Slide One

Λιγες στιγμες με την αγια γραφη

Slide One
Slide Two

Καινη Διαθηκη online

Slide Two
Slide Three
Slide Three
previous arrow
next arrow
Click to Subscribe
Σχέδιο μελέτης
Έκδοση
Μέρα 15 Μέρα 16Μέρα 17

2 Βασιλέων κεφάλαιο 17

1
ΚΑΙ στον 12ο χρόνο τού Άχαζ, του βασιλιά τού Ιούδα, στη Σαμάρεια βασίλευσε επάνω στον Ισραήλ ο Ωσηέ, ο γιος τού Ηλά, εννιά χρόνια.
2
Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, όμως όχι όπως οι βασιλιάδες τού Ισραήλ, που ήσαν πριν απ' αυτόν.
3
Εναντίον του ανέβηκε ο Σαλμανασάρ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας· και ο Ωσηέ έγινε δούλος του, και του έδινε φόρο.
4
Και ο βασιλιάς τής Ασσυρίας βρήκε συνωμοσία στον Ωσηέ· επειδή, είχε στείλει μηνυτές στον Σω, τον βασιλιά τής Αιγύπτου, και δεν έδωσε φόρο στον βασιλιά τής Ασσυρίας, όπως έκανε κάθε χρόνο· γι' αυτό, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας τον συνέκλεισε, και τον έδεσε σε φυλακή.
5
Και ο βασιλιάς τής Ασσυρίας ανέβηκε διαμέσου όλης τής γης· και ανέβηκε στη Σαμάρεια, και την πολιόρκησε τρία χρόνια.
6
Και στον ένατο χρόνο τού Ωσηέ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας κυρίευσε τη Σαμάρεια, και μετοίκισε τον Ισραήλ στην Ασσυρία, και τον κατοίκισε στην Αλά, και στην Αβώρ, κοντά στον ποταμό Γωζάν, και στις πόλεις των Μήδων.
7
Κι αυτό έγινε, επειδή οι γιοι τού Ισραήλ αμάρτησαν στον Κύριο τον Θεό τους, που τους είχε ανεβάσει από τη γη τής Αιγύπτου, κάτω από το χέρι τού Φαραώ, του βασιλιά τής Αιγύπτου, και σεβάστηκαν άλλους θεούς.
8
Και περπάτησαν στα νόμιμα των εθνών, που ο Κύριος είχε εκδιώξει μπροστά από τους γιους Ισραήλ, και σ' εκείνα των βασιλιάδων τού Ισραήλ, που είχαν θεσπίσει.
9
Και οι γιοι Ισραήλ, κρυφά, έκαναν πράγματα που δεν ήσαν με ευθύτητα μπροστά στον Κύριο τον Θεό τους, και έκτισαν για τον εαυτό τους ψηλούς τόπους σε όλες τις πόλεις τους, από πύργο φυλάκων μέχρι πόλη οχυρή.
10
Και έστησαν για τον εαυτό τους αγάλματα και άλση επάνω σε κάθε ψηλό λόφο, και κάτω από κάθε πράσινο δέντρο.
11
Και εκεί θυμίαζαν επάνω σε όλους τούς ψηλούς τόπους, όπως και τα έθνη που ο Κύριος είχε εκδιώξει από μπροστά τους· και έκαναν πράγματα πονηρά για να παροργίζουν τον Κύριο·
12
και λάτρευσαν τα είδωλα, για τα οποία ο Κύριος τους είχε πει: Δεν θα κάνετε αυτό το πράγμα.
13
Και ο Κύριος διαμαρτυρήθηκε εναντίον του Ισραήλ, και εναντίον τού Ιούδα, διαμέσου όλων των προφητών, όλων εκείνων που έβλεπαν, λέγοντας: Επιστρέψτε από τους πονηρούς σας δρόμους, και τηρείτε τις εντολές μου, τα διατάγματά μου, σύμφωνα με όλο τον νόμο, που είχα προστάξει στους πατέρες σας, και τον οποίο σας έστειλα διαμέσου των δούλων μου των προφητών.
14
Όμως, αυτοί δεν υπάκουσαν, αλλά σκλήρυναν τον τράχηλό τους, όπως τον τράχηλο των πατέρων τους, που δεν πίστεψαν στον Κύριο τον Θεό τους.
15
Και απέρριψαν τα διατάγματά του, και τη διαθήκη του, που είχε κάνει μαζί με τους πατέρες τους, και τις διαμαρτυρίες του, που είχε διαμαρτυρηθεί εναντίον τους· και πήγαν πίσω από τη ματαιότητα, και ματαιώθηκαν, και πίσω από τα έθνη που είναι ολόγυρά τους, για τα οποία ο Κύριος τους είχε προστάξει, να μη κάνουν όπως εκείνα.
16
Και εγκατέλειψαν όλες τις εντολές τού Κυρίου τού Θεού τους, και έκαναν για τον εαυτό τους χωνευτά, δύο μοσχάρια, και έκαναν άλση, και προσκύνησαν ολόκληρη τη στρατιά τού ουρανού, και λάτρευσαν τον Βάαλ.
17
Και διαπερνούσαν τους γιους τους και τις θυγατέρες τους μέσα από τη φωτιά, και μεταχειρίζονταν μαντείες και οιωνισμούς, και πούλησαν τον εαυτό τους στο να πράττουν πονηρά, μπροστά στον Κύριο, για να τον παροργίζουν.
18
Γι' αυτά, ο Κύριος οργίστηκε υπερβολικά ενάντια στον Ισραήλ, και τους απέβαλε από το πρόσωπό του· δεν εναπέμεινε παρά μόνη η φυλή τού Ιούδα.
19
Ακόμα και ο Ιούδας δεν φύλαξε τις εντολές τού Κυρίου τού Θεού του, αλλά περπάτησαν στα διατάγματα του Ισραήλ, που είχαν κάνει.
20
Και ο Κύριος απέβαλε ολόκληρο το σπέρμα τού Ισραήλ, και τους κατέθλιψε, και τους παρέδωσε στο χέρι αυτών που διαρπάζουν, μέχρις ότου τους απέρριψε από το πρόσωπό του.
21
Επειδή, ο Ισραήλ αποσχίστηκε από την οικογένεια του Δαβίδ, και έκαναν βασιλιά τον Ιεροβοάμ, τον γιο τού Ναβάτ· και ο Ιεροβοάμ απέσπασε τον Ισραήλ από το να ακολουθεί τον Κύριο, και τους έκανε να αμαρτήσουν, αμαρτία μεγάλη.
22
Επειδή, οι γιοι Ισραήλ περπάτησαν σε όλες τις αμαρτίες τού Ιεροβοάμ, που είχε πράξει· δεν απομακρύνθηκαν απ' αυτές,
23
μέχρις ότου ο Κύριος απέβαλε τον Ισραήλ από το πρόσωπό του, όπως είχε μιλήσει διαμέσου όλων των δούλων του των προφητών. Και ο Ισραήλ μετοικίστηκε από τη γη του στην Ασσυρία, μέχρι αυτή την ημέρα.
24
Και ο βασιλιάς τής Ασσυρίας έφερε ανθρώπους από τη Βαβυλώνα, και από τη Χουθά, και από την Αυά, και από την Αιμάθ, και από τη Σεφαρουϊμ, και τους κατοίκισε στις πόλεις τής Σαμάρειας αντί για τους γιους Ισραήλ, και κληρονόμησαν τη Σαμάρεια, και κατοίκησαν στις πόλεις της.
25
Και στην αρχή τής κατοίκησής τους εκεί, δεν φοβήθηκαν τον Κύριο· και ο Κύριος έστειλε λιοντάρια ανάμεσά τους, και θανάτωναν απ' αυτούς.
26
Και είπαν στον βασιλιά τής Ασσυρίας, λέγοντας: Τα έθνη που μετοίκισες στις πόλεις τής Σαμάρειας, δεν γνωρίζουν τον νόμο τού Θεού τής γης· γι' αυτό, έστειλε τα λιοντάρια ανάμεσά τους, και δες, τους θανατώνουν, επειδή δεν γνωρίζουν τον νόμο τού Θεού τής γης.
27
Τότε, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας πρόσταξε, λέγοντας: Φέρτε εκεί έναν από τους ιερείς, που μετοικίσατε από εκεί· κι ας πάνε, και ας κατοικήσουν εκεί· και ας τους διδάξουν τον νόμο τού Θεού τής γης.
28
Και ένας από τους ιερείς, που τους μετοίκισαν στη Σαμάρεια, ήρθε και κατοίκησε στη Βαιθήλ, και τους δίδασκε πώς να φοβούνται τον Κύριο.
29
Κάθε ένα έθνος, όμως, έκαναν θεούς για τον εαυτό τους, και τους έβαλαν στους οίκους των ψηλών τόπων, που οι Σαμαρείτες είχαν κάνει, κάθε ένα έθνος στις πόλεις τους, όπου κατοικούσαν.
30
Και οι άνδρες τής Βαβυλώνας έκαναν τη Σοκχώθ-βενώθ, ενώ οι άνδρες τής Χουθά έκαναν τη Νεργάλ, και οι άνδρες τής Αιμάθ έκαναν την Ασιμά,
31
και οι Αυίτες έκαναν τη Νιβάζ, και τον Ταρτάκ, και οι Σεφαρουϊτες έκαιγαν τους γιους τους μέσα στη φωτιά στον Αδραμμέλεχ και Αναμμέλεχ, που ήσαν θεοί των Σεφαρουϊτών.
32
Έτσι φοβόνταν τον Κύριο· και έκαναν για τον εαυτό τους ιερείς των ψηλών τόπων από τους τελευταίους ανάμεσά τους, που θυσίαζαν γι' αυτούς μέσα στους οίκους των ψηλών τόπων.
33
Φοβόνταν μεν τον Κύριο, λάτρευαν όμως τους δικούς τους θεούς, σύμφωνα με τον τρόπο των εθνών, γι' αυτό μετοικίστηκαν.
34
Μέχρι την ημέρα αυτή κάνουν σύμφωνα με τους προηγούμενους τρόπους· δεν φοβούνται τον Κύριο, και δεν πράττουν σύμφωνα με τα διατάγματά τους, και σύμφωνα με τις κρίσεις τους, και σύμφωνα με τον νόμο και την εντολή, που ο Κύριος είχε προστάξει στους γιους Ιακώβ, τον οποίο ονόμασε Ισραήλ·
35
και ο Κύριος έκανε σ' αυτούς διαθήκη, και τους πρόσταξε, λέγοντας: Δεν θα φοβηθείτε άλλους θεούς, και δεν θα τους προσκυνήσετε ούτε θα τους λατρεύσετε ούτε θα θυσιάσετε σ' αυτούς·
36
αλλά, τον Κύριο, που σας έβγαλε από τη γη τής Αιγύπτου με μεγάλη δύναμη και με απλωμένον βραχίονα, αυτόν θα φοβάστε, κι αυτόν θα προσκυνάτε, και σ' αυτόν θα θυσιάζετε·
37
και τα διατάγματα, και τις κρίσεις, και τον νόμο, και την εντολή, που έγραψε για σας, θα προσέχετε να εκτελείτε πάντοτε· και άλλους θεούς δεν θα φοβηθείτε·
38
και τη διαθήκη που έκανα σε σας, δεν θα την ξεχάσετε· και δεν θα φοβηθείτε άλλους θεούς·
39
αλλά, τον Κύριο τον Θεό σας θα φοβάστε· κι αυτός θα σας ελευθερώσει από το χέρι όλων των εχθρών σας.
40
Όμως, δεν υπάκουσαν, αλλά έκαναν σύμφωνα με τους προηγούμενους τρόπους τους.
41
Κι αυτά τα έθνη φοβόνταν μεν τον Κύριο, λάτρευαν όμως τα γλυπτά τους· και οι γιοι τους, και οι γιοι των γιων τους, όπως έκαναν οι πατέρες τους, έτσι κάνουν κι αυτοί μέχρι αυτή την ημέρα.

2 Βασιλέων κεφάλαιο 18

1
ΚΑΙ στον τρίτο χρόνο τού Ωσηέ, γιου τού Ηλά, του βασιλιά τού Ισραήλ, βασίλευσε ο Εζεκίας, ο γιος τού Άχαζ, του βασιλιά τού Ιούδα.
2
Όταν βασίλευσε, ήταν ηλικίας 25 χρόνων· και βασίλευσε 29 χρόνια στην Ιερουσαλήμ. Και το όνομα της μητέρας του ήταν Αβί, θυγατέρα τού Ζαχαρία.
3
Και έκανε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, σύμφωνα με όλα όσα έκανε ο Δαβίδ ο πατέρας του.
4
Αυτός αφαίρεσε τους ψηλούς τόπους, και κατέσπασε τα αγάλματα, και κατέκοψε τα άλση και κατασύντριψε το χάλκινο φίδι, που ο Μωυσής είχε κάνει· επειδή, μέχρι τις ημέρες εκείνες οι γιοι Ισραήλ θυμίαζαν σ' αυτό· και το αποκάλεσε Νεουσθάν.
5
Είχε ελπίσει επάνω στον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ· και, ύστερα απ' αυτόν, δεν στάθηκε όμοιός του ανάμεσα σε όλους τους βασιλιάδες τού Ιούδα, αλλ' ούτε πριν απ' αυτόν·
6
επειδή, είχε προσκολληθεί στον Κύριο· δεν απομακρύνθηκε από του να τον ακολουθεί, αλλά τήρησε τις εντολές του, που ο Κύριος είχε προστάξει στον Μωυσή.
7
Και ο Κύριος ήταν μαζί του· όπου έβγαινε, κατευοδωνόταν· και αποστάτησε ενάντια στον βασιλιά τής Ασσυρίας, και δεν τον δούλεψε.
8
Αυτός πάταξε τους Φιλισταίους, μέχρι τη Γάζα και τα σύνορά της, από πύργο φυλάκων μέχρι οχυρή πόλη.
9
ΚΑΙ στον τέταρτο χρόνο τού βασιλιά Εζεκία, που ήταν ο έβδομος χρόνος τού Ωσηέ, γιου τού Ηλά, του βασιλιά τού Ισραήλ, ο Σαλμανασάρ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας ανέβηκε ενάντια στη Σαμάρεια, και την πολιορκούσε.
10
Και στο τέλος των τριών χρόνων την κυρίευσαν· στον έκτο χρόνο τού Εζεκία, που είναι ο ένατος του Ωσηέ, του βασιλιά τού Ισραήλ, κυριεύθηκε η Σαμάρεια.
11
Και ο βασιλιάς τής Ασσυρίας μετοίκισε τον Ισραήλ στην Ασσυρία, και τους έβαλε στην Αλά, και στην Αβώρ, κοντά στον ποταμό Γωζάν, και στις πόλεις των Μήδων·
12
επειδή, δεν είχαν υπακούσει στη φωνή τού Κυρίου τού Θεού τους, αλλά παρέβηκαν τη διαθήκη του, όλα όσα είχε προστάξει ο Μωυσής, ο δούλος τού Κυρίου, και δεν είχαν υπακούσει, ούτε τα έκαναν.
13
ΚΑΙ στον 14ο χρόνο τού βασιλιά Εζεκία, ανέβηκε ο Σενναχειρείμ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας, ενάντια σε όλες τις οχυρές πόλεις τού Ιούδα, και τις κυρίευσε.
14
Και ο Εζεκίας, ο βασιλιάς τού Ιούδα, έστειλε στον βασιλιά τής Ασσυρίας στη Λαχείς, λέγοντας: Αμάρτησα· φύγε από μένα· ό,τι επιβάλεις επάνω μου, θα το βαστάξω. Και ο βασιλιάς τής Ασσυρίας επέβαλε επάνω στον Εζεκία, τον βασιλιά τού Ιούδα, 300 τάλαντα ασήμι, και 30 τάλαντα χρυσάφι.
15
Και ο Εζεκίας τού έδωσε όλο το ασήμι που βρέθηκε στον οίκο τού Κυρίου, και στους θησαυρούς στο παλάτι τού βασιλιά.
16
Κατά τον καιρό εκείνο, ο Εζεκίας απέκοψε τις θύρες τού ναού τού Κυρίου, και τους στύλους που ο Εζεκίας, ο βασιλιάς τού Ιούδα, είχε περισκεπάσει με χρυσάφι, και το έδωσε στον βασιλιά τής Ασσυρίας.
17
Και ο βασιλιάς τής Ασσυρίας έστειλε τον Ταρτάν, και τον Ραβ-σαρείς, και τον Ραβ-σάκη, από τη Λαχείς, στον βασιλιά Εζεκία, με μεγάλη δύναμη, στην Ιερουσαλήμ. Κι εκείνοι ανέβηκαν και ήρθαν στην Ιερουσαλήμ. Και όταν ανέβηκαν, ήρθαν και στάθηκαν στον υδραγωγό τής άνω κολυμπήθρας, που είναι στον μεγάλο δρόμο τού χωραφιού τού γναφέα.
18
Και βόησαν στον βασιλιά, και βγήκαν σ' αυτούς ο Ελιακείμ, ο γιος τού Χελκία, του οικονόμου, και ο Σομνάς, ο γραμματέας, και ο Ιωάχ, ο γιος τού Ασάφ, ο υπομνηματογράφος.
19
Και ο Ραβ-σάκης τούς είπε: Πείτε τώρα στον Εζεκία: Έτσι λέει ο μεγάλος βασιλιάς, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας: Ποιο είναι το θάρρος αυτό επάνω στο οποίο θαρρείς;
20
Εσύ λες, (εντούτοις, είναι λόγια χειλέων): Έχω θέληση και δύναμη για πόλεμο· αλλ' επάνω σε ποιον έχεις το θάρρος σου, ώστε αποστάτησες εναντίον μου;
21
Τώρα, δες, εσύ έχεις το θάρρος επάνω στη ράβδο τού συντριμμένου εκείνου καλάμου, επάνω στην Αίγυπτο, επάνω στον οποίο αν κάποιος στηριχθεί, θα μπηχτεί μέσα στο χέρι του, και θα το τρυπήσει· τέτοιος είναι ο Φαραώ, ο βασιλιάς τής Αιγύπτου, σε όλους όσους έχουν το θάρρος τους επάνω σ' αυτόν.
22
Αλλ' αν μου πείτε: Εμείς έχουμε το θάρρος μας επάνω στον Κύριο τον Θεό μας· δεν είναι αυτός, του οποίου ο Εζεκίας αφαίρεσε τους ψηλούς τόπους και τα θυσιαστήρια, και είπε στον Ιούδα και στην Ιερουσαλήμ: Μπροστά σ' αυτό το θυσιαστήριο θα προσκυνήσετε στην Ιερουσαλήμ;
23
Τώρα, λοιπόν, δώσε ενέχυρα στον κύριό μου τον βασιλιά τής Ασσυρίας, κι εγώ θα σου δώσω 2.000 άλογα, αν μπορείς από μέρους σου να δώσεις γι' αυτά καβαλάρηδες.
24
Πώς, λοιπόν, θα στρέψεις πίσω το πρόσωπο ενός τοπάρχη από τους ελάχιστους των δούλων τού κυρίου μου, και έλπισες επάνω στην Αίγυπτο για άμαξες και για καβαλάρηδες;
25
Και, τώρα, χωρίς τον Κύριο ανέβηκα εγώ ενάντια σ' αυτόν τον τόπο, για να τον καταστρέψω; Ο Κύριος μου είπε: Ανέβα ενάντια σ' αυτή τη γη, και κατάστρεψέ την.
26
Τότε, είπε ο Ελιακείμ, ο γιος τού Χελκία, και ο Σομνάς, και ο Ιωάχ, στον Ραβ-σάκη: Μίλησε, παρακαλώ, στους δούλους σου στη Συριακή γλώσσα· επειδή, την καταλαβαίνουμε· και μη μας μιλάς Ιουδαϊστί, σε επήκοον του λαού επάνω στο τείχος.
27
Αλλά, ο Ραβ-σάκης τούς είπε: Μήπως ο κύριός μου με έστειλε στον κύριό σου, και σε σένα, για να μιλήσω αυτά τα λόγια; Δεν με έστειλε προς τους άνδρες που κάθονται επάνω στο τείχος, για να φάνε την κόπρο τους, και να πιουν τα ούρα τους, μαζί σας;
28
Τότε, ο Ραβ-σάκης στάθηκε, και φώναξε με δυνατή φωνή, Ιουδαϊστί, και μίλησε, λέγοντας: Ακούστε τόν λόγο τού μεγάλου βασιλιά, του βασιλιά τής Ασσυρίας·
29
Έτσι λέει ο βασιλιάς· Μη σας απατάει ο Εζεκίας· επειδή, δεν θα μπορέσει να σας λυτρώσει από το χέρι του·
30
και μη σας κάνει ο Εζεκίας να έχετε θάρρος επάνω στον Κύριο, λέγοντας: Ο Κύριος σίγουρα θα μας λυτρώσει, και η πόλη αυτή δεν θα παραδοθεί στο χέρι τού βασιλιά τής Ασσυρίας.
31
Μη ακούτε τον Εζεκία· επειδή, έτσι λέει ο βασιλιάς τής Ασσυρίας: Κάντε μαζί μου συμβιβασμό, και βγείτε έξω προς εμένα· και φάτε κάθε ένας από την άμπελό του, και κάθε ένας από τη συκιά του, και πιείτε κάθε ένας από τη δεξαμενή του·
32
έως ότου έρθω, και σας πάρω σε γη όμοια με τη γη σας, γη με σιτάρι και κρασί, γη με ψωμί και αμπελώνες, γη με λάδι και μέλι, για να ζήσετε και να μη πεθάνετε· και μη ακούτε τον Εζεκία, όταν σας απατάει, λέγοντας: Ο Κύριος θα μας λυτρώσει.
33
Μήπως, στ' αλήθεια, κάποιος από τους θεούς των εθνών λύτρωσε τη γη του από το χέρι τού βασιλιά τής Ασσυρίας;
34
Πού είναι οι θεοί τής Αιμάθ και της Αρφάδ; Πού είναι οι θεοί τής Σεφαρουϊμ, της Ενά, και της Αυά; Μήπως λύτρωσαν από το χέρι μου τη Σαμάρεια;
35
Ποιοι ανάμεσα σε όλους τους θεούς αυτών των τόπων λύτρωσαν τη γη τους από το χέρι μου, ώστε και ο Κύριος να λυτρώσει την Ιερουσαλήμ από το χέρι μου;
36
Και ο λαός σιωπούσε, και δεν του απάντησε έναν λόγο· επειδή, ο βασιλιάς είχε προστάξει, λέγοντας: Μη του απαντήσετε.
37
Τότε, ο Ελιακείμ, ο γιος τού Χελκία, ο οικονόμος, και ο Σομνάς, ο γραμματέας, και ο Ιωάχ, ο γιος τού Ασάφ, ο υπομνηματογράφος, ήρθαν στον Εζεκία με σχισμένα τα ιμάτια, και του ανήγγειλαν τα λόγια τού Ραβ-σάκη.

2 Βασιλέων κεφάλαιο 19

1
ΚΑΙ όταν το άκουσε ο βασιλιάς Εζεκίας, έσχισε τα ιμάτιά του, και σκεπάστηκε με σάκο, και μπήκε μέσα στον οίκο τού Κυρίου.
2
Και έστειλε τον Ελιακείμ, τον οικονόμο, και τον Σομνά, τον γραμματέα, και τους πρεσβύτερους των ιερέων, σκεπασμένους με σάκους, προς τον προφήτη Ησαϊα, τον γιο τού Αμώς.
3
Και του είπαν: Έτσι λέει ο Εζεκίας: Η ημέρα αυτή είναι ημέρα θλίψης, και ονειδισμού, και βλασφημίας· επειδή, τα παιδιά ήρθαν στην ώρα τής γέννας, όμως δεν υπάρχει δύναμη στην ετοιμόγεννη·
4
είθε ο Κύριος ο Θεός σου να άκουσε όλα τα λόγια τού Ραβ-σάκη, που έστειλε ο βασιλιάς τής Ασσυρίας, ο κύριός του, για να ονειδίσει τον ζωντανό Θεό, και να βρίσει με τα λόγια, που άκουσε ο Κύριος ο Θεός σου· γι' αυτό, ύψωσε δέηση για το υπόλοιπο που απέμεινε.
5
Και ήρθαν στον Ησαϊα οι δούλοι τού βασιλιά Εζεκία.
6
Και ο Ησαϊας τούς είπε: Έτσι θα πείτε στον κύριό σας: Έτσι λέει ο Κύριος: Μη φοβάσαι από τα λόγια που άκουσες, με τα οποία με ονείδισαν οι δούλοι τού βασιλιά τής Ασσυρίας·
7
δες, εγώ θα βάλω μέσα του ένα τέτοιο πνεύμα, ώστε, καθώς θα ακούσει θόρυβο, θα επιστρέψει στη γη του· και θα τον κάνω να πέσει με μάχαιρα στην ίδια του τη γη.
8
Ο Ραβ-σάκης, λοιπόν, γύρισε, και βρήκε τον βασιλιά τής Ασσυρίας να πολεμάει ενάντια στη Λιβνά· επειδή, άκουσε ότι έφυγε από τη Λαχείς.
9
Και όταν ο βασιλιάς άκουσε να λένε για τον Θιρακά, τον βασιλιά τής Αιθιοπίας: Δες, βγήκε να σε πολεμήσει, έστειλε πάλι πρεσβευτές στον Εζεκία, λέγοντας:
10
Έτσι θα πείτε στον Εζεκία, τον βασιλιά τού Ιούδα, λέγοντας: Ο Θεός σου, επάνω στον οποίο έχεις το θάρρος σου, ας μη σε εξαπατάει, λέγοντας: Η Ιερουσαλήμ δεν θα παραδοθεί στο χέρι τού βασιλιά τής Ασσυρίας·
11
δες, εσύ άκουσες τι έκαναν οι βασιλιάδες τής Ασσυρίας σε όλους τους τόπους, καταστρέφοντάς τους· κι εσύ θα λυτρωθείς;
12
Μήπως οι θεοί των εθνών λύτρωσαν εκείνους που οι πατέρες μου κατέστρεψαν, την Γωζάν, και τη Χαρράν, και τη Ρεσέφ, και τους γιους τού Εδέν, που ήσαν στην Τελασσάρ;
13
Πού είναι ο βασιλιάς τής Αιμάθ, και ο βασιλιάς τής Αρφάδ, και ο βασιλιάς τής πόλης Σεφαρουϊμ, της Ενά, και της Αυά;
14
Και ο Εζεκίας, παίρνοντας την επιστολή από το χέρι των πρεσβευτών, τη διάβασε· και ο Εζεκίας ανέβηκε στον οίκο τού Κυρίου, και την ξετύλιξε μπροστά στον Κύριο.
15
Και προσευχήθηκε ο Εζεκίας μπροστά στον Κύριο, λέγοντας: Κύριε, Θεέ τού Ισραήλ, που κάθεσαι επάνω στα χερουβείμ, εσύ ο ίδιος είσαι ο Θεός, ο μόνος, όλων των βασιλείων τής γης· εσύ έκανες τον ουρανό και τη γη·
16
στρέψε, Κύριε, το αυτί σου, και άκουσε· άνοιξε, Κύριε, τα μάτια σου, και δες· και άκουσε τα λόγια τού Σενναχειρείμ, που έστειλε τούτον να ονειδίσει τον ζωντανό Θεό·
17
αληθινά, Κύριε, οι βασιλιάδες τής Ασσυρίας ερήμωσαν τα έθνη, και τους τόπους τους,
18
και έρριξαν τους θεούς τους στη φωτιά· επειδή, δεν ήσαν θεοί, αλλά έργο χεριών ανθρώπων, ξύλα και πέτρες· γι' αυτό, τους κατέστρεψαν·
19
τώρα, λοιπόν, Κύριε Θεέ μας, σώσε μας, παρακαλώ, από το χέρι του· για να γνωρίσουν όλα τα βασίλεια της γης, ότι εσύ είσαι Κύριος, ο Θεός, ο μόνος.
20
Τότε, ο Ησαϊας, ο γιος τού Αμώς, έστειλε στον Εζεκία, λέγοντας: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ: Άκουσα όσα προσευχήθηκες σε μένα, ενάντια στον Σενναχειρείμ, τον βασιλιά τής Ασσυρίας.
21
Αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος μίλησε γι' αυτόν: Σε καταφρόνησε, σε ενέπαιξε, η παρθένα, η θυγατέρα τής Σιών· κούνησε πίσω σου το κεφάλι η θυγατέρα τής Ιερουσαλήμ.
22
Ποιον ονείδισες και βλασφήμησες; Και ενάντια σε ποιον ύψωσες φωνή, σήκωσες ψηλά τα μάτια σου; Ενάντια στον Άγιο του Ισραήλ.
23
Τον Κύριο ονείδισες διαμέσου των πρεσβευτών σου, και είπες: «Με το πλήθος των αμαξών μου ανέβηκα εγώ στο ύψος των βουνών, στα πλάγια του Λιβάνου· και θα κόψω τους ψηλούς κέδρους του, τα εκλεκτά ελάτια του· και θα μπω μέσα στα τελευταία οικήματά του, στο δάσος τού Καρμήλου του·
24
εγώ έσκαψα, και ήπια ξένα νερά· και με το ίχνος των ποδιών μου ξέρανα όλους τούς ποταμούς των πολιορκούμενων».
25
Μήπως δεν άκουσες ότι εγώ το έκανα αυτό από παλιά, και το σχεδίασα από τις αρχαίες ημέρες; Και, τώρα, το εκτέλεσα, ώστε εσύ να είσαι για να καταστρέφεις οχυρωμένες πόλεις σε σωρούς ερειπίων.
26
Γι' αυτό, οι κάτοικοί τους ήσαν μικρής δύναμης, τρόμαξαν και ντροπιάστηκαν· ήσαν σαν το χορτάρι τού χωραφιού, σαν τη χλόη, και σαν το χορτάρι των ταρατσών, και σαν το σιτάρι που καίγεται πριν καλαμώσει.
27
Όμως, εγώ γνωρίζω την κατοικία σου, και την έξοδό σου, και την είσοδό σου, και τη λύσσα σου εναντίον μου.
28
Επειδή, η λύσσα σου εναντίον μου, και η αλαζονεία σου, ανέβηκαν στα αυτιά μου, γι' αυτό θα βάλω τον κρίκο μου στα ρουθούνια σου, και το χαλινάρι μου στα χείλη σου, και θα σε γυρίσω πίσω διαμέσου τού δρόμου από τον οποίο ήρθες.
29
Και τούτο θα είναι το σημείο σε σένα: Αυτό τον χρόνο θα φάτε ό,τι είναι αυτοφυές· και τον δεύτερο χρόνο ό,τι φυτρώνει από το ίδιο· και τον τρίτο χρόνο, σπείρετε, και θερίστε, και φυτέψτε αμπελώνες, και φάτε τον καρπό τους.
30
Και το υπόλοιπο από τον οίκο τού Ιούδα, αυτό που διασώθηκε, θα ξαναριζώσει από κάτω, και θα δώσει επάνω καρπούς.
31
Επειδή, από την Ιερουσαλήμ θα βγει το υπόλοιπο, και από το βουνό Σιών αυτό που διασώθηκε· ο ζήλος τού Κυρίου των δυνάμεων θα το εκτελέσει αυτό.
32
Γι' αυτό, έτσι λέει ο Κύριος για τον βασιλιά τής Ασσυρίας: Δεν θα μπει σ' αυτή την πόλη ούτε θα τοξεύσει εκεί κάποιο βέλος ούτε θα προβάλει εναντίον της ασπίδα ούτε θα υψώσει πρόχωμα εναντίον της.
33
Διαμέσου τού δρόμου από τον οποίο ήρθε, διαμέσου αυτού θα επιστρέψει, και στην πόλη αυτή δεν θα μπει μέσα, λέει ο Κύριος.
34
Επειδή, εγώ θα υπερασπιστώ αυτή την πόλη, ώστε να τη σώσω, για χάρη μου, και για χάρη τού δούλου μου του Δαβίδ.
35
Και τη νύχτα εκείνη βγήκε ο άγγελος του Κυρίου, και πάταξε στο στρατόπεδο των Ασσυρίων 185.000· και όταν σηκώθηκαν το πρωί, δέστε, ήσαν όλοι νεκρά σώματα.
36
Και ο Σενναχειρείμ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας, σηκώθηκε και έφυγε, και γύρισε, και κατοίκησε στη Νινευή.
37
Κι ενώ προσκυνούσε στον οίκο τού θεού του, του Νισρώκ, ο Αδραμμέλεχ και ο Σαρασάρ, οι γιοι του, τον πάταξαν με μάχαιρα· κι αυτοί έφυγαν στη γη τής Αρμενίας· και αντ' αυτού βασίλευσε ο γιος του ο Εσαραδδών.

2 Βασιλέων κεφάλαιο 20

1
Κατά τις ημέρες εκείνες ο Εζεκίας αρρώστησε σε θάνατο· και ο Ησαϊας ο προφήτης, ο γιος τού Αμώς, ήρθε σ' αυτόν, και του είπε: Έτσι λέει ο Κύριος: Διάταξε για τον οίκο σου, επειδή πεθαίνεις, και δεν θα ζήσεις.
2
Τότε, έστρεψε το πρόσωπό του προς τον τοίχο, και προσευχήθηκε στον Κύριο, λέγοντας:
3
Παρακαλώ, Κύριε, θυμήσου τώρα, πώς περπάτησα μπροστά σου με αλήθεια, και με τέλεια καρδιά, και έπραξα μπροστά σου το αρεστό. Και ο Εζεκίας έκλαψε μεγάλον κλαυθμό.
4
Και πριν ο Ησαϊας βγει στη μεσαία αυλή, έγινε σ' αυτόν λόγος τού Κυρίου, λέγοντας:
5
Γύρνα πίσω, και πες στον Εζεκία, τον ηγεμόνα τούυ λαού μου: Έτσι λέει ο Κύριος, ο Θεός του Δαβίδ, του πατέρα σου: Άκουσα την προσευχή σου, είδα τα δάκρυά σου· δες, εγώ θα σε γιατρέψω· την τρίτη ημέρα θα ανέβεις στον οίκο τού Κυρίου·
6
και θα προσθέσω στις ημέρες σου 15 χρόνια· και θα ελευθερώσω εσένα κι αυτή την πόλη από τα χέρια τού βασιλιά τής Ασσυρίας· και θα υπερασπιστώ αυτή την πόλη, για χάρη μου, και για χάρη τού δούλου μου του Δαβίδ.
7
Και ο Ησαϊας είπε: Πάρτε μια παλάθη από σύκα. Και πήραν, και την έβαλαν επάνω στο έλκος, και ανέρρωσε στην υγεία του.
8
Και ο Εζεκίας είπε στον Ησαϊα: Ποιο είναι το σημάδι ότι ο Κύριος θα με γιατρέψει, και ότι θα ανέβω στον οίκο τού Κυρίου την τρίτη ημέρα;
9
Και ο Ησαϊας είπε: Αυτό θα είναι σε σένα το σημάδι από τον Κύριο, ότι ο Κύριος θα κάνει το πράγμα που μίλησε: Να προχωρήσει η σκιά δέκα βαθμούς ή να στραφεί πίσω δέκα βαθμούς;
10
Και ο Εζεκίας απάντησε: Ελαφρό πράγμα είναι να κατέβει η σκιά δέκα βαθμούς· όχι, αλλά ας στραφεί η σκιά προς τα πίσω δέκα βαθμούς.
11
Και ο Ησαϊας ο προφήτης βόησε στον Κύριο, και έστρεψε τη σκιά προς τα πίσω δέκα βαθμούς, με τους βαθμούς που κατέβηκε επάνω στους βαθμούς τού ηλιακού ωρολογίου του Άχαζ.
12
Κατά τον καιρό εκείνο, ο Βερωδάχ-βαλαδάν, ο γιος τού Βαλαδάν, ο βασιλιάς τής Βαβυλώνας, έστειλε επιστολές και ένα δώρο στον Εζεκία· επειδή, είχε ακούσει ότι ο Εζεκίας αρρώστησε.
13
Και ο Εζεκίας τούς δέχθηκε σε ακρόαση, και τους έδειξε όλο το σπίτι των πολύτιμων πραγμάτων του, το ασήμι, και το χρυσάφι, και τα αρώματα, και τα πολύτιμα μύρα, και ολόκληρη την οπλοθήκη του, και κάθε τι που βρισκόταν στους θησαυρούς του· δεν υπήρχε τίποτε μέσα στο παλάτι του ούτε κάτω από την εξουσία του, που ο Εζεκίας δεν τους το έδειξε.
14
Και ο Ησαϊας ο προφήτης ήρθε στον βασιλιά Εζεκία, και του είπε: Τι λένε αυτοί οι άνθρωποι; Και από πού ήρθαν σε σένα; Και ο Εζεκίας είπε: Έρχονται από μια μακρυνή γη, από τη Βαβυλώνα.
15
Κι εκείνος είπε: Τι είδαν μέσα στο παλάτι σου; Και ο Εζεκίας απάντησε: Είδαν κάθε τι που υπάρχει μέσα στο παλάτι μου· δεν υπάρχει τίποτε στους θησαυρούς μου, που δεν τους το έδειξα.
16
Τότε, ο Ησαϊας είπε στον Εζεκία: Άκουσε τον λόγο τού Κυρίου:
17
Δες, έρχονται ημέρες, κατά τις οποίες οτιδήποτε υπάρχει μέσα στο παλάτι σου, και οτιδήποτε οι πατέρες σου αποταμίευσαν μέχρι αυτή την ημέρα, θα μετακομιστεί στη Βαβυλώνα· δεν θα μείνει τίποτε, λέει ο Κύριος·
18
και από τους γιους σου, που θα βγουν από σένα, τους οποίους θα γεννήσεις, θα πάρουν· και θα γίνουν ευνούχοι στο παλάτι τού βασιλιά τής Βαβυλώνας.
19
Τότε, ο Εζεκίας είπε στον Ησαϊα: Καλός ο λόγος τού Κυρίου, που μίλησες. Είπε ακόμα: Δεν θα υπάρχει ειρήνη και ασφάλεια στις ημέρες μου;
20
Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Εζεκία, και όλα τα κατορθώματά του, και με ποιον τρόπο έκανε το υδροστάσιο, και το υδραγωγείο, και έφερε το νερό στην πόλη, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ιούδα;
21
Και ο Εζεκίας κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Μανασσής, ο γιος του.

2 Βασιλέων κεφάλαιο 21

1
Ο ΜΑΝΑΣΣΗΣ ήταν ηλικίας 12 χρόνων, όταν βασίλευσε· και βασίλευσε 55 χρόνια στην Ιερουσαλήμ· και το όνομα της μητέρας του ήταν Εφσιβά.
2
Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, σύμφωνα με τα βδελύγματα των εθνών, που ο Κύριος είχε εκδιώξει μπροστά από τους γιους Ισραήλ.
3
Και ξανάκτισε τους ψηλούς τόπους, που ο πατέρας του ο Εζεκίας είχε καταστρέψει· και ξανατοποθέτησε θυσιαστήρια στον Βάαλ, και έκανε ένα άλσος, όπως είχε κάνει ο Αχαάβ, ο βασιλιάς τού Ισραήλ· και προσκύνησε ολόκληρη τη στρατιά τού ουρανού και τα λάτρευσε.
4
Και έκτισε θυσιαστήρια στον οίκο τού Κυρίου, για τον οποίο ο Κύριος είχε πει: Στην Ιερουσαλήμ θα βάλω το όνομά μου.
5
Και έκτισε θυσιαστήρια σε ολόκληρη τη στρατιά τού ουρανού, μέσα στις δύο αυλές τού οίκου τού Κυρίου.
6
Και διαπέρασε μέσα από τη φωτιά τον γιο του, και προμάντευε καιρούς, και έκανε οιωνισμούς, και σύστησε ανταποκριτές δαιμονίων, και επαοιδούς· έπραξε πολύ πονηρά μπροστά στον Κύριο, για να τον παροργίσει.
7
Και το γλυπτό τού άλσους, που είχε κάνει, το έστησε μέσα στον οίκο, για τον οποίο ο Κύριος είχε πει στον Δαβίδ, και στον Σολομώντα τον γιο του: Μέσα σ' αυτόν τον οίκο, και στην Ιερουσαλήμ, που διάλεξα από όλες τις φυλές τού Ισραήλ, θα βάλω το όνομά μου στον αιώνα·
8
και δεν θα μετακινήσω το πόδι τού Ισραήλ από τη γη, που έδωσα στους πατέρες τους· αν μόνον προσέξουν να κάνουν σύμφωνα με όλα όσα τους πρόσταξα, και σύμφωνα με ολόκληρο τον νόμο, που ο δούλος μου ο Μωυσής τούς είχε προστάξει.
9
Όμως, δεν υπάκουσαν· και τους πλάνησε ο Μανασσής, ώστε να κάνουν πονηρότερα από τα έθνη, που ο Κύριος είχε αφανίσει μπροστά από τους γιους Ισραήλ.
10
Και ο Κύριος μίλησε διαμέσου των δούλων του των προφητών, λέγοντας:
11
Επειδή, ο Μανασσής, ο βασιλιάς τού Ιούδα, έπραξε αυτά τα βδελύγματα, πονηρότερα από όλα όσα είχαν πράξει οι Αμορραίοι, που ήσαν πριν απ' αυτόν, και έκανε ακόμα τον Ιούδα να αμαρτήσει διαμέσου των ειδώλων του,
12
γι' αυτό, έτσι λέει ο Κύριος, ο Θεός τού Ισραήλ: Δες, εγώ φέρνω κακό επάνω στην Ιερουσαλήμ, και επάνω στον Ιούδα, ώστε καθένας που θα ακούσει γι' αυτό, θα ηχήσουν και τα δυο του αυτιά·
13
και θα απλώσω επάνω στην Ιερουσαλήμ το σχοινί τής Σαμάρειας, και τη στάθμη τής οικογένειας του Αχαάβ· και θα σφουγγίσω την Ιερουσαλήμ, όπως κάποιος σφουγγίζει μια κούπα, και αφού τη σφουγγίσει, την αναποδογυρίζει·
14
και θα εγκαταλείψω το υπόλοιπο της κληρονομιάς μου, και θα τους παραδώσω στο χέρι των εχθρών τους· και θα είναι σε διαρπαγή και λεηλασία σε όλους τους εχθρούς τους·
15
επειδή, έπραξαν πονηρά μπροστά μου, και με παρόργισαν, από την ημέρα που οι πατέρες τους βγήκαν έξω από τη γη τής Αιγύπτου, μέχρι αυτή την ημέρα.
16
Κι ακόμα, ο Μανασσής έχυσε αθώο αίμα, υπερβολικά πολύ, μέχρις ότου γέμισε την Ιερουσαλήμ από το ένα άκρο μέχρι το άλλο άκρο· εκτός από την αμαρτία του, με την οποία έκανε τον Ιούδα να αμαρτήσει, πράττοντας πονηρά μπροστά στον Κύριο.
17
Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Μανασσή, και όλα όσα έκανε, και η αμαρτία του που αμάρτησε, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ιούδα;
18
Και ο Μανασσής κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και τάφηκε στον κήπο τού παλατιού του, στον κήπο τού Ουζά· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Αμών, ο γιος του.
19
Ο ΑΜΩΝ ήταν 22 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε δύο χρόνια στην Ιερουσαλήμ· και το όνομα της μητέρας του ήταν Μεσουλλεμέθ, θυγατέρα τού Αρούς από την Ιοτεβά.
20
Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, όπως έπραξε ο Μανασσής ο πατέρας του.
21
Και περπάτησε σε όλους τους δρόμους, στους οποίους περπάτησε ο πατέρας του· και λάτρευσε τα είδωλα, που λάτρευσε ο πατέρας του, και τα προσκύνησε.
22
Και εγκατέλειψε τον Κύριο τον Θεό των πατέρων του, και δεν περπάτησε στον δρόμο τού Κυρίου.
23
Και οι δούλοι τού Αμών συνωμότησαν εναντίον του· και θανάτωσαν τον βασιλιά μέσα στο παλάτι του.
24
Και ο λαός τής γης θανάτωσε όλους εκείνους που συνωμότησαν ενάντια στον βασιλιά Αμών· και ο λαός τής γης έκανε αντ' αυτού βασιλιά τον Ιωσία, τον γιο τού βασιλιά.
25
Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Αμών, όσες έκανε, δεν είναι γραμμένες στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ιούδα;
26
Και τον έθαψαν στον τάφο του, στον κήπο τού Ουζά· και αντ' αυτού βασίλευσε ο γιος του, ο Ιωσίας.

2 Βασιλέων κεφάλαιο 22

1
Ο ΙΩΣΙΑΣ ήταν ηλικίας οκτώ χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε στην Ιερουσαλήμ 31 χρόνια· και το όνομα της μητέρας του ήταν Ιεδιδά, θυγατέρα τού Αδαϊα, από τη Βοσκάθ.
2
Και έπραξε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, και περπάτησε σε όλους τούς δρόμους τού πατέρα του, του Δαβίδ, και δεν ξέκλινε δεξιά ή αριστερά.
3
Και στον 18ο χρόνο τού βασιλιά Ιωσία, ο βασιλιάς έστειλε τον Σαφάν, τον γιο τού Αζαλία, γιου τού Μεσουλλάμ, τον γραμματέα, στον οίκο τού Κυρίου, λέγοντας:
4
Ανέβα στον Χελκία, τον μεγάλο ιερέα, και πες του να μετρήσει το ασήμι, που μπήκε μέσα στον οίκο τού Κυρίου, το οποίο συγκέντρωσαν από τον λαό εκείνοι που φυλάττουν τη θύρα·
5
και ας το παραδώσουν στο χέρι εκείνων που εκτελούν τα έργα, αυτών που επιστατούν στον οίκο τού Κυρίου· κι εκείνοι ας το δώσουν στους εργαζόμενους τα έργα, που γίνονται μέσα στον οίκο του Κυρίου, για να επισκευάσουν τα χαλάσματα του οίκου,
6
στους ξυλουργούς, και τους οικοδόμους, και τους τοιχοποιούς, και για να αγοράσουν ξύλα, και πελεκητές πέτρες, για να επισκευάσουν τον οίκο.
7
Όμως, δεν γινόταν μαζί τους κανένας λογαριασμός για το ασήμι που δινόταν στα χέρια τους, επειδή εργάζονταν με πιστότητα.
8
Και ο Χελκίας, ο μεγάλος ιερέας, είπε στον Σαφάν, τον γραμματέα: Βρήκα το βιβλίο τού νόμου μέσα στον οίκο τού Κυρίου. Και ο Χελκίας έδωσε το βιβλίο στον Σαφάν, και το διάβασε.
9
Και ήρθε ο Σαφάν, ο γραμματέας, προς τον βασιλιά, και ανέφερε έναν λόγο στον βασιλιά, και είπε: Οι δούλοι σου συγκέντρωσαν το ασήμι αυτό που βρέθηκε στον οίκο, και το παρέδωσαν στο χέρι εκείνων που εκτελούν τα έργα, αυτών που επιστατούν στον οίκο τού Κυρίου.
10
Και ο Σαφάν ο γραμματέας ανήγγειλε στον βασιλιά, λέγοντας: Ο Χελκίας, ο ιερέας, μού έδωσε ένα βιβλίο. Και ο Σαφάν το διάβασε μπροστά στον βασιλιά.
11
Και καθώς ο βασιλιάς άκουσε τα λόγια τού βιβλίου τού νόμου, έσχισε τα ιμάτιά του.
12
Και ο βασιλιάς πρόσταξε τον Χελκία, τον ιερέα, και τον Αχικάμ, τον γιο τού Σαφάν, και τον Αχβώρ, τον γιο τού Μιχαϊα, και τον Σαφάν τον γραμματέα, και τον Ασαϊα, τον δούλο τού βασιλιά, λέγοντας:
13
Πηγαίνετε, ρωτήστε τον Κύριο για μένα, και για τον λαό, και για ολόκληρον τον Ιούδα, για τα λόγια αυτού του βιβλίου, που βρέθηκε· επειδή, είναι μεγάλη η οργή τού Κυρίου που άναψε εναντίον μας, επειδή, οι πατέρες μας δεν υπάκουσαν στα λόγια αυτού του βιβλίου, ώστε να κάνουν σύμφωνα με τα γραμμένα για μας.
14
Τότε, ο Χελκίας ο ιερέας, και ο Αχικάμ, και ο Αχβώρ, και ο Σαφάν, και ο Ασαϊας, πήγαν στην Όλδα, την προφήτισσα, τη γυναίκα τού Σαλλούμ, γιου τού Τικβά, γιου τού Αράς, του ιματιοφύλακα· (κι αυτή κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ, προς το Μισνέ)· και μίλησαν μαζί της.
15
Και τους είπε: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ: Πείτε στον άνθρωπο που σας έστειλε σε μένα:
16
Έτσι λέει ο Κύριος: Δες, εγώ φέρνω κακά επάνω σ' αυτόν τον τόπο, κι επάνω στους κατοίκους του, όλα τα λόγια τού βιβλίου, που ο βασιλιάς τού Ιούδα διάβασε·
17
επειδή, με εγκατέλειψαν, και θυμίασαν σε άλλους θεούς, για να με παροργίσουν με όλα τα έργα των χεριών τους· γι' αυτό, θα εκχυθεί ο θυμός μου επάνω σ' αυτόν τον τόπο, και δεν θα σβήσει.
18
Όμως, στον βασιλιά τού Ιούδα, που σας έστειλε να ρωτήσετε τον Κύριο, έτσι θα του πείτε: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ: Για τα λόγια που άκουσες,
19
επειδή απαλύνθηκε η καρδιά σου, και ταπεινώθηκες μπροστά στον Κύριο, όταν άκουσες όσα μίλησα εναντίον αυτού τού τόπου, και εναντίον των κατοίκων του, ότι θα γίνουν ερήμωση και κατάρα, και έσχισες τα ιμάτιά σου, και έκλαψες μπροστά μου· γι' αυτό κι εγώ εισάκουσα, λέει ο Κύριος·
20
δες, λοιπόν, εγώ θα σε συνάξω στους πατέρες σου, και θα συναχθείς στον τάφο σου με ειρήνη· και τα μάτια σου δεν θα δουν όλα τα κακά, που εγώ θα φέρω επάνω σ' αυτόν τον τόπο.Και έφεραν την απάντηση στον βασιλιά.

2 Βασιλέων κεφάλαιο 23

1
ΚΑΙ ο βασιλιάς έστειλε, και συγκέντρωσε κοντά του όλους τούς πρεσβύτερους του Ιούδα και της Ιερουσαλήμ.
2
Και ο βασιλιάς ανέβηκε στον οίκο τού Κυρίου, και όλοι οι άνδρες τού Ιούδα, και όλοι οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ μαζί του, και οι ιερείς, και οι προφήτες, και ολόκληρος ο λαός, από μικρόν μέχρι μεγάλον· και σε επήκοόν τους διάβασε όλα τα λόγια τού βιβλίου τής διαθήκης, που βρέθηκε στον οίκο τού Κυρίου.
3
Και καθώς ο βασιλιάς στάθηκε κοντά στον στύλο, έκανε συνθήκη μπροστά στον Κύριο, να περπατάει ακολουθώντας τον Κύριο, και να τηρεί τις εντολές του, και τα μαρτύριά του, και τα διατάγματά του, με όλη την καρδιά και με όλη την ψυχή, ώστε να εκτελεί τα λόγια αυτής της διαθήκης, που είναι γραμμένα μέσα σ' αυτό το βιβλίο. Και ολόκληρος ο λαός στάθηκε στη συνθήκη.
4
Και ο βασιλιάς πρόσταξε τον Χελκία, τον μεγάλο ιερέα, και τους ιερείς τής δεύτερης τάξης, και τους φύλακες της πύλης, να βγάλουν από τον ναό τού Κυρίου όλα τα σκεύη, που είχαν κατασκευαστεί για τον Βάαλ, και για το άλσος, και για ολόκληρη τη στρατιά τού ουρανού· και τα έκαψε έξω από την Ιερουσαλήμ, μέσα στα χωράφια τού χειμάρρου των Κέδρων, και τη στάχτη τους τη μετακόμισαν στη Βαιθήλ.
5
Και κατάργησε τους ειδωλολάτρες ιερείς, που οι βασιλιάδες τού Ιούδα είχαν διορίσει να θυμιάζουν στους ψηλούς τόπους, στις πόλεις τού Ιούδα, και στα γύρω τής Ιερουσαλήμ· και εκείνους που θυμίαζαν στον Βάαλ, στον ήλιο, και στο φεγγάρι, και στα ζώδια, και σε ολόκληρη τη στρατιά τού ουρανού.
6
Και έβγαλε έξω από τον οίκο τού Κυρίου το άλσος, έξω από την Ιερουσαλήμ, στον χείμαρρο των Κέδρων, και το κατέκαψε στον χείμαρρο των Κέδρων, και το κονιορτοποίησε, και τη σκόνη του την έρριξε επάνω στα μνήματα των γιων τού πλήθους.
7
Και καταγκρέμισε τα σπίτια των σοδομιτών, που ήσαν μέσα στον οίκο τού Κυρίου, όπου οι γυναίκες ύφαιναν παραπετάσματα για το άλσος.
8
Και έφερε όλους τούς ιερείς από τις πόλεις τού Ιούδα, και βεβήλωσε τους ψηλούς τόπους, στους οποίους θυμίαζαν οι ιερείς, από τη Γεβά μέχρι τη Βηρ-σαβεέ, και καταγκρέμισε τους ψηλούς τόπους των πυλών, που ήσαν στην είσοδο της πύλης τού Ιησού, του άρχοντα της πόλης, αυτή που ήταν από τα αριστερά τής πύλης τής πόλης.
9
Όμως, οι ιερείς των ψηλών τόπων δεν ανέβηκαν στο θυσιαστήριο του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ, αλλά έτρωγαν άζυμα ανάμεσα στους αδελφούς τους.
10
Και βεβήλωσε τον Τοφέθ, που ήταν στη φάραγγα των γιων τού Εννόμ, ώστε να μη μπορεί κανένας να διαπεράσει τον γιο του, ή τη θυγατέρα του, μέσα από τη φωτιά στον Μολόχ.
11
Και αφαίρεσε τα άλογα, που οι βασιλιάδες τού Ιούδα είχαν στήσει στον ήλιο, προς την είσοδο του οίκου τού Κυρίου, κοντά στο οίκημα του ευνούχου Νάθαν-μελέχ, που ήταν στη Φαρουρείμ, και κατέκαψε με φωτιά τις άμαξες του ήλιου.
12
Και τα θυσιαστήρια, που ήσαν επάνω στην ταράτσα τού υπερώου τού Άχαζ, που είχαν κάνει οι βασιλιάδες τού Ιούδα, και τα θυσιαστήρια που είχε κάνει ο Μανασσής μέσα στις δύο αυλές τού οίκου τού Κυρίου, ο βασιλιάς τα κατέστρεψε και τα καταγκρέμισε από εκεί, και έρριξε τη σκόνη τους στον χείμαρρο των Κέδρων.
13
Και τους ψηλούς τόπους, που ήσαν προς την κατεύθυνση της Ιερουσαλήμ, προς τα δεξιά τού βουνού τής διαφθοράς, τους οποίους ο Σολομώντας, ο βασιλιάς τού Ισραήλ, είχε οικοδομήσει για την Αστάρτη, το βδέλυγμα των Σιδωνίων, και για τον Χεμώς, το βδέλυγμα των Μωαβιτών, και για τον Μελχώμ, το βδέλυγμα των γιων Αμμών, ο βασιλιάς τούς βεβήλωσε.
14
Και σύντριψε τα αγάλματα, και κατέκοψε τα άλση, και γέμισε τους τόπους τους από κόκαλα ανθρώπων.
15
Και το θυσιαστήριο, που ήταν στη Βαιθήλ, και τον ψηλό τόπο που είχε κάνει ο Ιεροβοάμ, ο γιος τού Ναβάτ, ο οποίος έκανε τον Ισραήλ να αμαρτήσει, και εκείνο το θυσιαστήριο και τον ψηλό τόπο, τα χάλασε εντελώς, και κατέκαψε τον ψηλό τόπο, και τον κονιορτοποίησε, και κατέκαψε το άλσος.
16
Και όταν ο Ιωσίας στράφηκε, και είδε τους τάφους, που ήσαν εκεί στο βουνό, έστειλε και πήρε τα κόκαλα από τους τάφους, και τα κατέκαψε επάνω στο θυσιαστήριο, και το βεβήλωσε, σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου, που ο άνθρωπος του Θεού είχε κηρύξει, αυτός που είχε μιλήσει αυτά τα λόγια.
17
Τότε, είπε: Τι μνημείο είναι εκείνο που βλέπω; Και οι άνδρες τής πόλης τού είπαν: Είναι ο τάφος τού ανθρώπου τού Θεού, που είχε έρθει από τον Ιούδα, και κήρυξε αυτά τα πράγματα, που εσύ έκανες ενάντια στο θυσιαστήριο της Βαιθήλ.
18
Και είπε: Αφήστε τον· κανένας ας μη κουνήσει τα κόκαλά του. Και διέσωσαν τα κόκαλά του, μαζί με τα κόκαλα του προφήτη, που είχε έρθει από τη Σαμάρεια.
19
Κι ακόμα, όλους τους οίκους των ψηλών τόπων, που ήσαν στις πόλεις τής Σαμάρειας, που είχαν κάνει οι βασιλιάδες τού Ισραήλ για να εξοργίσουν τον Κύριο, ο Ιωσίας τους αφαίρεσε, και έκανε σ' αυτούς σύμφωνα με όλα τα έργα που είχε κάνει στη Βαιθήλ.
20
Και θυσίασε επάνω στα θυσιαστήρια όλους τούς ιερείς των ψηλών τόπων που ήσαν εκεί, και επάνω τους κατέκαψε τα κόκαλα των ανθρώπων, και επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ.
21
Τότε, ο βασιλιάς πρόσταξε σε ολόκληρο τον λαό, λέγοντας: Κάντε το Πάσχα στον Κύριο τον Θεό σας, σύμφωνα με το γραμμένο σ' αυτό το βιβλίο τής διαθήκης.
22
Βέβαια, δεν είχε γίνει τέτοιο Πάσχα από τις ημέρες των κριτών, που έκριναν τον Ισραήλ ούτε σε όλες τις ημέρες των βασιλιάδων τού Ισραήλ, και των βασιλιάδων τού Ιούδα,
23
τέτοιο που έγινε στον Κύριο στην Ιερουσαλήμ αυτό το Πάσχα, κατά τον 18ο χρόνο τού βασιλιά Ιωσία.
24
Ο Ιωσίας αφαίρεσε ακόμα και τους ανταποκριτές των δαιμονίων, και τους μάντεις, και τα ξόανα, και τα είδωλα, και όλα τα βδελύγματα που φαίνονταν στη γη τού Ιούδα και στην Ιερουσαλήμ, για να εκτελέσει τα λόγια τού νόμου που ήσαν γραμμένα στο βιβλίο, το οποίο ο Χελκίας, ο ιερέας, είχε βρει μέσα στον οίκο τού Κυρίου.
25
Και, πριν απ' αυτόν, βασιλιάς όμοιός του δεν υπήρξε, που επέστρεψε στον Κύριο με όλη του την καρδιά, και με όλη του την ψυχή, και με όλη του τη δύναμη, σύμφωνα με ολόκληρο τον νόμο τού Μωυσή· ούτε ύστερα απ' αυτόν σηκώθηκε όμοιός του.
26
Εντούτοις, ο Κύριος δεν στράφηκε από τον θυμό τής μεγάλης του οργής, με τον οποίο εξάφθηκε η οργή του ενάντια στον Ιούδα, εξαιτίας όλων των παροργισμών, με τους οποίους ο Μανασσής τον είχε εξοργίσει.
27
Και ο Κύριος είπε: Και τον Ιούδα θα βγάλω από μπροστά μου, όπως έβγαλα τον Ισραήλ, και θα απορρίψω αυτή την πόλη, την Ιερουσαλήμ, που είχα διαλέξει, και τον οίκο, για τον οποίο είχα πει: Εκεί θα είναι το όνομά μου.
28
Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ιωσία, και όλα όσα έκανε, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των χρονικών των βασιλιάδων τού Ιούδα;
29
Και στις ημέρες του ανέβηκε ο Φαραώ-νεχαώ, ο βασιλιάς τής Αιγύπτου, ενάντια στον βασιλιά τής Ασσυρίας στον ποταμό Ευφράτη. Και ο βασιλιάς Ιωσίας πήγε σε συνάντησή του· κι εκείνος, καθώς τον είδε, τον θανάτωσε στη Μεγιδδώ.
30
Και οι δούλοι του έβαλαν τον νεκρό επάνω σε άμαξα από τη Μεγιδδώ, και τον έφεραν στην Ιερουσαλήμ, και τον έθαψαν στον τάφο του. Και ο λαός τής γης πήρε τον Ιωάχαζ, τον γιο τού Ιωσία, και τον έχρισαν, και τον έκαναν βασιλιά αντί του πατέρα του.
31
Ο ΙΩΑΧΑΖ ήταν ηλικίας 23 χρόνων, όταν βασίλευσε· και βασίλευσε τρεις μήνες στην Ιερουσαλήμ. Και το όνομα της μητέρας του ήταν Αμουτάλ, θυγατέρα τού Ιερεμία από τη Λιβνά.
32
Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, σύμφωνα με όλα όσα έπραξαν οι πατέρες του.
33
Και ο Φαραώ-νεχαώ τον φυλάκισε στη Ριβλά, στη γη τής Αιμάθ, για να μη βασιλεύει στην Ιερουσαλήμ· και καταδίκασε τη γη σε πρόστιμο 100 ταλάντων από ασήμι, και ενός ταλάντου από χρυσάφι.
34
Και ο Φαραώ-νεχαώ έκανε βασιλιά τον Ελιακείμ, τον γιο τού Ιωσία, αντί του Ιωσία τού πατέρα του, και άλλαξε το όνομά του σε Ιωακείμ· και πήρε τον Ιωάχαζ και τον έφερε στην Αίγυπτο, και πέθανε εκεί.
35
Και ο Ιωακείμ έδωσε στον Φαραώ το ασήμι και το χρυσάφι· και φορολόγησε τη γη, για να δώσει το ασήμι, σύμφωνα με την προσταγή τού Φαραώ· ο λαός τής γης συνεισέφερε το ασήμι και το χρυσάφι, κάθε ένας σύμφωνα με την εκτίμησή του, για να δώσει στον Φαραώ-νεχαώ.
36
Ο Ιωακείμ ήταν ηλικίας 25 χρόνων, όταν βασίλευσε· και βασίλευσε 11 χρόνια στην Ιερουσαλήμ. Και το όνομα της μητέρας του ήταν Ζεβουδά, θυγατέρα τού Φεδαϊα από τη Ρουμά.
37
Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, σύμφωνα με όλα όσα είχαν πράξει οι πατέρες του.
©1997 - 2021 greekphone.org