σολομώντα.
28
Και ήρθαν στο Οφείρ, και πήραν από εκεί 420 τάλαντα χρυσάφι, και τα έφεραν στον βασιλιά Σολομώντα.

1 Βασιλέων κεφάλαιο 10

1
ΚΑΙ η βασίλισσα της Σεβά, καθώς άκουσε τη φήμη τού Σολομώντα για το όνομα του Κυρίου, ήρθε για να τον δοκιμάσει με αινίγματα.
2
Και ήρθε στην Ιερουσαλήμ με υπερβολικά μεγάλη συνοδεία, με καμήλες φορτωμένες αρώματα, και χρυσάφι υπερβολικά πολύ, και πολύτιμες πέτρες· και όταν ήρθε στον Σολομώντα, μίλησε μαζί του για όλα όσα είχε στην καρδιά της.
3
Και ο Σολομώντας εξήγησε σ' αυτήν όλα τα ερωτήματά της· και δεν στάθηκε τίποτε κρυμμένο από τον βασιλιά, που δεν της το εξήγησε.
4
Και η βασίλισσα της Σεβά βλέποντας τη σοφία τού Σολομώντα, και το σπίτι που είχε κτίσει,
5
και τα φαγητά τού τραπεζιού του, και τον τρόπο που κάθονταν οι δούλοι του, και τη στάση των υπουργών του, και το ντύσιμό τους, και τους οινοχόους του, και την ανάβασή του από την οποία ανέβαινε στον οίκο τού Κυρίου, έγινε έκθαμβη.
6
Και είπε στον βασιλιά: Αληθινός ήταν ο λόγος, που είχα ακούσει στη γη μου, για τα έργα σου, και για τη σοφία σου·
7
αλλά, δεν πίστευα στα λόγια, μέχρις ότου ήρθα, και τα μάτια μου είδαν· και να, δεν μου είχε αναγγελθεί ούτε το μισό· η σοφία σου και η ευημερία σου υπερβαίνουν τη φήμη που άκουσα·
8
μακάριοι οι άνδρες σου, μακάριοι αυτοί οι δούλοι σου, αυτοί που στέκονται πάντοτε μπροστά σου, αυτοί που ακούν τη σοφία σου·
9
ας είναι ο Κύριος ο Θεός σου ευλογημένος, που ευαρεστήθηκε σε σένα, για να σε βάλει επάνω στον θρόνο τού Ισραήλ! Επειδή, ο Κύριος αγάπησε τον Ισραήλ στον αιώνα, γι' αυτό σε έκανε βασιλιά, για να κάνεις κρίση και δικαιοσύνη.
10
Και έδωσε στον βασιλιά 120 τάλαντα χρυσάφι, και υπερβολικά πολλά αρώματα, και πέτρες πολύτιμες· δεν είχε έρθει πλέον τόση αφθονία αρωμάτων, όπως εκείνα που η βασίλισσα της Σεβά έδωσε στον βασιλιά Σολομώντα.
11
Κι ακόμα, ο στόλος τού Χειράμ, που έφερε το χρυσάφι από το Οφείρ, έφερε από το Οφείρ και ένα μεγάλο πλήθος από ξύλα αλμουγείμ, και πέτρες πολύτιμες.
12
Και ο βασιλιάς έκανε αναβάσεις στον οίκο τού Κυρίου, και στο σπίτι τού βασιλιά, και κιθάρες και ψαλτήρια για τους μουσικούς από ξύλα αλμουγείμ· τέτοια ξύλα αλμουγείμ δεν είχαν έρθει ούτε φανεί, μέχρι αυτή την ημέρα.
13
Και ο βασιλιάς Σολομώντας έδωσε στη βασίλισσα της Σεβά όλα όσα θέλησε, όσα ζήτησε, εκτός των όσων έδωσε σ' αυτήν από μόνος του ο βασιλιάς Σολομώντας. Και επέστρεψε στη γη της, αυτή και οι δούλοι της.
14
ΚΑΙ το βάρος τού χρυσαφιού, που ερχόταν στον Σολομώντα κάθε χρόνο, ήταν 666 τάλαντα χρυσάφι,
15
εκτός από εκείνο που συγκέντρωναν οι τελώνες, και από τις πραμάτειες των εμπόρων, και από όλους τούς βασιλιάδες τής Αραβίας, και από τους σατράπες τής γης.
16
Και ο βασιλιάς Σολομώντας έκανε 200 θυρεούς από σφυρηλατημένο χρυσάφι· 600 σίκλοι χρυσάφι ξοδεύονταν σε κάθε έναν θυρεό·
17
και 300 ασπίδες από χρυσάφι σφυρηλατημένο· τρεις μνες χρυσάφι ξοδεύονταν σε κάθε μία ασπίδα· και ο βασιλιάς τις έβαλε στο σπίτι τού δάσους τού Λιβάνου.
18
Ο βασιλιάς έκανε ακόμα έναν μεγάλον ελεφάντινο θρόνο, και τον σκέπασε με καθαρό χρυσάφι.
19
Είχε δε ο θρόνος έξι βαθμίδες, και η κορυφή τού θρόνου ήταν στρογγυλή από πίσω του, και είχε αγκώνες από το ένα και από το άλλο μέρος τής καθέδρας, και δύο λιοντάρια, που στέκονταν στα πλάγια των αγκώνων.
20
Κι επάνω στις έξι βαθμίδες, εκεί στέκονταν 12 λιοντάρια από την κάθε πλευρά. Παρόμοιο δεν είχε κατασκευαστεί σε κανένα βασίλειο.
21
Και όλα τα σκεύη τού ποτού τού βασιλιά Σολομώντα ήσαν από χρυσάφι, και όλα τα σκεύη τού σπιτιού τού δάσους τού Λιβάνου ήσαν από καθαρό χρυσάφι· κανένα από ασήμι· το ασήμι υπολογιζόταν για τίποτε στις ημέρες τού Σολομώντα.
22
Επειδή, ο βασιλιάς είχε στόλο στη θάλασσα της Θαρσείς μαζί με τον στόλο τού Χειράμ· μια φορά κάθε τρία χρόνια ερχόταν ο στόλος από τη Θαρσείς, φέρνοντας χρυσάφι και ασήμι, δόντια ελέφαντα, και πιθήκους, και παγώνια.
23
Και ο βασιλιάς Σολομώντας μεγαλύνθηκε περισσότερο από όλους τους βασιλιάδες της γης σε πλούτο και σε σοφία.
24
Και ολόκληρη η γη ζητούσε το πρόσωπο του Σολομώντα, για να ακούσουν τη σοφία του, που ο Θεός είχε δώσει στην καρδιά του.
25
Και κάθε ένας απ' αυτούς έφερναν το δώρο του, σκεύη ασημένια, και σκεύη χρυσαφένια, και στολές, και πανοπλίες, και αρώματα, άλογα, και μουλάρια, κάθε χρόνο.
26
Και ο Σολομώντας συγκέντρωσε άμαξες και καβαλάρηδες· και είχε 1.400 άμαξες, και 12.000 καβαλάρηδες, που έβαλε στις πόλεις των αμαξών, και κοντά στον βασιλιά στην Ιερουσαλήμ.
27
Και ο βασιλιάς έκανε στην Ιερουσαλήμ το ασήμι σαν πέτρες, και έκανε τους κέδρους όπως τις συκαμινιές στην πεδιάδα, εξαιτίας τής αφθονίας.
28
Και στον Σολομώντα γινόταν εξαγωγή αλόγων και λινού νήματος από την Αίγυπτο· το μεν νήμα έπαιρναν οι έμποροι του βασιλιά σε ορισμένη τιμή.
29
Και κάθε μία άμαξα ανέβαινε και έβγαινε από την Αίγυπτο για 600 ασημένιους σίκλους, και κάθε ένα άλογο για 150· και γινόταν έτσι για όλους τούς βασιλιάδες των Χετταίων, και για τους βασιλιάδες τής Συρίας, η εξαγωγή γινόταν διαμέσου αυτών.

1 Βασιλέων κεφάλαιο 11

1
ΚΑΙ ο βασιλιάς Σολομώντας, εκτός από τη θυγατέρα τού Φαραώ, αγάπησε πολλές ξένες γυναίκες: Μωαβίτισσες, Αμμωνίτισσες, Ιδουμαίες, Σιδώνιες, Χετταίες·
2
και από τα έθνη, για τα οποία ο Κύριος είχε πει προς τους γιους Ισραήλ: Δεν θα μπείτε μέσα σ' αυτά ούτε αυτά θα μπουν μέσα σε σας, μήπως και ξεκλίνουν τις καρδιές σας πίσω από τους θεούς τους· σ' αυτά ο Σολομώντας προσκολλήθηκε με έρωτα.
3
Και είχε 700 γυναίκες βασίλισσες και 300 παλλακές· και οι γυναίκες του ξέκλιναν την καρδιά του.
4
Επειδή, όταν ο Σολομώντας γέρασε, οι γυναίκες του ξέκλιναν την καρδιά του πίσω από άλλους θεούς· και η καρδιά του δεν ήταν τέλεια με τον Κύριο τον Θεό του, όπως η καρδιά τού Δαβίδ τού πατέρα του.
5
Και ο Σολομώντας πορεύτηκε πίσω από την Αστάρτη, τη θεά των Σιδωνίων, και πίσω από τον Μελχώμ, το βδέλυγμα των Αμμωνιτών.
6
Και ο Σολομώντας έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, και δεν πορεύτηκε ολοκληρωτικά πίσω από τον Κύριο, όπως ο πατέρας του, ο Δαβίδ.
7
Τότε, ο Σολομώντας έκτισε έναν ψηλό τόπο στον Χεμώς, το βδέλυγμα του Μωάβ, στο βουνό απέναντι από την Ιερουσαλήμ, και στον Μολόχ, το βδέλυγμα των γιων Αμμών.
8
Και έτσι έκανε για όλες τις ξένες γυναίκες του, που θυμίαζαν και θυσίαζαν στους θεούς τους.
9
Και ο Κύριος οργίστηκε ενάντια στον Σολομώντα, επειδή η καρδιά του παρεξέκλινε από τον Κύριο τον Θεό του Ισραήλ, που του είχε φανερωθεί δύο φορές,
10
και τον είχε προστάξει γι' αυτό το πράγμα, να μη πάει πίσω από άλλους θεούς· όμως, δεν φύλαξε εκείνο, που τον είχε προστάξει ο Κύριος.
11
Γι' αυτό, ο Κύριος είπε στον Σολομώντα: Επειδή, αυτό το πράγμα βρέθηκε σε σένα, και δεν φύλαξες τη διαθήκη μου και τα διατάγματά μου, που είχα προστάξει σε σένα, θα διασπάσω τη βασιλεία σου, οπωσδήποτε, και θα τη δώσω στον δούλο σου·
12
όμως, δεν θα το κάνω αυτό στις ημέρες σου, χάρη τού Δαβίδ, του πατέρα σου· από το χέρι τού γιου σου θα τη διασπάσω·
13
όμως, δεν θα διασπάσω ολόκληρη τη βασιλεία σου· μία φυλή θα δώσω στον γιο σου, χάρη τού Δαβίδ, του δούλου μου, και χάρη τής Ιερουσαλήμ, που έχω εκλέξει.
14
Και ο Κύριος σήκωσε έναν αντίπαλο στον Σολομώντα, τον Αδάδ τον Ιδουμαίο· αυτός καταγόταν από το σπέρμα των βασιλιάδων της Ιδουμαίας.
15
Επειδή, όταν ήταν στην Ιδουμαία ο Δαβίδ, και ο Ιωάβ ο αρχιστράτηγος είχε ανέβει να θάψει εκείνους που είχαν θανατωθεί, και πάταξε κάθε αρσενικό στην Ιδουμαία,
16
(δεδομένου ότι, ο Ιωάβ είχε καθήσει εκεί έξι μήνες, μαζί με ολόκληρο τον Ισραήλ, μέχρις ότου εξολόθρευσε κάθε αρσενικό από την Ιδουμαία),
17
τότε, ο Αδάδ είχε φύγει, αυτός και μαζί του μερικοί Ιδουμαίοι από τους δούλους τού πατέρα του, για να πάνε στην Αίγυπτο· και τότε ο Αδάδ ήταν μικρό παιδί.
18
Και σηκώθηκαν από τη Μαδιάμ, και ήρθαν στη Φαράν· και πήραν μαζί τους άνδρες από τη Φαράν, και ήρθαν στην Αίγυπτο, στον Φαραώ, τον βασιλιά τής Αιγύπτου· που του έδωσε σπίτι, και διέταξε γι' αυτόν τροφές, και έδωσε σ' αυτόν γη.
19
Και ο Αδάδ βρήκε μεγάλη χάρη μπροστά στον Φαραώ, ώστε του έδωσε ως γυναίκα την αδελφή τής γυναίκας του, την αδελφή τής βασίλισσας Ταχπενές.
20
Και η αδελφή τής Ταχπενές γέννησε σ' αυτόν τον Γενουβάθ, τον γιο του, που η Ταχπενές απογαλάκτισε μέσα στο παλάτι τού Φαραώ· και ο Γενουβάθ ήταν μέσα στο παλάτι τού Φαραώ, ανάμεσα στους γιους τού Φαραώ.
21
Και όταν ο Αδάδ, στην Αίγυπτο, άκουσε ότι κοιμήθηκε ο Δαβίδ μαζί με τους πατέρες του, και ότι πέθανε ο Ιωάβ ο αρχιστράτηγος, ο Αδάδ είπε στον Φαραώ: Στείλε με, για να φύγω στη γη μου.
22
Και ο Φαραώ τού είπε: Μα, τι σου λείπει κοντά μου; Και δες, εσύ ζητάς να φύγεις στη γη σου; Κι απάντησε: Τίποτε, αλλά, στείλε με, παρακαλώ.
23
Και ο Θεός σήκωσε και άλλον αντίπαλο, τον Ρεζών, τον γιο τού Ελιαδά, που είχε φύγει από τον κύριό του τον Αδαδέζερ, τον βασιλιά τής Σωβά·
24
και αφού συγκέντρωσε κοντά του άνδρες, έγινε αρχηγός συμμορίας, όταν ο Δαβίδ είχε πατάξει εκείνους από τη Σωβά· και πήγαν στη Δαμασκό, και κατοίκησαν εκεί, και βασίλευσαν στη Δαμασκό·
25
και ήταν αντίπαλος του Ισραήλ όλες τις ημέρες τού Σολομώντα, εκτός από τα κακά που είχε κάνει ο Αδάδ· και επηρέαζε τον Ισραήλ, βασιλεύοντας επάνω στη Συρία.
26
Και ο Ιεροβοάμ, ο γιος τού Ναβάτ, ο Εφραθαίος από τη Σαρηδά, δούλος τού Σολομώντα, που η μητέρα του ονομαζόταν Σερουά, μια χήρα γυναίκα, κι αυτός σήκωσε χέρι ενάντια στον βασιλιά.
27
Και ήταν αυτή η αιτία, για την οποία σήκωσε χέρι ενάντια στον βασιλιά· ο Σολομώντας έκτιζε τη Μιλλώ, και έκλεινε το χάλασμα της πόλης τού Δαβίδ τού πατέρα του·
28
και ο άνθρωπος ο Ιεροβοάμ ήταν ισχυρός με δύναμη· και ο Σολομώντας είδε τον νέο ότι ήταν φίλεργος, και τον έκανε επιστάτη σε όλα τα φορτία τής οικογένειας του Ιωσήφ.
29
Και κατά τον καιρό εκείνο, όταν ο Ιεροβοάμ βγήκε από την Ιερουσαλήμ, τον βρήκε καθ' οδόν ο προφήτης Αχιά ο Σηλωνίτης, ντυμένος με ένα καινούργιο ιμάτιο· και οι δυο τους ήσαν μόνοι στην πεδιάδα.
30
Και ο Αχιά έπιασε το καινούργιο ιμάτιο που φορούσε, και το έσχισε σε 12 κομμάτια·
31
και είπε στον Ιεροβοάμ: Πάρε για τον εαυτό σου δέκα κομμάτια· επειδή, έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ: Δες, θα διασπάσω τη βασιλεία από το χέρι τού Σολομώντα, και θα δώσω σε σένα δέκα φυλές·
32
(θα μένει σ' αυτόν, όμως, μία φυλή, χάρη τού δούλου μου, του Δαβίδ, και χάρη τής Ιερουσαλήμ, που έχω εκλέξει από όλες τις φυλές τού Ισραήλ)·
33
επειδή, με εγκατέλειψαν, και λάτρευσαν την Αστάρτη, τη θεά των Σιδωνίων, τον Χεμώς, τον θεό των Μωαβιτών, και τον Μελχώμ, τον θεό των γιων Αμμών· δεν περπάτησαν στους δρόμους μου, για να κάνουν το ευθύ μπροστά μου, και να τηρούν τα διατάγματά μου και τις κρίσεις μου, όπως ο Δαβίδ ο πατέρας του·
34
δεν θα πάρω, όμως, ολόκληρη τη βασιλεία του από το χέρι του, αλλά θα τον διατηρήσω ηγεμόνα όλες τις ημέρες τής ζωής του· χάρη τού Δαβίδ τού δούλου μου, που τον έκλεξα, επειδή, τηρούσε τις εντολές μου και τα διατάγματά μου·
35
όμως, θα πάρω τη βασιλεία από το χέρι τού γιου του, και θα τη δώσω σε σένα, τις δέκα φυλές·
36
στον γιο του, όμως, θα δώσω μία φυλή, για να έχει ο δούλος μου ο Δαβίδ ως λύχνον μπροστά μου πάντοτε στην Ιερουσαλήμ, στην πόλη που έχω εκλέξει για τον εαυτό μου για να βάλω εκεί το όνομά μου·
37
και θα σε πάρω, και θα βασιλεύσεις σύμφωνα με όλα όσα επιθυμεί η ψυχή σου, και θα είσαι βασιλιάς στον Ισραήλ·
38
και αν εισακούσεις σε όλα όσα σε προστάζω, και περπατάς στους δρόμους μου, και κάνεις το ευθύ μπροστά μου, φυλάττοντας τα διατάγματά μου και τις εντολές μου, όπως έκανε ο Δαβίδ, ο δούλος μου, τότε θα είμαι μαζί σου, και θα κτίσω σε σένα ασφαλές σπίτι, όπως έκτισα στον Δαβίδ, και θα δώσω σε σένα τον Ισραήλ·
39
και θα κακουχήσω το σπέρμα τού Δαβίδ γι' αυτό, όμως όχι για πάντα.
40
Γι' αυτό, ο Σολομώντας ζήτησε να θανατώσει τον Ιεροβοάμ. Και ο Ιεροβοάμ, αφού σηκώθηκε, έφυγε στην Αίγυπτο, προς τον Σισάκ, τον βασιλιά τής Αιγύπτου, και ήταν στην Αίγυπτο μέχρις ότου πέθανε ο Σολομώντας.
41
ΚΑΙ οι υπόλοιπες πράξεις τού Σολομώντα, και όλα όσα έκανε, και η σοφία του, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των πράξεων του Σολομώντα;
42
Και οι ημέρες όσες ο Σολομώντας βασίλευσε στην Ιερουσαλήμ σε ολόκληρο τον Ισραήλ, ήσαν 40 χρόνια.
43
Και ο Σολομώντας κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και θάφτηκε στην πόλη Δαβίδ τού πατέρα του· και αντ' αυτού βασίλευσε ο γιος του, ο Ροβοάμ.

1 Βασιλέων κεφάλαιο 12

1
ΚΑΙ ο Ροβοάμ πήγε στη Συχέμ· επειδή, στη Συχέμ ερχόταν ολόκληρος ο Ισραήλ για να τον κάνει βασιλιά.
2
Και καθώς το άκουσε αυτό ο Ιεροβοάμ, ο γιος τού Ναβάτ, που ήταν ακόμα στην Αίγυπτο, όπου είχε φύγει μπροστά από τον βασιλιά Σολομώντα, ο Ιεροβοάμ έμεινε ακόμα στην Αίγυπτο·
3
έστειλαν, όμως, και τον κάλεσαν. Τότε, ο Ιεροβοάμ ήρθε και ολόκληρη η συναγωγή τού Ισραήλ, και μίλησαν στον Ροβοάμ, λέγοντας:
4
Ο πατέρας σου σκλήρυνε τον ζυγό μας· τώρα, λοιπόν, τη σκληρή δουλεία τού πατέρα σου, και τον βαρύ ζυγό του, που επέβαλε επάνω μας, ελάφρυνέ τον εσύ, και θα σε δουλεύουμε.
5
Κι εκείνος τούς είπε: Αναχωρήστε μέχρι τρεις ημέρες· έπειτα, επιστρέψτε σε μένα. Και ο λαός αναχώρησε.
6
Και ο βασιλιάς Ροβοάμ συμβουλεύτηκε τους πρεσβύτερους, που παραστέκονταν μπροστά στον Σολομώντα, τον πατέρα του, ενώ ακόμα ζούσε, λέγοντας: Τι με συμβουλεύετε εσείς να απαντήσω σε τούτο τον λαό;
7
Και του μίλησαν, λέγοντας: Αν γίνεις σήμερα δούλος σε τούτο τον λαό, και τους δουλέψεις, και τους απαντήσεις, και τους μιλήσεις λόγια αγαθά, τότε θα είναι για πάντα δούλοι σου.
8
Όμως, απέρριψε τη συμβουλή των πρεσβυτέρων, που του έδωσαν, και συμβουλεύτηκε τους νέους, που συναναστράφηκαν μαζί του, οι οποίοι παραστέκονταν μπροστά του.
9
Και τους είπε: Τι με συμβουλεύετε εσείς να απαντήσουμε σε τούτο τον λαό, που μίλησε σε μένα, λέγοντας: Ελάφρυνε τον ζυγό, που ο πατέρας σου επέβαλε επάνω μας;
10
Και οι νέοι, που συναναστράφηκαν μαζί του, του μίλησαν, λέγοντας: Έτσι θα μιλήσεις σε τούτο τον λαό, που σου μίλησε, λέγοντας: Ο πατέρας σου βάρυνε τον ζυγό μας, αλλά εσύ ελάφρυνέ τον σε μας· έτσι θα τους μιλήσεις: Το μικρό μου δάχτυλο θα είναι παχύτερο από την οσφύ τού πατέρα μου·
11
τώρα, λοιπόν, ο μεν πατέρας μου σας επιφόρτισε με βαρύ ζυγό, εγώ όμως θα κάνω τον ζυγό σας βαρύτερον· ο πατέρας μου σας παίδευσε με μαστίγια, εγώ θα σας παιδεύσω με σκορπιούς.
12
Και ο Ιεροβοάμ και ολόκληρος ο λαός ήρθε στον Ροβοάμ την τρίτη ημέρα, όπως είχε μιλήσει ο βασιλιάς, λέγοντας: Επανέλθετε σε μένα την τρίτη ημέρα.
13
Και ο βασιλιάς απάντησε στον λαό σκληρά, και εγκατέλειψε τη συμβουλή των πρεσβυτέρων, που του είχαν δώσει·
14
και τους μίλησε σύμφωνα με τη συμβουλή των νέων, λέγοντας: Ο πατέρας μου βάρυνε τον ζυγό σας, αλλ' εγώ θα κάνω τον ζυγό σας βαρύτερον· ο πατέρας μου σας παίδευσε με μαστίγια, αλλ' εγώ θα σας παιδεύσω με σκορπιούς.
15
Και ο βασιλιάς δεν εισάκουσε τον λαό· επειδή, το πράγμα έγινε από τον Κύριο, για να εκτελέσει τον λόγο του, που ο Κύριος είχε μιλήσει στον Ιεροβοάμ, τον γιο τού Ναβάτ, διαμέσου τού Αχιά τού Σηλωνίτη.
16
Και βλέποντας ολόκληρος ο λαός ότι ο βασιλιάς δεν τους εισάκουσε, ο λαός απάντησε στον βασιλιά, λέγοντας: Ποιο μέρος έχουμε εμείς με τον Δαβίδ; Καμιά κληρονομιά δεν έχουμε με τον γιο τού Ιεσσαί· στις σκηνές σου, Ισραήλ· τώρα, Δαβίδ, πρόβλεψε για τον οίκο σου. Και ο Ισραήλ αναχώρησε στις σκηνές του.
17
Και για τους γιους Ισραήλ, εκείνους που κατοικούσαν στις πόλεις του Ιούδα, ο Ροβοάμ βασίλευσε επάνω τους.
18
Και ο βασιλιάς Ροβοάμ έστειλε τον Αδωράμ, που ήταν για τους φόρους· και ολόκληρος ο Ισραήλ τον λιθοβόλησε με πέτρες, και πέθανε. Γι' αυτό, ο βασιλιάς Ροβοάμ βιάστηκε να ανέβει στην άμαξα, για να φύγει στην Ιερουσαλήμ.
19
Έτσι αποστάτησε ο Ισραήλ από την οικογένεια του Δαβίδ μέχρι τη σημερινή ημέρα.
20
Και καθώς ολόκληρος ο οίκος του Ισραήλ άκουσε ότι ο Ιεροβοάμ επέστρεψε, έστειλαν και τον κάλεσαν στη συναγωγή, και τον έκαναν βασιλιά επάνω σε ολόκληρο τον Ισραήλ· τον οίκο τού Δαβίδ δεν ακολούθησε, παρά η φυλή τού Ιούδα, μόνη.
21
Και καθώς ο Ροβοάμ ήρθε στην Ιερουσαλήμ, συγκέντρωσε ολόκληρο τον οίκο τού Ιούδα, και τη φυλή τού Βενιαμίν, 180.000 εκλεκτούς πολεμιστές, για να πολεμήσουν ενάντια στον οίκο τού Ισραήλ, για να ξαναφέρουν τη βασιλεία στον Ροβοάμ, τον γιο τού Σολομώντα.
22
Έγινε, όμως, λόγος τού Θεού στον Σεμαϊα, έναν άνθρωπο του Θεού, λέγοντας:
23
Μίλησε στον Ροβοάμ, τον γιο τού Σολομώντα, τον βασιλιά τού Ιούδα, και σε ολόκληρο τον οίκο τού Ιούδα και του Βενιαμίν, και στο υπόλοιπο του λαού, λέγοντας:
24
Έτσι λέει ο Κύριος: Δεν θα ανεβείτε ούτε θα πολεμήσετε ενάντια στους αδελφούς σας, τους γιους Ισραήλ· επιστρέψτε κάθε ένας στο σπίτι του· επειδή, από μένα έγινε τούτο το πράγμα. Και υπάκουσαν στον λόγο τού Κυρίου, και επέστρεψαν να πάνε, σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου.
25
ΤΟΤΕ, ο Ιεροβοάμ έκτισε τη Συχέμ επάνω στο βουνό Εφραϊμ, και κατοίκησε σ' αυτή· έπειτα, βγήκε από εκεί, και έκτισε τη Φανουήλ.
26
Και ο Ιεροβοάμ είπε στην καρδιά του: Τώρα, η βασιλεία θα επιστρέψει στον οίκο τού Δαβίδ·
27
αν αυτός ο λαός ανέβει για να προσφέρει θυσίες στον οίκο τού Κυρίου στην Ιερουσαλήμ, τότε η καρδιά αυτού τού λαού θα επιστρέψει στον κύριό του, τον Ροβοάμ, τον βασιλιά τού Ιούδα, και θα με θανατώσουν, και θα επιστρέψουν στον Ροβοάμ, τον βασιλιά τού Ιούδα.
28
Ο βασιλιάς πήρε, λοιπόν, απόφαση, και έκανε δύο χρυσά μοσχάρια, και τους είπε: Φτάνει σε σας να ανεβαίνετε στην Ιερουσαλήμ· να, οι θεοί σου, Ισραήλ, που σε ανέβασαν από την Αίγυπτο.
29
Και έβαλε το ένα στη Βαιθήλ, και το άλλο το έβαλε στη Δαν.
30
Και το πράγμα αυτό έγινε αιτία αμαρτίας· επειδή, ο λαός πορευόταν μέχρι τη Δαν, για να προσκυνάει μπροστά στο ένα.
31
Και έκανε οίκους επάνω στους ψηλούς τόπους, και έκανε ιερείς από τους τελευταίους τού λαού, που δεν ήσαν από τους γιους τού Λευί.
32
Και ο Ιεροβοάμ έκανε μια γιορτή στον όγδοο μήνα, τη 15η ημέρα τού μήνα, σαν τη γιορτή τού Ιούδα, και ανέβηκε επάνω στο θυσιαστήριο. Έτσι έκανε στη Βαιθήλ, θυσιάζοντας στα μοσχάρια που είχε κάνει· και εγκατέστησε στη Βαιθήλ τους ιερείς των ψηλών τόπων, που είχε κάνει.
33
Και ανέβηκε επάνω στο θυσιαστήριο, που είχε κάνει στη Βαιθήλ, τη 15η ημέρα τού όγδοου μήνα, τον μήνα που είχε εφεύρει από την καρδιά του· και έκανε γιορτή στους γιους τού Ισραήλ, και ανέβηκε επάνω στο θυσιαστήριο, για να θυμιάσει.