Slide One

Λιγες στιγμες με την αγια γραφη

Slide One
Slide Two

Καινη Διαθηκη online

Slide Two
Slide Three
Slide Three
previous arrow
next arrow
Click to Subscribe
Σχέδιο μελέτης
Έκδοση
Μέρα 14 Μέρα 15Μέρα 16

2 Βασιλέων κεφάλαιο 1

1
ΚΑΙ ύστερα από τον θάνατο του Αχαάβ, ο Μωάβ επαναστάτησε ενάντια στον Ισραήλ.
2
Και ο Οχοζίας έπεσε από τον δρύινο φράχτη τού υπερώου του, που υπήρχε στη Σαμάρεια, και αρρώστησε· και έστειλε μηνυτές, λέγοντάς τους: Πηγαίνετε, ρωτήστε τον Βέελ-ζεβούλ, τον θεό τής Ακκαρών, αν έχω ελπίδες να αναλάβω απ' αυτή την αρρώστια.
3
Αλλά ο άγγελος του Κυρίου είπε στον Ηλία τον Θεσβίτη: Σήκω, ανέβα σε συνάντηση των μηνυτών τού βασιλιά τής Σαμάρειας, και πες τους: Επειδή δεν υπάρχει Θεός στον Ισραήλ, γι' αυτό πηγαίνετε να ρωτήσετε τον Βέελ-ζεβούλ, τον θεό τής Ακκαρών;
4
Τώρα, λοιπόν, έτσι λέει ο Κύριος: Δεν θα κατέβεις από το κρεβάτι σου, στο οποίο ανέβηκες, αλλά οπωσδήποτε θα πεθάνεις. Και ο Ηλίας αναχώρησε.
5
Και οι μηνυτές γύρισαν σ' αυτόν· κι εκείνος είπε: Γιατί γυρίσατε;
6
Και του είπαν: Κάποιος άνθρωπος ανέβηκε σε συνάντησή μας, και μας είπε: Πηγαίνετε, επιστρέψτε στον βασιλιά, που σας έστειλε, και πείτε του: Έτσι λέει ο Κύριος: Επειδή δεν είναι Θεός στον Ισραήλ, γι' αυτό στέλνεις να ρωτήσεις τον Βέελ-ζεβούλ, τον θεό τής Ακκαρών; Δεν θα κατέβεις, λοιπόν, από το κρεβάτι σου, στο οποίο ανέβηκες, αλλά οπωσδήποτε θα πεθάνεις.
7
Και είπε σ' αυτούς: Τι είδους ήταν η μορφή τού ανθρώπου, που ανέβηκε σε συνάντησή σας, και μίλησε σε σας αυτά τα λόγια;
8
Και του απάντησαν: Ένας δασύτριχος άνθρωπος, και περιζωσμένος την οσφύ του με μια δερμάτινη ζώνη. Και είπε: Ο Ηλίας είναι, ο Θεσβίτης.
9
Τότε, ο βασιλιάς έστειλε σ' αυτόν έναν πεντηκόνταρχο, μαζί με τους 50 άνδρες του. Κι ανέβηκε σ' αυτόν· και να, καθόταν επάνω στην κορυφή τού βουνού. Και του είπε: Άνθρωπε του Θεού, ο βασιλιάς είπε, κατέβα.
10
Και απαντώντας ο Ηλίας, είπε στον πεντηκόνταρχο: Αν εγώ είμαι άνθρωπος του Θεού, ας κατέβει φωτιά από τον ουρανό, και ας καταφάει εσένα και τους 50 άνδρες σου. Και κατέβηκε φωτιά από τον ουρανό, και κατέφαγε αυτόν και τους 50 άνδρες του.
11
Και ξανάστειλε σ' αυτόν έναν άλλον πεντηκόνταρχο, μαζί με τους 50 άνδρες του. Και μίλησε, και του είπε: Άνθρωπε του Θεού, έτσι λέει ο βασιλιάς: Κατέβα γρήγορα.
12
Και απαντώντας ο Ηλίας τούς είπε: Αν εγώ είμαι άνθρωπος του Θεού, ας κατέβει φωτιά από τον ουρανό, και ας καταφάει εσένα και τους 50 άνδρες σου. Και κατέβηκε φωτιά Θεού από τον ουρανό, και κατέφαγε αυτόν και τους 50 άνδρες του.
13
Και έστειλε ξανά έναν τρίτον πεντηκόνταρχο, μαζί με τους 50 άνδρες του. Και καθώς ο τρίτος πεντηκόνταρχος ανέβηκε, ήρθε και γονάτισε μπροστά στον Ηλία, και τον παρακάλεσε, και του είπε: Άνθρωπε του Θεού, παρακαλώ, ας σταθεί πολύτιμη στα μάτια σου η ζωή μου, και η ζωή αυτών των δούλων σου των 50 ανδρών·
14
να, κατέβηκε φωτιά από τον ουρανό, και κατέκαψε τους δύο πρώτους πεντηκόνταρχους, μαζί με τους 50 άνδρες τους· ας σταθεί, λοιπόν, πολύτιμη η ζωή μου στα μάτια σου.
15
Και ο άγγελος του Κυρίου είπε στον Ηλία: Κατέβα μαζί του· μη φοβηθείς απ' αυτόν. Και σηκώθηκε, και κατέβηκε μαζί του προς τον βασιλιά.
16
Και του είπε: Έτσι λέει ο Κύριος: Επειδή έστειλες μηνυτές να ρωτήσουν τον Βέελ-ζεβούλ, τον θεό τής Ακκαρών, σαν να μη υπήρχε Θεός στον Ισραήλ, για να ζητήσεις τον λόγο του, γι' αυτό δεν θα κατέβεις από το κρεβάτι σου, στο οποίο ανέβηκες, αλλά οπωσδήποτε θα πεθάνεις.
17
Και πέθανε, σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου, που μίλησε ο Ηλίας· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Ιωράμ, στον δεύτερο χρόνο τού Ιωράμ, του γιου τού Ιωσαφάτ, του βασιλιά τού Ιούδα· επειδή, δεν είχε γιο.
18
Και οι υπόλοιπες από τις πράξεις τού Οχοζία, όσες έκανε, δεν είναι γραμμένες στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ισραήλ;

2 Βασιλέων κεφάλαιο 2

1
ΚΑΙ όταν ο Κύριος επρόκειτο να ανεβάσει τον Ηλία στον ουρανό με ανεμοστρόβιλο, ο Ηλίας αναχώρησε μαζί με τον Ελισσαιέ από τα Γάλγαλα.
2
Και ο Ηλίας είπε στον Ελισσαιέ: Κάθησε εδώ, παρακαλώ· επειδή, ο Κύριος με έστειλε μέχρι τη Βαιθήλ. Και ο Ελισσαιέ είπε: Ζει ο Κύριος, και ζει η ψυχή σου, δεν θα σε αφήσω. Και κατέβηκαν στη Βαιθήλ.
3
Και οι γιοι των προφητών, αυτοί που ήσαν στη Βαιθήλ, βγήκαν στον Ελισσαιέ, και του είπαν: Ξέρεις ότι ο Κύριος παίρνει σήμερα τον κύριό σου από πάνω από το κεφάλι σου; Και είπε: Κι εγώ το ξέρω· σωπάτε.
4
Και ο Ηλίας τού είπε: Ελισσαιέ, κάθησε εδώ, παρακαλώ· επειδή, ο Κύριος με έστειλε στην Ιεριχώ. Κι εκείνος είπε: Ζει ο Κύριος, και ζει η ψυχή σου, δεν θα σε αφήσω. Και ήρθαν στην Ιεριχώ.
5
Και οι μαθητές των προφητών, αυτοί που ήσαν στην Ιεριχώ, ήρθαν στον Ελισσαιέ, και του είπαν: Ξέρεις ότι σήμερα ο Κύριος παίρνει τον κύριό σου από πάνω από το κεφάλι σου; Και είπε: Κι εγώ το ξέρω· σωπάτε.
6
Και ο Ηλίας τού είπε: Κάθησε εδώ, παρακαλώ· επειδή, ο Κύριος με έστειλε στον Ιορδάνη. Κι εκείνος είπε: Ζει ο Κύριος, και ζει η ψυχή σου, δεν θα σε αφήσω. Και πήγαν και οι δύο μαζί.
7
Και πήγαν 50 άνδρες από τους γιους των προφητών, και στάθηκαν απέναντι από μακριά· κι εκείνοι οι δύο στάθηκαν δίπλα στον Ιορδάνη.
8
Και ο Ηλίας πήρε τη μηλωτή του, και τη δίπλωσε, και χτύπησε τα νερά, και χωρίστηκαν από εδώ και από εκεί, και διάβηκαν και οι δύο διαμέσου ξηράς.
9
Και όταν διάβηκαν, ο Ηλίας είπε στον Ελισσαιέ: Ζήτησέ μου τι να σου κάνω, πριν αναληφθώ από σένα. Και ο Ελισσαιέ είπε: Διπλάσια μερίδα από το πνεύμα σου ας είναι, παρακαλώ, επάνω μου.
10
Κι εκείνος είπε: Σκληρό πράγμα ζήτησες· όμως, αν με δεις να αναλαμβάνομαι από σένα, θα γίνει σε σένα έτσι· αλλιώς, δεν θα γίνει.
11
Κι ενώ περπατούσαν, καθώς ακόμα μιλούσαν, να, μια άμαξα φωτιάς, και άλογα φωτιάς, και τους διαχώρισαν και τους δύο, και ο Ηλίας ανέβηκε με ανεμοστρόβιλο στον ουρανό.
12
Και ο Ελισσαιέ έβλεπε, και βοούσε: Πατέρα μου, πατέρα μου, άμαξα του Ισραήλ, και ιππικό του! Και δεν τον είδε ξανά· και έπιασε τα ιμάτιά του, και τα έσχισε σε δύο κομμάτια.
13
Και αφού σήκωσε τη μηλωτή τού Ηλία, που είχε πέσει από πάνω από εκείνον, επέστρεφε, και στάθηκε στο χείλος του Ιορδάνη.
14
Και παίρνοντας τη μηλωτή του Ηλία, που είχε πέσει πάνω από εκείνον, χτύπησε τα νερά, και είπε: Πού είναι ο Κύριος, ο Θεός του Ηλία; Και καθώς χτύπησε τα νερά, χωρίστηκαν από εδώ και από εκεί· και ο Ελισσαιέ διάβηκε.
15
Και βλέποντάς τον οι γιοι των προφητών, αυτοί που ήσαν από απέναντι, είπαν: Το πνεύμα τού Ηλία επαναπαύθηκε επάνω στον Ελισσαιέ. Και ήρθαν σε συνάντησή του, και τον προσκύνησαν μέχρι το έδαφος.
16
Και του είπαν: Δες, τώρα, 50 δυνατοί άνδρες είναι μαζί με τους δούλους σου· ας πάνε, παρακαλούμε, και ας ζητήσουν τον κύριό σου, μήπως τον σήκωσε το Πνεύμα τού Κυρίου, και τον έρριξε επάνω σε κάποιο βουνό ή επάνω σε κάποια κοιλάδα. Και είπε: Μη στείλετε.
17
Αλλά, αφού τον βίαζαν τόσο, ώστε ντρεπόταν, είπε: Στείλτε. Έστειλαν, λοιπόν, 50 άνδρες, και τον αναζήτησαν τρεις ημέρες, όμως δεν τον βρήκαν.
18
Και όταν γύρισαν σ' αυτόν, (επειδή έμεινε στην Ιεριχώ), τους είπε: Δεν σας είχα πει: Μη πηγαίνετε;
19
Και οι άνδρες της πόλης είπαν στον Ελισσαιέ: Δες, τώρα, η θέση τής πόλης αυτής είναι καλή, όπως βλέπει ο κύριός μου· τα νερά όμως είναι κακά, και η γη είναι άγονη.
20
Και είπε: Φέρτε μου μια καινούργια φιάλη, και βάλτε σ' αυτήν αλάτι. Και του έφεραν.
21
Και βγήκε στην πηγή των νερών, και έρριξε εκεί το αλάτι, και είπε: Έτσι λέει ο Κύριος: Θεράπευσα αυτά τα νερά· δεν θα υπάρχει πλέον απ' αυτά θάνατος ή ακαρπία.
22
Και γιατρεύτηκαν τα νερά μέχρι αυτή την ημέρα, σύμφωνα με τον λόγο τού Ελισσαιέ, που μίλησε.
23
Και από εκεί ανέβηκε στη Βαιθήλ· κι ενώ αυτός ανέβαινε στον δρόμο, βγήκαν από την πόλη μερικά μικρά παιδιά, και τον κορόιδευαν, και του έλεγαν: Ανέβαινε, φαλακρέ! Ανέβαινε, φαλακρέ!
24
Κι εκείνος στράφηκε πίσω, και βλέποντάς τα, τα καταράστηκε στο όνομα του Κυρίου. Και βγήκαν από το δάσος δύο αρκούδες, και διασπάραξαν απ' αυτά 42 παιδιά.
25
Και από εκεί πήγε στο βουνό τον Κάρμηλο· και από εκεί γύρισε στη Σαμάρεια.

2 Βασιλέων κεφάλαιο 6

1
ΚΑΙ οι γιοι των προφητών είπαν στον Ελισσαιέ: Δες, τώρα, ο τόπος, στον οποίο κατοικούμε εμείς μπροστά σου, είναι στενός για μας·
2
ας πάμε, παρακαλούμε, μέχρι τον Ιορδάνη, κι ας πάρουμε από εκεί ο καθένας μια δοκό, κι ας κάνουμε για τον εαυτό μας εκεί τόπο, για να κατοικούμε εκεί. Κι εκείνος είπε: Πηγαίνετε.
3
Και ο ένας είπε: Ευαρεστήσου, παρακαλώ, νάρθεις μαζί με τους δούλους σου. Και είπε: Θάρθω.
4
Και πήγε μαζί τους.Και καθώς ήρθαν στον Ιορδάνη, έκοβαν τα ξύλα.
5
Κι ενώ ο ένας έρριχνε κάτω τη δοκό, έπεσε το σιδερένιο κομμάτι στο νερό· και βόησε, και είπε: Ω, κύριε! Κι αυτό ήταν δανεικό!
6
Και ο άνθρωπος του Θεού είπε: Πού έπεσε; Και του έδειξε το μέρος. Τότε έκοψε μια σχίζα από ξύλο, και την έρριξε εκεί· και το σιδερένιο κομμάτι επέπλευσε.
7
Και είπε: Πάρ' το κοντά σου. Και αφού άπλωσε το χέρι του, το πήρε.
8
Και ο βασιλιάς τής Συρίας πολεμούσε ενάντια στον Ισραήλ, και έκανε συμβούλιο με τους δούλους του, λέγοντας: Σ' εκείνον και σ' εκείνον τον τόπο θα στρατοπεδεύσω.
9
Και ο άνθρωπος του Θεού έστειλε στον βασιλιά τού Ισραήλ, λέγοντας: Φυλάξου να μη περάσεις από εκείνο τον τόπο, επειδή εκεί στρατοπεδεύουν οι Σύριοι.
10
Και ο βασιλιάς τού Ισραήλ έστειλε στον τόπο, που είχε πει ο άνθρωπος του Θεού, και παρήγγειλε γι' αυτόν· και προφυλάχθηκε από εκεί όχι μία ούτε δύο φορές.
11
Και η καρδιά τού βασιλιά τής Συρίας ταράχτηκε γι' αυτό το πράγμα· και αφού συγκάλεσε τους δούλους του, τους είπε: Δεν θα μου αναγγείλετε, ποιος από μας είναι με το μέρος τού βασιλιά τού Ισραήλ;
12
Και ένας από τους δούλους του είπε: Κανένας, κύριέ μου βασιλιά· αλλά ο Ελισσαιέ, ο προφήτης, αυτός που είναι στον Ισραήλ, αναγγέλλει στον βασιλιά τού Ισραήλ τα λόγια, που μιλάς στο ταμείο τού κοιτώνα σου.
13
Και είπε: Πηγαίνετε, και δείτε πού είναι, για να στείλω να τον συλλάβω. Και του ανήγγειλαν λέγοντας: Να, είναι στη Δωθάν.
14
Και έστειλε εκεί άλογα, και άμαξες, και έναν μεγάλο στρατό, που, καθώς ήρθαν τη νύχτα, περικύκλωσαν την πόλη.
15
Και όταν το πρωί ο υπηρέτης τού ανθρώπου τού Θεού σηκώθηκε, και βγήκε έξω, ξάφνου, στρατός είχε περικυκλώσει την πόλη με άλογα και άμαξες. Και ο υπηρέτης του είπε σ' αυτόν: Ω, κύριε! Τι θα κάνουμε;
16
Και εκείνος είπε: Μη φοβάσαι· επειδή, περισσότεροι είναι αυτοί που είναι μαζί μας, παρά εκείνοι που είναι μαζί τους.
17
Και ο Ελισσαιέ προσευχήθηκε, και είπε: Κύριε, άνοιξε, παρακαλώ, τα μάτια του για να δει. Και ο Κύριος άνοιξε τα μάτια τού υπηρέτη, και είδε· και να, το βουνό ήταν γεμάτο από άλογα και πύρινες άμαξες γύρω από τον Ελισσαιέ.
18
Και όταν κατέβηκαν σ' αυτόν οι Σύριοι, ο Ελισσαιέ προσευχήθηκε στον Κύριο, και είπε: Πάταξε, παρακαλώ, αυτόν τον λαό με αορασία. Και τους πάταξε με αορασία σύμφωνα με τον λόγο τού Ελισσαιέ.
19
Και ο Ελισσαιέ είπε σ' αυτούς: Δεν είναι αυτός ο δρόμος, ούτε αυτή η πόλη· ελάτε πίσω μου, και θα σας φέρω στον άνθρωπο που ζητάτε. Και τους έφερε στη Σαμάρεια.
20
Και όταν ήρθαν στη Σαμάρεια, ο Ελισσαιέ είπε: Κύριε, άνοιξε τα μάτια τους, για να βλέπουν. Και ο Κύριος άνοιξε τα μάτια τους, και είδαν· και να, ήσαν στο μέσον τής Σαμάρειας.
21
Και καθώς ο βασιλιάς τού Ισραήλ τούς είδε, είπε στον Ελισσαιέ: Να πατάξω, να πατάξω, πατέρα μου;
22
Και εκείνος είπε: Μη πατάξεις· θα είχες πατάξει εκείνους, που είχες αιχμαλωτίσει με τη ρομφαία σου και με το τόξο σου; Βάλε μπροστά τους ψωμί και νερό, κι ας φάνε, κι ας πιουν, κι ας φύγουν προς τον κύριό τους.
23
Και έβαλε μπροστά τους άφθονη τροφή· και αφού έφαγαν και ήπιαν, τους εξαπέστειλε, και αναχώρησαν στον κύριό τους. Και στο εξής δεν ήρθαν τα τάγματα της Συρίας στη γη τού Ισραήλ.
24
Και ύστερα απ' αυτά, ο Βεν-αδάδ ο βασιλιάς τής Συρίας συγκέντρωσε ολόκληρο τον στρατό του, και ανέβηκε, και πολιόρκησε τη Σαμάρεια.
25
Έγινε, όμως, μεγάλη πείνα στη Σαμάρεια· και να, την πολιορκούσαν, μέχρις ότου το κεφάλι ενός γαϊδουριού πουλήθηκε για 80 ασημένια νομίσματα, και το 1/4 ενός κάβου κοπριάς περιστεριών, για πέντε ασημένια νομίσματα.
26
Και καθώς ο βασιλιάς τού Ισραήλ διάβαινε επάνω στο τείχος, μια γυναίκα βόησε προς αυτόν, λέγοντας: Σώσε, κύριέ μου βασιλιά.
27
Κι εκείνος είπε: Αν ο Κύριος δεν σώσει, από πού θα σώσω εγώ; Μήπως από το αλώνι ή από το πατητήρι;
28
Και ο βασιλιάς τής είπε: Τι έχεις; Κι εκείνη είπε: Αυτή η γυναίκα μού είπε: Δώσε τον γιο σου, για να τον φάμε σήμερα, και αύριο θα φάμε τον γιο μου·
29
και βράσαμε τον γιο μου, και τον φάγαμε· και την επόμενη ημέρα τής είπα: Δώσε τον γιο σου, για να τον φάμε· κι εκείνη έκρυψε τον γιο της.
30
Και καθώς ο βασιλιάς άκουσε τα λόγια τής γυναίκας, ξέσχισε τα ιμάτιά του· κι ενώ διάβαινε επάνω στο τείχος, ο λαός είδε, και να, από μέσα υπήρχε σάκος επάνω στη σάρκα του.
31
Και είπε: Έτσι να κάνει ο Θεός, και έτσι να προσθέσει, αν το κεφάλι τού Ελισσαιέ, του γιου τού Σαφάτ, σταθεί σήμερα επάνω του.
32
Και ο Ελισσαιέ καθόταν στο σπίτι του, και οι πρεσβύτεροι κάθονταν μαζί του· και ο βασιλιάς έστειλε από μπροστά του έναν άνδρα· πριν, όμως, έρθει σ' αυτόν ο μηνυτής, εκείνος είπε στους πρεσβύτερους: Δεν βλέπετε ότι ο γιος τού φονευτή έστειλε να αφαιρέσει το κεφάλι μου; Προσέξτε, καθώς θάρθει ο μηνυτής, κλείστε την πόρτα, και εμποδίστε τον προς την πόρτα· η φωνή των ποδιών τού κυρίου του δεν είναι πίσω απ' αυτόν;
33
Κι ενώ μιλούσε μαζί τους, να, κατέβηκε σ' αυτόν ο μηνυτής· και είπε: Να, από τον Κύριο είναι αυτό το κακό· γιατί να ελπίσω πλέον στον Κύριο;

2 Βασιλέων κεφάλαιο 7

1
Και ο Ελισσαιέ είπε: Ακούστε τον λόγο τού Κυρίου: Έτσι λέει ο Κύριος: Αύριο, αυτή περίπου την ώρα, στην πύλη τής Σαμάρειας, ένα μέτρο σιμιγδάλι θα πουληθεί για έναν σίκλο, και δύο μέτρα κριθάρι για έναν σίκλο.
2
Και ο άρχοντας, στο χέρι τού οποίου στηριζόταν ο βασιλιάς, απάντησε στον άνθρωπο του Θεού και είπε: Και αν ακόμα ο Κύριος έκανε να ανοίξουν παράθυρα στον ουρανό, μπορούσε να γίνει αυτό το πράγμα; Και εκείνος είπε: Πρόσεξε, θα δεις με τα μάτια σου, όμως δεν θα φας απ' αυτό.
3
Υπήρχαν δε στην είσοδο της πύλης τέσσερις άνδρες λεπροί. Και είπαν ο ένας στον άλλον: Γιατί εμείς καθόμαστε εδώ μέχρις ότου πεθάνουμε;
4
Αν πούμε: Να μπούμε στην πόλη, η πείνα υπάρχει μέσα στην πόλη, και θα πεθάνουμε εκεί· αν, όμως, καθόμαστε εδώ, πάλι θα πεθάνουμε· τώρα, λοιπόν, ελάτε, και ας πέσουμε στο στρατόπεδο των Συρίων· αν μας αφήσουν ζωντανούς, θα ζήσουμε· και αν μας θανατώσουν, θα πεθάνουμε.
5
Και σηκώθηκαν, όταν σκοτείνιαζε, για να μπουν στο στρατόπεδο των Συρίων· και όταν ήρθαν μέχρι την άκρη τού στρατοπέδου τής Συρίας, να, δεν υπήρχε εκεί ούτε ένας άνθρωπος.
6
Επειδή, ο Κύριος είχε κάνει να ακουστεί κρότος αμαξών μέσα στο στρατόπεδο των Συρίων, και κρότος αλόγων, κρότος από μεγάλον στρατό· και είπαν αναμεταξύ τους: Δέστε, ο βασιλιάς τού Ισραήλ μίσθωσε εναντίον μας τους βασιλιάδες των Χετταίων, και τους βασιλιάδες των Αιγυπτίων, για νάρθουν εναντίον μας.
7
Γι' αυτό, αφού σηκώθηκαν, έφυγαν μέσα στο σκοτάδι, και εγκατέλειψαν τις σκηνές τους, και τα άλογά τους, και τα γαϊδούρια τους, και το στρατόπεδο, όπως ήταν, και έφυγαν για να διασώσουν τη ζωή τους.
8
Και όταν αυτοί οι λεπροί είχαν έρθει μέχρι την άκρη του στρατοπέδου, μπήκαν μέσα σε μια σκηνή, και έφαγαν και ήπιαν, και αφού πήραν από εκεί ασήμι και χρυσάφι και ιμάτια, πήγαν και τα έκρυψαν· και όταν γύρισαν πίσω, μπήκαν μέσα σε μια άλλη σκηνή, και πήραν από εκεί και άλλα, και πήγαν και έκρυψαν κι αυτά.
9
Τότε, είπαν αναμεταξύ τους: Εμείς δεν κάνουμε καλά· αυτή η ημέρα είναι ημέρα καλών αγγελιών, και αν εμείς σιωπούμε, και περιμένουμε μέχρι το φως τής αυγής, κάποια συμφορά θα πέσει επάνω μας· ελάτε, λοιπόν, κι ας πάμε να το αναγγείλουμε στο παλάτι τού βασιλιά.
10
Ήρθαν, λοιπόν, και βόησαν προς τους θυρωρούς τής πόλης· και τους ανήγγειλαν, λέγοντας: Ήρθαμε στο στρατόπεδο των Συρίων, και δέστε, δεν υπήρχε εκεί άνθρωπος ούτε φωνή ανθρώπου, παρά μονάχα άλογα δεμένα, και γαϊδούρια δεμένα, και σκηνές, όπως βρίσκονταν.
11
Και οι θυρωροί βόησαν και το ανήγγειλαν αυτό μέσα στο παλάτι τού βασιλιά.
12
Και αφού σηκώθηκε ο βασιλιάς τη νύχτα, είπε στους δούλους του: Τώρα, θα σας φανερώσω τι μας έκαναν οι Σύριοι: Γνώρισαν ότι είμαστε πεινασμένοι· και βγήκαν από το στρατόπεδο, για να κρυφτούν στα χωράφια, λέγοντας: Όταν βγουν από την πόλη, θα τους πιάσουμε ζωντανούς, και θα μπούμε μέσα στην πόλη.
13
Και απαντώντας ένας από τους δούλους του, είπε: Ας πάρουν, παρακαλώ, πέντε από τα υπολειπόμενα άλογα, που απέμειναν στην πόλη, (δες, αυτά είναι όπως ολόκληρο το πλήθος τού Ισραήλ, εκείνο που απέμεινε σ' αυτή· δες, είναι όπως ολόκληρο το πλήθος των Ισραηλιτών, που καταναλώθηκαν·) και ας τα στείλουμε για να δούμε.
14
Πήραν, λοιπόν, δύο ζευγάρια άλογα· και ο βασιλιάς έστειλε πίσω από το στρατόπεδο των Συρίων, λέγοντας: Πηγαίνετε και δείτε.
15
Και πήγαν πίσω τους μέχρι τον Ιορδάνη· και να, ολόκληρος ο δρόμος ήταν γεμάτος από ιμάτια και σκεύη, που οι Σύριοι είχαν ρίξει από τη βία τους. Και οι μηνυτές, αφού γύρισαν, το ανήγγειλαν στον βασιλιά.
16
Και ο λαός βγήκε και διάρπαξε το στρατόπεδο των Συρίων. Και πουλήθηκε ένα μέτρο σιμιγδάλι για έναν σίκλο, και δύο μέτρα κριθάρι για έναν σίκλο, σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου.
17
Και ο βασιλιάς έβαλε επιτηρητή στην πύλη τον άρχοντα, στο χέρι του οποίου στηριζόταν· και τον καταπάτησε ο λαός στην πύλη, και πέθανε· όπως μίλησε ο άνθρωπος του Θεού, ο οποίος μίλησε όταν ο βασιλιάς κατέβηκε σ' αυτόν.
18
Και καθώς ο άνθρωπος τού Θεού μίλησε στον βασιλιά, λέγοντας: Δύο μέτρα κριθάρι για έναν σίκλο, και ένα μέτρο σιμιγδάλι για έναν σίκλο θα είναι αύριο, αυτή περίπου την ώρα, στην πύλη της Σαμάρειας,
19
και ο άρχοντας απάντησε στον άνθρωπο του Θεού, και είπε: Και αν τώρα ο Κύριος έκανε παράθυρα στον ουρανό, μπορούσε να γίνει ένα τέτοιο πράγμα; Κι εκείνος είπε: Να, θα το δεις με τα μάτια σου, αλλά δεν θα φας απ' αυτό,
20
έτσι και έγινε σ' αυτόν· επειδή, ο λαός τον καταπάτησε στην πύλη, και πέθανε.

2 Βασιλέων κεφάλαιο 11

1
Η ΓΟΘΟΛΙΑ, όμως, η μητέρα τού Οχοζία, βλέποντας ότι ο γιος της πέθανε, σηκώθηκε και αφάνισε ολόκληρο το βασιλικό σπέρμα.
2
Αλλά, η Ιωσαβεέ, η θυγατέρα τού βασιλιά Ιωράμ, η αδελφή τού Οχοζία, παίρνοντας τον Ιωάς, τον γιο τού Οχοζία, τον έκλεψε ανάμεσα από τους γιους τού βασιλιά, που θανατώνονταν, αυτόν και την τροφό του, και τον έβαλε στο ταμείο τού κοιτώνα, και τον έκρυψαν μπροστά από τη Γοθολία, και δεν θανατώθηκε.
3
Και ήταν μαζί της μέσα στον οίκο τού Κυρίου, καθώς κρυβόταν έξι χρόνια. Και η Γοθολία βασίλευσε επάνω στη γη.
4
Και τον έβδομο χρόνο ο Ιωδαέ έστειλε, και παίρνοντας τους εκατόνταρχους, μαζί με τους ταξίαρχους και τους δορυφόρους, τους έφερε κοντά του στον οίκο τού Κυρίου, και έκανε μαζί τους συνθήκη, και τους όρκισε στον οίκο τού Κυρίου, και τους έδειξε τον γιο τού βασιλιά.
5
Και τους πρόσταξε, λέγοντας: Αυτό είναι το πράγμα που θα κάνετε· το ένα τρίτο από σας, αυτοί που μπαίνουν μέσα το σάββατο, θα φυλάγετε τη βάρδια τού βασιλικού παλατιού·
6
και το άλλο τρίτο θα είναι στην πύλη Σουρ· και το υπόλοιπο τρίτο στην πύλη, που είναι πίσω από τους δορυφόρους· έτσι θα φυλάγετε τη βάρδια του οίκου, για να μη παραβιαστεί·
7
και δύο τάγματα από σας, όλοι εκείνοι που βγαίνουν το σάββατο, θα φυλάγετε τη βάρδια τού οίκου τού Κυρίου γύρω από τον βασιλιά·
8
και θα περικυκλώνετε τον βασιλιά ολόγυρα, έχοντας ο καθένας τα όπλα του στο χέρι του· και όποιος μπει μέσα στις τάξεις, ας θανατώνεται· και θα είστε μαζί με τον βασιλιά, όταν βγαίνει έξω, και όταν μπαίνει μέσα.
9
Και οι εκατόνταρχοι έκαναν σύμφωνα με όλα όσα τους πρόσταξε ο ιερέας Ιωδαέ· και πήραν κάθε ένας τούς άνδρες του, αυτούς που έμπαιναν μέσα το σάββατο, μαζί μ' αυτούς που το σάββατο έβγαιναν έξω, και ήρθαν στον Ιωδαέ τον ιερέα.
10
Και ο Ιωδαέ ο ιερέας έδωσε στους εκατόνταρχους τις λόγχες και τις ασπίδες τού βασιλιά Δαβίδ, που ήσαν μέσα στον οίκο τού Κυρίου.
11
Και οι δορυφόροι, έχοντας κάθε ένας τα όπλα του στο χέρι του, παραστάθηκαν γύρω από τον βασιλιά, από τη δεξιά πλευρά τούυ οίκου μέχρι την αριστερή, κοντά στο θυσιαστήριο και στον ναό.
12
Τότε, έβγαλε έξω τον γιο τού βασιλιά, και έβαλε επάνω του το διάδημα και το μαρτύριο· και τον έκαναν βασιλιά, και τον έχρισαν· και αφού χειροκρότησαν, είπαν: Ζήτω ο βασιλιάς!
13
Και όταν η Γοθολία άκουσε τη φωνή τού λαού που έτρεχε μαζί, ήρθε στον λαό στον οίκο του Κυρίου.
14
Και είδε, και να, ο βασιλιάς στεκόταν κοντά στον στύλο, σύμφωνα με τη συνήθεια, και οι άρχοντες και οι σαλπιγκτές κοντά στον βασιλιά· και ολόκληρος ο λαός τής γης έχαιρε, και σάλπιζε με σάλπιγγες. Και η Γοθολία έσχισε τα ιμάτιά της, και βόησε: Προδοσία, προδοσία!
15
Και ο Ιωδαέ πρόσταξε τους εκατόνταρχους, τους αρχηγούς τού στρατού, και τους είπε: Βγάλτε την έξω από τις τάξεις· και όποιος την ακολουθήσει, θανατώστε τον με ρομφαία. Επειδή, ο ιερέας είχε πει: Ας μη θανατωθεί μέσα στον οίκο τού Κυρίου.
16
Έτσι έβαλαν χέρια επάνω της· και όταν ήρθε στον δρόμο, διαμέσου τού οποίου τα άλογα έρχονται στο παλάτι τού βασιλιά, θανατώθηκε εκεί.
17
Και ο Ιωδαέ έκανε διαθήκη ανάμεσα στον Κύριο και στον βασιλιά και στον λαό, ότι θα είναι λαός τού Κυρίου· κι ανάμεσα στον βασιλιά και τον λαό.
18
Και ολόκληρος ο λαός τής γης μπήκαν μέσα στον οίκο τού Βάαλ, και τον γκρέμισαν· και κατασύντριψαν τα θυσιαστήριά του και τα είδωλά του ολότελα, και τον Ματθάν, τον ιερέα τού Βάαλ, τον θανάτωσαν μπροστά στα θυσιαστήρια.Και ο ιερέας έβαλε επιτηρητή επάνω στον οίκο τού Κυρίου.
19
Και πήρε τους εκατόνταρχους, και τους ταξίαρχους, και τους δορυφόρους, και ολόκληρο τον λαό τής γης· και κατέβασαν τον βασιλιά από τον οίκο τού Κυρίου, και ήρθαν στο παλάτι τού βασιλιά διαμέσου τού δρόμου τής πύλης των δορυφόρων. Και κάθησε επάνω στον θρόνο των βασιλιάδων.
20
Και ολόκληρος ο λαός τής γης ευφράνθηκε, και η πόλη ησύχασε· και τη Γοθολία τη θανάτωσαν με μάχαιρα μέσα στο παλάτι τού βασιλιά.
21
Ο Ιωάς ήταν επτά χρόνων όταν βασίλευσε.

2 Βασιλέων κεφάλαιο 12

1
Στον έβδομο χρόνο τού Ιηού βασίλευσε ο Ιωάς· και βασίλευσε 40 χρόνια στην Ιερουσαλήμ· και το όνομα της μητέρας του ήταν Σιβιά, από τη Βηρ-σαβεέ.
2
Και ο Ιωάς έκανε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, καθ' όλες τις ημέρες του, κατά τις οποίες τον οδηγούσε ο ιερέας Ιωδαέ.
3
Οι ψηλοί τόποι, όμως, δεν είχαν αφαιρεθεί· ο λαός θυσίαζε ακόμα και θυμίαζε στους ψηλούς τόπους.
4
Και ο Ιωάς είπε στους ιερείς: Όλο το ασήμι των αφιερωμάτων, αυτό που φέρνεται ως προσφορά στον οίκο τού Κυρίου, το ασήμι κάθε διερχόμενου, απ' αυτούς που αριθμούνται, το ασήμι καθενός κατά την εκτίμησή του, όλο το ασήμι, που θα ερχόταν στην καρδιά κάποιου για να φέρει ως προσφορά στον οίκο τού Κυρίου,
5
οι ιερείς ας το παίρνουν για τον εαυτό τους, κάθε ένας από τον γνωστό του· και ας επισκευάζουν τα χαλάσματα του οίκου, παντού όπου βρεθεί ένα χάλασμα.
6
Εντούτοις, στον 23ο χρόνο τού βασιλιά Ιωάς οι ιερείς δεν είχαν επισκευάσει τα χαλάσματα του οίκου.
7
Γι' αυτό, ο βασιλιάς Ιωάς κάλεσε τον Ιωδαέ τον ιερέα, και τους ιερείς, και τους είπε: Γιατί δεν επισκευάσατε τα χαλάσματα του οίκου; Τώρα, λοιπόν, μη παίρνετε πλέον ασήμι από τους γνωστούς σας, αλλά να το δίνετε για τα χαλάσματα του οίκου.
8
Και οι ιερείς συμφώνησαν να μη παίρνουν ασήμι από τον λαό, και να μη επισκευάζουν τα χαλάσματα του οίκου.
9
Και ο ιερέας Ιωδαέ πήρε ένα κιβώτιο, και άνοιξε μια τρύπα επάνω στο σκέπασμά του, και το έβαλε κοντά στο θυσιαστήριο, στα δεξιά της εισόδου τού οίκου τού Κυρίου· και οι ιερείς, αυτοί που φύλαγαν τη θύρα, έβαλαν σ' αυτό ολόκληρο το ασήμι, αυτό που φερόταν ως προσφορά στον οίκο τού Κυρίου.
10
Και όταν έβλεπαν ότι το ασήμι, που ήταν μέσα στο κιβώτιο, ήταν πολύ, ο γραμματέας τού βασιλιά και ο μεγάλος ιερέας ανέβαιναν, και το έδεναν σε σακιά, και μετρούσαν το ασήμι, αυτό που βρισκόταν στον οίκο τού Κυρίου.
11
Και έδιναν το ασήμι, αυτό που είχε μετρηθεί, στα χέρια εκείνων που έκαναν το έργο, οι οποίοι είχαν την επιστασία τού οίκου τού Κυρίου· και εκείνοι το ξόδευαν στους ξυλουργούς, και οικοδόμους, αυτούς που δούλευαν μέσα στον οίκο τού Κυρίου,
12
και στους κτίστες, και στους λιθοτόμους, για να αγοράζουν ξύλα και πέτρες λατομημένες, ώστε να επισκευάζουν τα χαλάσματα του οίκου τού Κυρίου, και για όλα όσα χρειάζονταν για την επισκευή τού οίκου.
13
Όμως, από το ασήμι, αυτό που έφερναν ως προσφορά στον οίκο τού Κυρίου δεν κατασκευάστηκαν για τον οίκο τού Κυρίου ασημένιες φιάλες, λυχνοψάλιδα, λεκάνες, σάλπιγγες, κανένα χρυσό σκεύος ή ασημένιο σκεύος·
14
αλλά το έδιναν στους εργάτες, και μ' αυτό επισκεύαζαν τον οίκο τού Κυρίου.
15
Και λογαριασμό από ανθρώπους δεν ζητούσαν, στους οποίους έδιναν το ασήμι για να μοιραστεί στους εργάτες· επειδή, εργάζονταν με πιστότητα.
16
Το ασήμι, που ήταν για την ανομία, και το ασήμι που ήταν για την αμαρτία, δεν φέρνονταν στον οίκο τού Κυρίου· αυτά ήσαν των ιερέων.
17
Τότε, ο Αζαήλ, ο βασιλιάς τής Συρίας, ανέβηκε και πολέμησε ενάντια στη Γαθ, και την κυρίευσε· έπειτα, ο Αζαήλ έστησε το πρόσωπό του να ανέβει ενάντια της Ιερουσαλήμ.
18
Και ο βασιλιάς τού Ιούδα, ο Ιωάς, πήρε όλα τα αφιερώματα, όσα είχαν αφιερώσει ο Ιωσαφάτ, και ο Ιωράμ, και ο Οχοζίας, οι πατέρες του, οι βασιλιάδες τού Ιούδα, και τα δικά του αφιερώματα, και όλο το χρυσάφι, αυτό που βρέθηκε στους θησαυρούς τού οίκου τού Κυρίου, και του παλατιού τού βασιλιά, και τα έστειλε στον Αζαήλ, τον βασιλιά τής Συρίας· και αναχώρησε από την Ιερουσαλήμ.
19
Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ιωάς, και όλα όσα έκανε, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ιούδα;
20
Και καθώς οι δούλοι του σηκώθηκαν, έκαναν συνωμοσία, και πάταξαν τον Ιωάς στο παλάτι τής Μιλλώ, στην κατάβαση Σιλλά.
21
Επειδή, ο Ιωζαχάρ, ο γιος τού Σιμεάθ, και ο Ιωζαβάδ, ο γιος τού Σωμήρ, οι δούλοι του, τον πάταξαν, και πέθανε· και τον έθαψαν μαζί με τους πατέρες του στην πόλη Δαβίδ· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Αμασίας, ο γιος του.
©1997 - 2021 greekphone.org