Slide One

Λιγες στιγμες με την αγια γραφη

Slide One
Slide Two

Καινη Διαθηκη online

Slide Two
Slide Three
Slide Three
previous arrow
next arrow
Click to Subscribe
Σχέδιο μελέτης
Έκδοση
Μέρα 13 Μέρα 14Μέρα 15

1 Βασιλέων κεφάλαιο 17

1
ΚΑΙ ο Ηλίας ο Θεσβίτης, αυτός από τους κατοίκους τής Γαλαάδ, είπε στον Αχαάβ: Ζει ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ, μπροστά στον οποίο στέκομαι, αυτά τα χρόνια δεν θα υπάρχει δρόσος και βροχή, παρά μονάχα με τον λόγο τού στόματός μου.
2
Και ο λόγος τού Κυρίου ήρθε σ' αυτόν, λέγοντας:
3
Αναχώρησε από εδώ, και στρέψε ανατολικά, και κρύψου κοντά στον χείμαρρο Χερίθ, που είναι απέναντι από τον Ιορδάνη·
4
και θα πίνεις από τον χείμαρρο · πρόσταξα δε τους κόρακες, να σε τρέφουν εκεί.
5
Και πήγε, και έκανε σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου· επειδή, πήγε και κάθησε κοντά στον χείμαρρο Χερίθ, που είναι απέναντι από τον Ιορδάνη.
6
Και οι κόρακες του έφερναν ψωμί και κρέας το πρωί, και ψωμί και κρέας την εσπέρα· και έπινε νερό από τον χείμαρρο.
7
Και μετά από μερικές ημέρες ο χείμαρρος Χερίθ ξεράθηκε, επειδή δεν έγινε βροχή επάνω στη γη.
8
Και ήρθε σ' αυτόν ο λόγος τού Κυρίου, λέγοντας:
9
Αφού σηκωθείς, πήγαινε στα Σαρεπτά τής Σιδώνας, και κάθησε εκεί· δες, έχω προστάξει εκεί μια χήρα γυναίκα να σε τρέφει.
10
Και αφού σηκώθηκε, πήγε στα Σαρεπτά. Και καθώς ήρθε στην πύλη τής πόλης, να, ήταν εκεί μια χήρα που μάζευε ξυλαράκια· και της φώναξε, και είπε: Φέρε μου, παρακαλώ, σε δοχείο λίγο νερό να πιω.
11
Κι ενώ πήγε για να φέρει, της φώναξε, και είπε: Φέρε μου, παρακαλώ, και ένα κομμάτι ψωμί στο χέρι σου.
12
Κι εκείνη είπε: Ζει ο Κύριος ο Θεός σου, δεν έχω ψωμί, αλλά μόνον μια χεριά αλεύρι στο πιθάρι, και λίγο λάδι στο ρωγί· και δες , μαζεύω δύο ξυλαράκια, για να πάω και να το φτιάξω για τον εαυτό μου, και για τον γιο μου, και να το φάμε, και να πεθάνουμε.
13
Και ο Ηλίας τής είπε: Μη φοβάσαι· πήγαινε, κάνε όπως είπες· αλλά, απ' αυτό κάνε πρώτα σε μένα μια μικρή πίτα, και φέρ' την σε μένα, και έπειτα κάνε για τον εαυτό σου, και για τον γιο σου·
14
επειδή, έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ: Το πιθάρι με το αλεύρι δεν θα αδειάσει ούτε το ρωγί με το λάδι θα ελαττωθεί, μέχρι την ημέρα κατά την οποία ο Κύριος θα δώσει βροχή επάνω στο πρόσωπο της γης.
15
Κι εκείνη πήγε, και έκανε σύμφωνα με τον λόγο του Ηλία· και έτρωγε, αυτή, κι αυτός, και η οικογένειά της, πολλές ημέρες·
16
το πιθάρι με το αλεύρι δεν άδειασε ούτε το ρωγί με το λάδι ελαττώθηκε, σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου, που μίλησε διαμέσου τού Ηλία.
17
Και μετά από τα πράγματα αυτά, αρρώστησε ο γιος τής γυναίκας, της κυρίας τού σπιτιού· και η αρρώστια του ήταν υπερβολικά δυνατή, μέχρις ότου δεν έμεινε μέσα του πνοή.
18
Και είπε στον Ηλία: Τι έχεις μαζί μου, άνθρωπε του Θεού; Ήρθες σε μένα για να φέρεις σε ενθύμηση τις ανομίες μου, και να θανατώσεις τον γιο μου;
19
Κι εκείνος τής είπε: Δώσε μου τον γιο σου. Και τον πήρε από τον κόρφο της, και τον ανέβασε στο υπερώο, όπου αυτός καθόταν, και τον πλάγιασε επάνω στο κρεβάτι του.
20
Και αναβόησε στον Κύριο, και είπε: Κύριε, Θεέ μου! Έφερες κακό κι επάνω στη χήρα, κοντά στην οποία παροικώ, ώστε να θανατώσεις τον γιο της;
21
Και ξάπλωσε τρεις φορές επάνω στο παιδάκι, και αναβόησε στον Κύριο, και είπε: Κύριε, Θεέ μου, ας επανέλθει, παρακαλώ, στο παιδάκι αυτό, η ψυχή μέσα του.
22
Και ο Κύριος εισάκουσε τη φωνή τού Ηλία· και στο παιδάκι επανήλθε μέσα του η ψυχή, και ανέζησε.
23
Και ο Ηλίας πήρε το παιδάκι, και το κατέβασε από το υπερώο στο σπίτι, και το έδωσε στη μητέρα του. Και ο Ηλίας είπε: Δες, ο γιος σου ζει.
24
Και η γυναίκα είπε στον Ηλία: Τώρα γνωρίζω απ' αυτό ότι είσαι άνθρωπος του Θεού, και ο λόγος τού Κυρίου στο στόμα σου είναι αλήθεια.

1 Βασιλέων κεφάλαιο 18

1
ΚΑΙ ύστερα από πολλές ημέρες, ο λόγος τού Κυρίου ήρθε στον Ηλία κατά τον τρίτο χρόνο, λέγοντας: Πήγαινε, και φανερώσου στον Αχαάβ· και θα δώσω βροχή επάνω στο πρόσωπο της γης.
2
Και ο Ηλίας πήγε να φανερωθεί στον Αχαάβ.Η πείνα μάλιστα γινόταν βαριά στη Σαμάρεια.
3
Και ο Αχαάβ κάλεσε τον Οβαδία τον οικονόμο. (Και ο Οβαδία φοβόταν υπερβολικά τον Κύριο·
4
επειδή, όταν η Ιεζάβελ εξολόθρευε τους προφήτες τού Κυρίου, ο Οβαδία είχε πάρει 100 προφήτες, και τους έκρυψε σε σπηλιά ανά 50, και τους έτρεφε εκεί με ψωμί και νερό).
5
Και ο Αχαάβ είπε στον Οβαδία: Να περιέλθεις στη γη, σε όλες τις πηγές των νερών, και σε όλους τους χειμάρρους· ίσως βρούμε χορτάρι, για να σώσουμε τη ζωή των αλόγων και των μουλαριών, και να μη στερηθούμε τα κτήνη.
6
Χώρισαν, λοιπόν, τη γη για τον εαυτό τους, για να τη διαπεράσουν· ο μεν Αχαάβ αναχώρησε από έναν δρόμο, ολομόναχος, ο δε Οβαδία αναχώρησε από άλλον δρόμο, ολομόναχος.
7
Και ενώ ο Οβαδία βρισκόταν καθ' οδόν, να, τον συνάντησε ο Ηλίας· και εκείνος τον γνώρισε, και έπεσε μπρούμυτα και είπε: Εσύ είσαι, κύριέ μου Ηλία;
8
Κι εκείνος τού είπε: Εγώ· πήγαινε, πες στον κύριό σου: Να, ο Ηλίας.
9
Κι εκείνος είπε: Τι αμάρτησα, ώστε θέλεις να παραδώσεις τον δούλο σου στο χέρι τού Αχαάβ, για να με θανατώσει;
10
Ζει ο Κύριος ο Θεός σου, δεν υπάρχει έθνος ή βασίλειο, όπου ο κύριός μου δεν έχει στείλει να σε αναζητούν· και όταν έλεγαν: Δεν είναι, αυτός όρκιζε το βασίλειο και το έθνος, ότι δεν σε βρήκαν.
11
Και τώρα εσύ λες: Πήγαινε, πες στον κύριό σου: Να, ο Ηλίας.
12
Και καθώς εγώ αναχωρήσω από σένα, το Πνεύμα τού Κυρίου θα σε φέρει όπου δεν ξέρω· και όταν πάω και αναγγείλω στον Αχαάβ, και δεν σε βρει, θα με θανατώσει. Αλλά, ο δούλος σου φοβούμαι τον Κύριο από τη νιότη μου.
13
Δεν αναγγέλθηκε στον κύριό μου τι έκανα, όταν η Ιεζάβελ θανάτωνε τους προφήτες τού Κυρίου, με ποιον τρόπο είχα κρύψει 100 άνδρες από τους προφήτες του Κυρίου, σε σπηλιά ανά 50, και τους διέθρεψα με ψωμί και νερό;
14
Και τώρα εσύ λες: Πήγαινε, πες στον κύριό σου: Να, ο Ηλίας· αλλ' αυτός θα με θανατώσει.
15
Και ο Ηλίας είπε: Ζει ο Κύριος των δυνάμεων, μπροστά στον οποίο παραστέκομαι ότι, σήμερα θα εμφανιστώ σ' αυτόν.
16
Πήγε, λοιπόν, ο Οβαδία σε συνάντηση του Αχαάβ, και του το ανήγγειλε. Και ο Αχαάβ πήγε σε συνάντηση του Ηλία.
17
Και καθώς ο Αχαάβ είδε τον Ηλία, ο Αχαάβ είπε σ' αυτόν: Εσύ είσαι αυτός που διαταράζεις τον Ισραήλ;
18
Κι εκείνος είπε: Δεν διαταράζω εγώ τον Ισραήλ, αλλ' εσύ, και η οικογένεια του πατέρα σου· επειδή, εσείς εγκαταλείψατε τις εντολές τού Κυρίου, και πήγες πίσω από τους Βααλείμ·
19
τώρα, λοιπόν, στείλε, συγκέντρωσέ μου ολόκληρο τον Ισραήλ στο βουνό τον Κάρμηλο, και τους 450 προφήτες τού Βάαλ, και τους 400 προφήτες των αλσών, που τρώνε στο τραπέζι τής Ιεζάβελ.
20
Και ο Αχαάβ έστειλε σε όλους του γιους Ισραήλ, και συγκέντρωσε τους προφήτες στο βουνό τον Κάρμηλο.
21
Και ο Ηλίας πλησίασε σε ολόκληρο τον λαό, και είπε: Μέχρι πότε χωλαίνετε ανάμεσα σε δύο φρονήματα; Αν ο Κύριος είναι Θεός, ακολουθείτε αυτόν· αλλ' αν ο Βάαλ, ακολουθείτε τούτον. Και ο λαός δεν του απάντησε ούτε έναν λόγο.
22
Τότε, ο Ηλίας είπε στον λαό: Εγώ μόνος απέμεινα προφήτης τού Κυρίου· ενώ οι προφήτες τού Βάαλ είναι 450 άνδρες·
23
ας μας δώσουν, λοιπόν, δύο μοσχάρια· και ας διαλέξουν για τον εαυτό τους το ένα μοσχάρι, και ας το διαμελίσουν, και ας το βάλουν επάνω σε ξύλα, φωτιά όμως ας μη βάλουν· κι εγώ θα ετοιμάσω το άλλο μοσχάρι, και θα το βάλω επάνω σε ξύλα, και φωτιά δεν θα βάλω·
24
και να επικαλεστείτε το όνομα των θεών σας, κι εγώ θα επικαλεσθώ το όνομα του Κυρίου· και ο Θεός, που θα εισακούσει με φωτιά, αυτός ας είναι ο Θεός.Και απαντώντας ολόκληρος ο λαός, είπε: Καλός είναι ο λόγος.
25
Και ο Ηλίας είπε στους προφήτες τού Βάαλ: Διαλέξτε για τον εαυτό σας το ένα μοσχάρι, και ετοιμάστε το πρώτοι· επειδή, είστε πολλοί· και επικαλεσθείτε το όνομα των θεών σας, φωτιά όμως μη βάλετε.
26
Και πήραν το μοσχάρι που τους δόθηκε, και το ετοίμασαν, και επικαλούνταν το όνομα του Βάαλ από το πρωί μέχρι το μεσημέρι, λέγοντας: Εισάκουσέ μας, Βάαλ· και δεν υπήρξε φωνή, και δεν υπήρξε ακρόαση· και πηδούσαν γύρω από το θυσιαστήριο, που είχαν κτίσει.
27
Και κατά το μεσημέρι, ο Ηλίας περιπαίζοντάς τους, έλεγε: Να τον επικαλείστε με δυνατή φωνή· επειδή, θεός είναι· ή έχει συνομιλία ή έχει ασχολία ή είναι σε οδοιπορία ή ίσως και να κοιμάται, και θα ξυπνήσει.
28
Και επικαλούνταν με μεγάλη φωνή, και κατέκοβαν το σώμα τους, σύμφωνα με τη συνήθειά τους, με μαχαίρια και με λόγχες, μέχρις ότου ξεχύθηκε επάνω τους αίμα.
29
Και αφού πέρασε το μεσημέρι, κι αυτοί προφήτευαν μέχρι την ώρα τής προσφοράς, και δεν υπήρξε φωνή, και δεν υπήρξε ακρόαση, και δεν υπήρξε προσοχή,
30
τότε, ο Ηλίας είπε σε ολόκληρο τον λαό: Πλησιάστε σε μένα. Και ολόκληρος ο λαός πλησίασε σ' αυτόν. Και επιδιόρθωσε το θυσιαστήριο του Κυρίου, το γκρεμισμένο.
31
Και ο Ηλίας πήρε 12 πέτρες, σύμφωνα με τον αριθμό των φυλών των γιων τού Ιακώβ, προς τον οποίο είχε έρθει ο λόγος τού Κυρίου, λέγοντας: Το όνομά σου θα είναι Ισραήλ·
32
και έκτισε τις πέτρες σε θυσιαστήριο στο όνομα του Κυρίου· και έκανε ένα αυλάκι γύρω από το θυσιαστήριο, που χωρούσε δύο μέτρα σπόρο.
33
Και στοίβαξε τα ξύλα, και διαμέλισε το μοσχάρι, και το έβαλε επάνω στα ξύλα.
34
Και είπε: Γεμίστε τέσσερις υδρίες νερό, και χύστε το επάνω στο ολοκαύτωμα, κι επάνω στα ξύλα. Και είπε: Δευτερώστε· και δευτέρωσαν. Και είπε: Κάντε το μια τρίτη φορά· και το έκαναν μια τρίτη φορά.
35
Και το νερό περιέτρεχε γύρω από το θυσιαστήριο· ακόμα και το αυλάκι γέμισε νερό.
36
Και την ώρα τής προσφοράς, ο Ηλίας ο προφήτης πλησίασε, και είπε: Κύριε, Θεέ τού Αβραάμ, του Ισαάκ, και του Ισραήλ, ας γίνει σήμερα γνωστό, ότι εσύ είσαι ο Θεός στον Ισραήλ, κι εγώ δούλος σου, και σύμφωνα με τον λόγο σου έκανα όλα αυτά τα πράγματα·
37
εισάκουσέ με, Κύριε, εισάκουσέ με, για να γνωρίσει αυτός ο λαός ότι εσύ ο Κύριος είσαι ο Θεός, κι εσύ γύρισες την καρδιά τους πίσω.
38
Τότε, έπεσε φωτιά από τον Κύριο και κατέφαγε το ολοκαύτωμα, και τα ξύλα, και τις πέτρες, και το χώμα, και έγλειψε το νερό, αυτό που ήταν στο αυλάκι.
39
Και όταν ολόκληρος ο λαός το είδε, έπεσαν μπρούμυτα μπροστά τους, και είπαν: Ο Κύριος, αυτός είναι ο Θεός· ο Κύριος, αυτός είναι ο Θεός.
40
Και ο Ηλίας τούς είπε: Πιάστε τούς προφήτες τού Βάαλ· κανένας απ' αυτούς ας μη διασωθεί. Και τους έπιασαν· και ο Ηλίας τούς κατέβασε στον χείμαρρο Κεισών, κι εκεί τους έσφαξε.
41
Και ο Ηλίας είπε στον Αχαάβ: Ανέβα, φάε και πιες· επειδή, υπάρχει φωνή πλήθους βροχής.
42
Και ο Αχαάβ ανέβηκε για να φάει και να πιει.Και ο Ηλίας ανέβηκε στην κορυφή τού Καρμήλου, και έσκυψε στη γη, και έβαλε το πρόσωπό του ανάμεσα στα γόνατά του,
43
και είπε στον υπηρέτη του: Ανέβα, τώρα, κοίταξε προς τη θάλασσα. Κι ανέβηκε, και κοίταξε, και είπε: Δεν είναι τίποτε. Κι εκείνος είπε: Πήγαινε πάλι, μέχρι επτά φορές.
44
Και την έβδομη φορά είπε: Δες, ένα μικρό σύννεφο, σαν παλάμη ανθρώπου, ανεβαίνει από τη θάλασσα. Και είπε: Ανέβα, πες στον Αχαάβ: Ζεύξε την άμαξά σου, και κατέβα, για να μη σε εμποδίσει η βροχή.
45
Και, εντωμεταξύ, ο ουρανός μαύρισε από τα σύννεφα και τον άνεμο, και έγινε μεγάλη βροχή. Και ο Αχαάβ ανέβηκε στην άμαξά του, και πήγε στην Ιεζραέλ.
46
Και το χέρι τού Κυρίου στάθηκε επάνω στον Ηλία, και συνέσφιξε την οσφύ του, και έτρεχε μπροστά από τον Αχαάβ μέχρι την είσοδο της Ιεζραέλ.

1 Βασιλέων κεφάλαιο 19

1
ΚΑΙ ο Αχαάβ ανήγγειλε στην Ιεζάβελ όλα όσα έκανε ο Ηλίας, και με ποιον τρόπο θανάτωσε με ρομφαία όλους τούς προφήτες.
2
Και η Ιεζάβελ έστειλε έναν μηνυτή στον Ηλία, λέγοντας: Έτσι να κάνουν οι θεοί και έτσι να προσθέσουν, αν αύριο αυτή περίπου την ώρα δεν κάνω τη ζωή σου σαν τη ζωή ενός από εκείνους.
3
Και επειδή φοβήθηκε, σηκώθηκε, και αναχώρησε χάρη τής ζωής του, και ήρθε στη Βηρ-σαβεέ, που είναι στον Ιούδα, και άφησε εκεί τον υπηρέτη του.
4
Κι αυτός πήγε στην έρημο μιας ημέρας δρόμο, και ήρθε και κάθησε κάτω από μια άρκευθο· και επιθύμησε μέσα του να πεθάνει, και είπε: Αρκεί· τώρα, Κύριε, πάρε την ψυχή μου, επειδή δεν είμαι καλύτερος από τους πατέρες μου.
5
Και αφού πλάγιασε, αποκοιμήθηκε κάτω από μια άρκευθο, και ξάφνου, ένας άγγελος τον άγγιξε, και του είπε: Σήκω, φάε.
6
Και κοίταξε προς τα πάνω, και να, κοντά στο κεφάλι του υπήρχε ψωμί, ψημένο επάνω σε καυτές πέτρες, και δοχείο με νερό. Και έφαγε και ήπιε, και ξαναπλάγιασε.
7
Και ο άγγελος του Κυρίου γύρισε για δεύτερη φορά, και τον άγγιξε, και είπε: Σήκω, φάε· επειδή, είναι μεγάλος ο δρόμος για σένα.
8
Και αφού σηκώθηκε, έφαγε και ήπιε, και με τη δύναμη εκείνης της τροφής οδοιπόρησε 40 ημέρες και 40 νύχτες, μέχρι το Χωρήβ, το βουνό τού Θεού.
9
Και μπήκε εκεί σε ένα σπήλαιο, και έκανε ένα κατάλυμα· και να, λόγος τού Κυρίου ήρθε σ' αυτόν, και του είπε: Τι κάνεις εδώ, Ηλία;
10
Κι εκείνος είπε: Στάθηκα στο έπακρον ζηλωτής τού Κυρίου, του Θεού των δυνάμεων· επειδή, οι γιοι Ισραήλ εγκατέλειψαν τη διαθήκη σου, κατέστρεψαν τα θυσιαστήριά σου, και θανάτωσαν τους προφήτες σου με ρομφαία· κι εγώ εναπέμεινα μόνος· και ζητούν τη ζωή μου, για να την αφαιρέσουν.
11
Και είπε: Βγες έξω, και στάσου επάνω στο βουνό, μπροστά στον Κύριο. Και να, ο Κύριος διάβαινε, και δυνατός άνεμος έσχιζε τα βουνά, και έσπαζε τους βράχους μπροστά από τον Κύριο· ο Κύριος δεν ήταν μέσα στον άνεμο· και ύστερα από τον άνεμο, σεισμός· ο Κύριος δεν ήταν μέσα στον σεισμό·
12
και ύστερα από τον σεισμό, φωτιά· ο Κύριος δεν ήταν μέσα στη φωτιά· και μετά τη φωτιά, ήχος λεπτού αέρα.
13
Και καθώς ο Ηλίας τον άκουσε, σκέπασε το πρόσωπό του με τη μηλωτή του, και βγήκε έξω, και στάθηκε στην είσοδο της σπηλιάς.Και να, ακούστηκε σ' αυτόν μια φωνή, που έλεγε: Τι κάνεις εδώ, Ηλία;
14
Και είπε: Στάθηκα στο έπακρον ζηλωτής τού Κυρίου των δυνάμεων· επειδή, οι γιοι Ισραήλ εγκατέλειψαν τη διαθήκη σου, κατέστρεψαν τα θυσιαστήριά σου, και θανάτωσαν τους προφήτες σου με ρομφαία· και εγώ εναπέμεινα μόνος· και ζητούν τη ζωή μου, για να την αφαιρέσουν.
15
Και ο Κύριος του είπε: Πήγαινε, γύρνα πίσω στον δρόμο σου, στην έρημο της Δαμασκού· και όταν έρθεις, χρίσε τον Αζαήλ βασιλιά επάνω στη Συρία·
16
και τον Ιηού, τον γιο τού Νιμσί, θα τον χρίσεις βασιλιά επάνω στον Ισραήλ· και τον Ελισσαιέ, τον γιο τού Σαφάτ, από την Αβέλ-μεολά, θα τον χρίσεις προφήτη αντί για σένα·
17
Και θα συμβεί, ώστε αυτός που θα διασωθεί από τη ρομφαία τού Αζαήλ, θα τον θανατώσει ο Ιηού· κι αυτός που θα διασωθεί από τη ρομφαία τού Ιηού, θα τον θανατώσει ο Ελισσαιέ·
18
άφησα, όμως, στον Ισραήλ 7.000, όλα τα γόνατα όσα δεν έκλιναν στον Βάαλ, και κάθε στόμα που δεν τον φίλησε.
19
Και αφού αναχώρησε από εκεί, βρήκε τον Ελισσαιέ, τον γιο τού Σαφάτ, καθώς όργωνε με 12 ζευγάρια βόδια μπροστά του, ενώ αυτός ήταν στο 12ο· και ο Ηλίας πέρασε από κοντά του, και έρριξε επάνω του τη μηλωτή του.
20
Κι εκείνος άφησε τα βόδια, και έτρεξε πίσω από τον Ηλία, και είπε: Ας φιλήσω, παρακαλώ, τον πατέρα μου και τη μητέρα μου, και τότε θα σε ακολουθήσω. Και του είπε: Πήγαινε, γύρνα πίσω· επειδή, τι σου έκανα;

1 Βασιλέων κεφάλαιο 21

1
ΚΑΙ μετά από τα πράγματα αυτά, ο Ναβουθαί, ο Ιεζραελίτης, είχε έναν αμπελώνα στην Ιεζραέλ, κοντά στο παλάτι τού Αχαάβ, του βασιλιά τής Σαμάρειας.
2
Και ο Αχαάβ μίλησε στον Ναβουθαί, λέγοντας: Δώσε μου τον αμπελώνα σου, για να τον έχω για κήπο λαχάνων, επειδή είναι κοντά στο σπίτι μου· και θα σου δώσω αντί γι' αυτόν έναν καλύτερο αμπελώνα απ' ό,τι αυτός· ή, αν σου είναι αρεστό, θα σου δώσω το αντίτιμό του σε ασήμι.
3
Και ο Ναβουθαί είπε στον Αχαάβ: Μη γένοιτο σε μένα από τον Θεό, να δώσω την κληρονομιά των πατέρων μου σε σένα!
4
Και ο Αχαάβ γύρισε στο σπίτι του σκυθρωπός και δυσαρεστημένος, για τον λόγο τον οποίο του μίλησε ο Ναβουθαί, ο Ιεζραελίτης, λέγοντας: Δεν θα σου δώσω την κληρονομιά των πατέρων μου. Και πλάγιασε επάνω στο κρεβάτι του, και έστρεψε το πρόσωπό του, και δεν έφαγε ψωμί.
5
Και ήρθε σ' αυτόν η Ιεζάβελ, η γυναίκα του, και του είπε: Γιατί είναι το πνεύμα σου περίλυπο, ώστε δεν τρως ψωμί;
6
Κι εκείνος τής είπε: Επειδή, μίλησα στον Ναβουθαί, τον Ιεζραελίτη, και του είπα: Δώσε μου τον αμπελώνα σου με ασήμι· ή, αν αγαπάς, θα σου δώσω έναν άλλον αμπελώνα αντί γι' αυτόν· κι εκείνος απάντησε: Δεν θα σου δώσω τον αμπελώνα μου.
7
Και η Ιεζάβελ, η γυναίκα του, του είπε: Εσύ βασιλεύεις τώρα επάνω στον Ισραήλ; Σήκω, φάε ψωμί, και ας είναι η καρδιά σου εύθυμη· εγώ θα σου δώσω τον αμπελώνα τού Ναβουθαί, του Ιεζραελίτη.
8
Τότε, έγραψε επιστολές στο όνομα του Αχαάβ, και τις σφράγισε με τη σφραγίδα του, και έστειλε τις επιστολές στους πρεσβύτερους, και στους άρχοντες, εκείνους που ήσαν στην πόλη του, αυτούς που κατοικούσαν μαζί με τον Ναβουθαί.
9
Και στις επιστολές έγραφε, λέγοντας: Κηρύξτε νηστεία, και βάλτε τον Ναβουθαί να καθήσει επικεφαλής τού λαού·
10
και βάλτε να κάθονται επέναντί του δύο κακοί άνδρες, κι ας δώσουν μαρτυρία εναντίον του, λέγοντας: Εσύ βλασφήμησες τον Θεό και τον βασιλιά· και βγάλτε τον έξω, και πετροβολήστε τον, κι ας πεθάνει.
11
Και οι άνδρες τής πόλης του, οι πρεσβύτεροι και οι άρχοντες, που κατοικούσαν στην πόλη του, έκαναν όπως τους είχε διαμηνύσει η Ιεζάβελ, σύμφωνα με το γραμμένο στις επιστολές, που τους είχε στείλει.
12
Κήρυξαν νηστεία, και έβαλαν τον Ναβουθαί να καθήσει επικεφαλής τού λαού·
13
και μπήκαν δύο άνδρες κακοί, και κάθησαν απέναντί του· και οι κακοί άνδρες έδωσαν μαρτυρία εναντίον του, εναντίον του Ναβουθαί, μπροστά στον λαό, λέγοντας: Ο Ναβουθαί βλασφήμησε τον Θεό και τον βασιλιά. Τότε, τον έβγαλαν έξω από την πόλη, και τον λιθοβόλησαν με πέτρες, και πέθανε.
14
Και έστειλαν στην Ιεζάβελ, λέγοντας: Ο Ναβουθαί λιθοβολήθηκε, και πέθανε.
15
Και καθώς η Ιεζάβελ άκουσε ότι ο Ναβουθαί λιθοβολήθηκε και πέθανε, η Ιεζάβελ είπε στον Αχαάβ: Σήκω, κληρονόμησε τον αμπελώνα τού Ναβουθαί, του Ιεζραελίτη, που δεν ήθελε να σου τον δώσει με ασήμι· επειδή, ο Ναβουθαί δεν ζει, αλλά πέθανε.
16
Και καθώς ο Αχαάβ άκουσε ότι ο Ναβουθαί πέθανε, ο Αχαάβ σηκώθηκε να κατέβει στον αμπελώνα τού Ναβουθαί τού Ιεζραελίτη, για να τον κληρονομήσει.
17
Και ο λόγος τού Κυρίου ήρθε στον Ηλία τον Θεσβίτη, λέγοντας:
18
Σήκω, κατέβα σε συνάντηση του Αχαάβ, του βασιλιά τού Ισραήλ, που κατοικεί στη Σαμάρεια· δες, είναι στον αμπελώνα τού Ναβουθαί, όπου κατέβηκε για να τον κληρονομήσει·
19
και θα μιλήσεις σ' αυτόν, λέγοντας: Έτσι λέει ο Κύριος: Φόνευσες, κι ακόμα κληρονόμησες; Θα μιλήσεις ακόμα σ' αυτόν, λέγοντας: Έτσι λέει ο Κύριος: Στον τόπο, όπου τα σκυλιά έγλειψαν το αίμα τού Ναβουθαί, θα γλείψουν τα σκυλιά το αίμα σου, ναι, το δικό σου.
20
Και ο Αχαάβ είπε στον Ηλία: Με βρήκες, εχθρέ μου; Κι απάντησε: Σε βρήκα· επειδή, πούλησες τον εαυτό σου στο να κάνεις το πονηρό μπροστά στον Κύριο.
21
Δες, λέει ο Κύριος: Εγώ θα φέρω κακό επάνω σου, και θα σαρώσω πίσω σου, και θα εξολοθρεύσω από τον Αχαάβ εκείνον που ουρεί προς τον τοίχο, και τον δούλο και τον ελεύθερο ανάμεσα στον Ισραήλ·
22
και θα κάνω την οικογένειά σου όπως την οικογένεια του Ιεροβοάμ, του γιου τού Ναβάτ, και καθώς την οικογένεια του Βαασά, του γιου τού Αχιά, εξαιτίας τού παροργισμού με τον οποίο με παρόργισες, και έκανες τον Ισραήλ να αμαρτήσει.
23
Και για την Ιεζάβελ, ακόμα, μίλησε ο Κύριος, λέγοντας: Τα σκυλιά θα καταφάνε την Ιεζάβελ κοντά στο περιτείχισμα της Ιεζραέλ·
24
όποιος από τον Αχαάβ πεθάνει στην πόλη, τα σκυλιά θα τον καταφάνε· και όποιος πεθάνει στο χωράφι, τα πουλιά τού ουρανού θα τον καταφάνε.
25
(Πραγματικά, κανένας δεν στάθηκε όμοιος με τον Αχαάβ, που πούλησε τον εαυτό του στο να πράττει πονηρά μπροστά στον Κύριο, όπως τον κινούσε η γυναίκα του η Ιεζάβελ.
26
Και έπραξε με βδελυρό τρόπο σε υπερβολικό βαθμό, ακολουθώντας τα είδωλα, σύμφωνα με όλα όσα έπρατταν οι Αμορραίοι, που ο Κύριος είχε εκδιώξει μπροστά από τους γιους Ισραήλ).
27
Και καθώς ο Αχαάβ άκουσε τα λόγια αυτά, έσχισε τα ιμάτιά του, και έβαλε σάκο επάνω στη σάρκα του, και νήστευσε, και ήταν πλαγιασμένος, περιτυλιγμένος με σάκο, και περπατούσε σκυμμένος.
28
Και ήρθε ο λόγος τού Κυρίου στον Ηλία τον Θεσβίτη, λέγοντας:
29
Είδες πώς ταπεινώθηκε μπροστά μου ο Αχαάβ; Επειδή ταπεινώθηκε μπροστά μου, δεν θα φέρω κακό στις ημέρες του· στις ημέρες τού γιου του θα φέρω το κακό επάνω στην οικογένειά του.
©1997 - 2021 greekphone.org