Slide One

Λιγες στιγμες με την αγια γραφη

Slide One
Slide Two

Καινη Διαθηκη online

Slide Two
Slide Three
Slide Three
previous arrow
next arrow
Click to Subscribe
Σχέδιο μελέτης
Έκδοση
Μέρα 17 Μέρα 18Μέρα 19

2 Χρονικών κεφάλαιο 5

1
Και συντελέστηκε ολόκληρο το έργο τού ναού, που ο Σολομώντας έκανε για τον οίκο τού Κυρίου· και ο Σολομώντας έφερε μέσα τα αφιερώματα του Δαβίδ, του πατέρα του· και το ασήμι και το χρυσάφι, και όλα τα σκεύη, και τα έβαλε στους θησαυρούς τού οίκου τού Θεού.
2
ΤΟΤΕ, ο Σολομώντας συγκέντρωσε στην Ιερουσαλήμ τούς πρεσβύτερους του Ισραήλ, και όλους τους αρχηγούς των φυλών, τους οικογενειάρχες των γιων Ισραήλ, για να ανεβάσουν την κιβωτό τής διαθήκης τού Κυρίου από την πόλη τού Δαβίδ, που είναι η Σιών.
3
Και όλοι οι άνδρες τού Ισραήλ συγκεντρώθηκαν στον βασιλιά, στη γιορτή τού έβδομου μήνα.
4
Και ήρθαν όλοι οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ· και οι Λευίτες σήκωσαν την κιβωτό.
5
Και ανέβασαν την κιβωτό, και τη σκηνή τού μαρτυρίου, και όλα τα άγια σκεύη, που ήσαν στη σκηνή· οι ιερείς και οι Λευίτες τα ανέβασαν.
6
Και ο βασιλιάς Σολομώντας, και ολόκληρη η συναγωγή τού Ισραήλ, εκείνοι που συγκεντρώθηκαν σ' αυτόν, ήσαν μπροστά στην κιβωτό, θυσιάζοντας πρόβατα και βόδια, όσα δεν ήταν δυνατόν να λογαριαστούν ούτε να αριθμηθούν, για το πλήθος τους.
7
Και οι ιερείς έβαλαν την κιβωτό τής διαθήκης τού Κυρίου στον τόπο της, στο χρηματιστήριο του οίκου, στα άγια των αγίων, κάτω από τις φτερούγες των χερουβείμ·
8
επειδή, τα χερουβείμ είχαν απλωμένες τις φτερούγες επάνω στον τόπο τής κιβωτού, και τα χερουβείμ σκέπαζαν την κιβωτό και τους μοχλούς της από πάνω·
9
και οι μοχλοί εξείχαν, και φαίνονταν τα άκρα των μοχλών έξω από την κιβωτό, η οποία ήταν μπροστά από το χρηματιστήριο· απέξω, όμως, δεν φαίνονταν. Και είναι εκεί μέχρι σήμερα.
10
Στην κιβωτό δεν ήσαν παρά μονάχα οι δύο πλάκες τις οποίες είχε βάλει εκεί ο Μωυσής στο Χωρήβ, όπου ο Κύριος είχε κάνει διαθήκη στους γιους Ισραήλ, όταν βγήκαν από την Αίγυπτο.
11
Και καθώς οι ιερείς βγήκαν από το αγιαστήριο, (επειδή, όλοι οι ιερείς, που είχαν βρεθεί, είχαν αγιαστεί, χωρίς να είναι σε τάξη σύμφωνα με τις διαιρέσεις·
12
και οι Λευίτες οι ψαλτωδοί, όλοι εκείνοι που ήσαν του Ασάφ, του Αιμάν, του Ιεδουθούν, και οι γιοι τους και οι αδελφοί τους, ντυμένοι με βύσσο, με κύμβαλα και ψαλτήρια, και κιθάρες, στέκονταν ανατολικά από το θυσιαστήριο, και μαζί τους 120 ιερείς, που σάλπιζαν με σάλπιγγες)·
13
τότε, καθώς ήχησαν οι σαλπιγκτές και οι ψαλτωδοί μαζί με μια φωνή, υμνώντας και δοξολογώντας τον Κύριο, και καθώς ύψωσαν τη φωνή με σάλπιγγες και κύμβαλα και μουσικά όργανα, και υμνούσαν τον Κύριο, έλεγαν ότι: Ο Κύριος είναι αγαθός, ότι: Στον αιώνα μένει το έλεός του, τότε ο οίκος γέμισε από μια νεφέλη, ο οίκος τού Κυρίου,
14
και οι ιερείς δεν μπορούσαν να σταθούν για να υπηρετήσουν, εξαιτίας τής νεφέλης· επειδή, η δόξα τού Κυρίου γέμισε τον οίκο τού Θεού.

2 Χρονικών κεφάλαιο 6

1
Τότε, ο Σολομώντας μίλησε, λέγοντας: Ο Κύριος είπε ότι θα κατοικεί μέσα σε πυκνό σκοτάδι·
2
αλλ' εγώ οικοδόμησα σε σένα οίκο κατοίκησης, και τόπο για να κατοικείς αιώνια.
3
Και ο βασιλιάς, στρέφοντας τα μάτια του, ευλόγησε ολόκληρη τη συναγωγή τού Ισραήλ· και ολόκληρη η συναγωγή τού Ισραήλ στεκόταν όρθια.
4
Και είπε: Ευλογητός ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ, που με τα χέρια του πραγματοποίησε εκείνο που είχε μιλήσει με το στόμα του στον Δαβίδ, τον πατέρα μου, λέγοντας:
5
«Από την ημέρα που έβγαλα τον λαό μου από τη γη τής Αιγύπτου, δεν διάλεξα από όλες τις φυλές τού Ισραήλ καμιά πόλη, για να οικοδομηθεί οίκος, ώστε να είναι εκεί το όνομά μου· ούτε διάλεξα άνδρα, για να είναι κυβερνήτης επάνω στον λαό μου τον Ισραήλ·
6
αλλά, διάλεξα την Ιερουσαλήμ, για να είναι εκεί το όνομά μου· και διάλεξα τον Δαβίδ, για να είναι επάνω στον λαό μου τον Ισραήλ».
7
Και ήρθε στην καρδιά τού Δαβίδ τού πατέρα μου να οικοδομήσει έναν οίκο στο όνομα του Κυρίου τού Θεού τού Ισραήλ.
8
Αλλ' ο Κύριος είπε στον Δαβίδ, τον πατέρα μου: Επειδή, ήρθε στην καρδιά σου να οικοδομήσεις οίκο στο όνομά μου, καλά μεν έκανες ότι συνέλαβες κάτι τέτοιο στην καρδιά σου·
9
εντούτοις, εσύ δεν θα οικοδομήσεις τον οίκο· αλλ' ο γιος σου, που θα βγει από την οσφύ σου, αυτός θα οικοδομήσει τον οίκο στο όνομά μου.
10
Ο Κύριος, λοιπόν, εκπλήρωσε τον λόγο του, που είχε μιλήσει· κι εγώ σηκώθηκα αντί τού Δαβίδ τού πατέρα μου, και κάθησα στον θρόνο τού Ισραήλ, όπως ο Κύριος είχε μιλήσει, και οικοδόμησα τον οίκο στο όνομα του Κυρίου τού Θεού τού Ισραήλ·
11
και έβαλα εκεί την κιβωτό, στην οποία βρίσκεται η διαθήκη τού Κυρίου, που είχε κάνει στους γιους Ισραήλ.
12
Και ο Σολομώντας, καθώς στάθηκε μπροστά στο θυσιαστήριο του Κυρίου, μπροστά σε ολόκληρη τη συναγωγή τού Ισραήλ, άπλωσε τα χέρια του·
13
επειδή, ο Σολομώντας είχε κάνει μια χάλκινη βάση, που είχε μάκρος πέντε πήχες, και πλάτος πέντε πήχες, και ύψος τρεις πήχες· και την έβαλε στο μέσον τής αυλής· και αφού στάθηκε επάνω της, έπεσε στα γόνατά του, μπροστά σε ολόκληρη τη συναγωγή τού Ισραήλ, και άπλωσε τα χέρια του προς τον ουρανό,
14
και είπε: Κύριε Θεέ τού Ισραήλ, δεν υπάρχει θεός όμοιος με σένα, μέσα στον ουρανό, κι επάνω στη γη· ο οποίος φυλάττεις τη διαθήκη και το έλεος απέναντι στους δούλους σου, και σ' εκείνους που περπατούν μπροστά σου με όλη τους την καρδιά·
15
ο οποίος φύλαξες απέναντι στον δούλο σου τον Δαβίδ, τον πατέρα μου, όσα είχες μιλήσει σ' αυτόν, και είχες μιλήσει με το στόμα σου, και πραγματοποίησες με το χέρι σου, όπως αυτή την ημέρα.
16
Και, τώρα, Κύριε Θεέ τού Ισραήλ, φύλαξε απέναντι στον δούλο σου τον Δαβίδ, τον πατέρα μου, εκείνο που του είχες υποσχεθεί, λέγοντας: Δεν θα εκλείψει από σένα άνδρας από μπροστά μου, που να κάθεται επάνω στον θρόνο τού Ισραήλ, μόνον, βέβαια, αν οι γιοι σου προσέχουν στον δρόμο τους, για να περπατούν στον νόμο μου, καθώς εσύ περπάτησες μπροστά μου.
17
Τώρα, λοιπόν, Κύριε, Θεέ του Ισραήλ, ας επαληθευθεί ο λόγος σου, που μίλησες στον δούλο σου τον Δαβίδ.
18
Αλλά, στ' αλήθεια, θα κατοικήσει ο Θεός μαζί με τον άνθρωπο επάνω στη γη; Να, ο ουρανός, και ο ουρανός των ουρανών, δεν είναι ικανοί να σε χωρέσουν· πόσο λιγότερο αυτός ο οίκος που οικοδόμησα;
19
Όμως, επίβλεψε στην προσευχή του δούλου σου, και στη δέησή του, Κύριε Θεέ μου, ώστε να εισακούσεις την κραυγή και τη δέηση, που ο δούλος σου δέεται μπροστά σου·
20
για να είναι ανοιγμένα τα μάτια σου σ' αυτόν τον οίκο ημέρα και νύχτα, προς τον τόπο για τον οποίο είχες πει, ότι θα βάλεις εκεί το όνομά σου, για να εισακούς τη δέηση που ο δούλος σου θα δέεται σ' αυτόν τον τόπο.
21
Και να εισακούς τις δεήσεις τού δούλου σου, και του λαού σου τού Ισραήλ, όταν προσεύχονται σ' αυτόν τον τόπο· κι εσύ να ακούς από τον τόπο της κατοίκησής σου, από τον ουρανό· και, καθώς ακούς, γίνε ελεήμονας.
22
Αν ένας άνθρωπος αμαρτήσει στον πλησίον του, και ζητήσει απ' αυτόν όρκο, για να τον κάνει να ορκιστεί, και ο όρκος έρθει μπροστά στο θυσιαστήριό σου, σ' αυτόν τον οίκο,
23
τότε εσύ εισάκουσε από τον ουρανό, και ενέργησε, και κρίνε τους δούλους σου, ανταποδίδοντας μεν στον άνομο, ώστε να στρέψεις την πράξη του ενάντια στο κεφάλι του, δικαιώνοντας όμως τον δίκαιο, ώστε να του αποδώσεις σύμφωνα με τη δικαιοσύνη του.
24
Και αν ο λαός σου ο Ισραήλ χτυπηθεί μπροστά στον εχθρό, επειδή αμάρτησαν σε σένα, και επιστρέψουν, και δοξάσουν το όνομά σου, και προσευχηθούν και δεηθούν σε σένα σ' αυτόν τον οίκο,
25
τότε, εσύ εισάκουσε από τον ουρανό, και συγχώρεσε την αμαρτία τού λαού σου Ισραήλ, και επανάφερέ τους στη γη που έχεις δώσει σ' αυτούς και στους πατέρες τους.
26
Όταν κλειστεί ο ουρανός, και δεν γίνεται βροχή, επειδή αμάρτησαν σε σένα, αν προσευχηθούν προς αυτόν τον τόπο, και δοξάσουν το όνομά σου, και επιστρέψουν από τις αμαρτίες τους, αφού τους ταπεινώσεις,
27
τότε, εσύ εισάκουσε από τον ουρανό, και συγχώρεσε την αμαρτία των δούλων σου, και του λαού σου Ισραήλ, αφού τους διδάξεις τον αγαθό δρόμο στον οποίο πρέπει να περπατούν· και δώσε βροχή επάνω στη γη σου, που έχεις δώσει στον λαό σου για κληρονομιά.
28
Αν γίνει στη γη πείνα, αν γίνει θανατικό, ανεμοφθορά και ερυσίβη, ακρίδα και βρούχος αν γίνει, αν οι εχθροί τους τούς πολιορκήσουν στον τόπο τής κατοίκησής τους, αν γίνει οποιαδήποτε πληγή και οποιαδήποτε νόσος,
29
κάθε προσευχή, κάθε δέηση, που γίνεται από κάθε άνθρωπο, και από ολόκληρο τον Ισραήλ, όταν καθένας γνωρίσει την πληγή του, και τον πόνο του, και απλώσει τα χέρια του σ' αυτόν τον οίκο,
30
τότε, εσύ εισάκουσε από τον ουρανό, τον τόπο τής κατοίκησής σου, και συγχώρεσε, και δώσε σε κάθε έναν σύμφωνα με όλους τους δρόμους του, όπως γνωρίζεις την καρδιά του, επειδή εσύ, μόνος εσύ, γνωρίζεις τις καρδιές των ανθρώπων·
31
για να σε φοβούνται, ώστε να περπατούν στους δρόμους σου, όλες τις ημέρες, όσες θα ζουν επάνω στο πρόσωπο της γης, που έχεις δώσει στους πατέρες μας.
32
Ακόμα και τον ξένο, που δεν είναι από τον λαό σου τον Ισραήλ, αλλά έρχεται από μακρινή γη για το μεγάλο σου όνομα, και για το κραταιό σου χέρι, και για τον απλωμένο βραχίονά σου, αν έρθουν και προσευχηθούν σ' αυτόν τον οίκο,
33
τότε, εσύ εισάκουσε από τον ουρανό, από τον τόπο τής κατοίκησής σου, και κάνε σύμφωνα με όλα όσα ο ξένος σε επικαλεστεί, για να γνωρίσουν όλοι οι λαοί τής γης το όνομά σου, και να σε φοβούνται, όπως και ο λαός σου ο Ισραήλ, και να γνωρίσουν ότι το όνομά σου ονομάστηκε επάνω σ' αυτόν τον οίκο, που οικοδόμησα.
34
Όταν ο λαός σου βγει σε πόλεμο ενάντια στους εχθρούς τους, μέσα από τον δρόμο από τον οποίο θα τους στείλεις, και προσευχηθούν σε σένα προς αυτή την πόλη που διάλεξες, και τον οίκο που οικοδόμησα στο όνομά σου,
35
τότε, εισάκουσε από τον ουρανό την προσευχή τους και τη δέησή τους, και κάνε το δίκαιό τους.
36
Όταν αμαρτήσουν σε σένα, (επειδή, κανένας άνθρωπος δεν είναι αναμάρτητος), και οργιστείς γι' αυτούς, και τους παραδώσεις μπροστά στον εχθρό, και οι αιχμαλωτιστές τούς φέρουν αιχμαλώτους σε γη μακρυνή ή κοντινή,
37
και έρθουν στον εαυτό τους, μέσα στη γη που φέρθηκαν αιχμάλωτοι, και γυρίσουν και δεηθούν σε σένα μέσα στη γη τής αιχμαλωσίας τους, λέγοντας: Αμαρτήσαμε, ανομήσαμε, και αδικήσαμε·
38
και γυρίσουν σε σένα με ολόκληρη την καρδιά τους, και με ολόκληρη την ψυχή τους, στη γη τής αιχμαλωσίας τους, όπου φέρθηκαν αιχμάλωτοι, και προσευχηθούν προς τη γη τους, που έχεις δώσει στους πατέρες τους, και την πόλη που διάλεξες, και προς αυτόν τον οίκο, που οικοδόμησα στο όνομά σου,
39
τότε, εισάκουσε από τον ουρανό, από τον τόπο τής κατοίκησής σου, την προσευχή τους και τις δεήσεις τους, και κάνε το δίκαιό τους, και συγχώρεσε στον λαό σου, που αμάρτησε σε σένα.
40
Τώρα, Θεέ μου, ας είναι, παρακαλώ, τα μάτια σου ανοιχτά, και τα αυτιά σου προσεκτικά, στην προσευχή που γίνεται σ' αυτό τον τόπο.
41
Και τώρα, σήκω επάνω, Κύριε Θεέ, στην ανάπαυσή σου, εσύ, και η κιβωτός τής δύναμής σου·οι ιερείς σου, Κύριε Θεέ, ας ντυθούν σωτηρία, και οι όσιοί σου ας ευφρανθούν με αγαθά.
42
Κύριε Θεέ, μη απορρίψεις το πρόσωπο του χρισμένου σου· θυμήσου τα ελέη τού Δαβίδ τού δούλου σου.

2 Χρονικών κεφάλαιο 7

1
Και όταν ο Σολομώντας τελείωσε στο να προσεύχεται, κατέβηκε φωτιά από τον ουρανό, και κατέφαγε τα ολοκαυτώματα και τις θυσίες· και η δόξα τού Κυρίου γέμισε τον οίκο.
2
Και οι ιερείς δεν μπορούσαν να μπουν στον οίκο τού Κυρίου, επειδή η δόξα τού Κυρίου γέμισε τον οίκο τού Κυρίου.
3
Και όλοι οι γιοι Ισραήλ, βλέποντας τη φωτιά να κατεβαίνει, και τη δόξα τού Κυρίου επάνω στον οίκο, έπεσαν μπρούμυτα στη γη, επάνω στο λιθόστρωτο, και προσκύνησαν, και δόξασαν τον Κύριο, λέγοντας ότι: Είναι αγαθός· ότι: Το έλεός του μένει στον αιώνα.
4
Τότε, ο βασιλιάς και ολόκληρος ο λαός πρόσφεραν θυσίες μπροστά στον Κύριο·
5
και ο βασιλιάς Σολομώντας πρόσφερε τη θυσία, 22.000 βόδια, και 120.000 πρόβατα. Έτσι εγκαινίασαν ο βασιλιάς και ολόκληρος ο λαός τον οίκο τού Κυρίου.
6
Και οι ιερείς στέκονταν στις υπηρεσίες τους, και οι Λευίτες με τα μουσικά όργανα του Κυρίου, που είχε κάνει ο βασιλιάς Δαβίδ, για να δοξάζουν τον Κύριο: Επειδή, το έλεός του μένει στον αιώνα, έχοντας στα χέρια τους τούς ύμνους τού Δαβίδ· και οι ιερείς σάλπιζαν απέναντί τους, και ολόκληρος ο λαός στεκόταν όρθιος.
7
Ο Σολομώντας καθιέρωσε ακόμα το μέσον τής αυλής, αυτή προς την κατεύθυνση του οίκου τού Κυρίου· επειδή, εκεί πρόσφερε τα ολοκαυτώματα, και το λίπος των ειρηνικών προσφορών· επειδή, το χάλκινο θυσιαστήριο, που έκανε ο Σολομώντας, δεν μπορούσε να χωρέσει τα ολοκαυτώματα, και την προσφορά από άλφιτα, και το λίπος.
8
Και εκείνο τον καιρό, ο Σολομώντας έκανε τη γιορτή για επτά ημέρες, και ολόκληρος ο Ισραήλ μαζί του, μια υπερβολικά μεγάλη συγκέντρωση, από την είσοδο της Αιμάθ μέχρι τον ποταμό τής Αιγύπτου.
9
Και την όγοοη ημέρα έκαναν μια πάνδημη συγκέντρωση· επειδή, έκαναν τα εγκαίνια του θυσιαστηρίου επτά ημέρες, και τη γιορτή επτά ημέρες.
10
Και στην 23η ημέρα τού έβδομου μήνα απέλυσε τον λαό στις σκηνές τους, ευφραινόμενους και αγαλλόμενους στην καρδιά για τα αγαθά, όσα ο Κύριος έκανε στον Δαβίδ, και στον Σολομώντα, και στον Ισραήλ τον λαό του.
11
Και ο Σολομώντας τελείωσε τον οίκο τού Κυρίου, και το παλάτι τού βασιλιά· και κάθε τι που ήρθε στην καρδιά τού Σολομώντα για να κάνει στον οίκο τού Κυρίου, και στο παλάτι τού βασιλιά, ευοδώθηκε.
12
Και ο Κύριος φάνηκε στον Σολομώντα τη νύχτα, και του είπε: Άκουσα την προσευχή σου, και διάλεξα αυτόν τον τόπο στον εαυτό μου για οίκο θυσίας.
13
Αν κλείσω τον ουρανό και δεν γίνεται βροχή, και αν προστάξω την ακρίδα να καταφάει τη γη, και αν στείλω θανατικό ανάμεσα στον λαό μου,
14
και ο λαός μου, επάνω στον οποίο ονομάστηκε το όνομά μου, ταπεινώσουν τον εαυτό τους, και προσευχηθούν, και εκζητήσουν το πρόσωπό μου, και επιστρέψουν από τους δρόμους τους, τους πονηρούς, τότε εγώ θα εισακούσω από τον ουρανό, και θα συγχωρήσω την αμαρτία τους, και θα θεραπεύσω τη γη τους.
15
Τώρα, τα μάτια μου θα είναι ανοιχτά, και τα αυτιά μου προσεκτικά στην προσευχή που γίνεται σ' αυτό τον τόπο.
16
Επειδή, τώρα διάλεξα και αγίασα αυτό τον οίκο, για να είναι εκεί το όνομά μου μέχρι τον αιώνα· και τα μάτια μου και η καρδιά μου θα είναι εκεί όλες τις ημέρες.
17
Κι εσύ, αν περπατάς μπροστά μου, καθώς περπάτησε ο Δαβίδ, ο πατέρας σου, και κάνεις σύμφωνα με όλα όσα σε πρόσταξα, και τηρείς τα διατάγματά μου, και τις κρίσεις μου,
18
τότε, θα στερεώσω τον θρόνο τής βασιλείας σου, όπως υποσχέθηκα στον Δαβίδ, τον πατέρα σου, λέγοντας: Δεν θα εκλείψει σε σένα άνδρας που να ηγεμονεύει επάνω στον Ισραήλ.
19
Αλλ' αν εσείς αποστραφείτε, και εγκαταλείψετε τα διατάγματά μου και τις εντολές μου, που έβαλα μπροστά σας, και πάτε και λατρεύσετε άλλους θεούς, και τους προσκυνήσετε,
20
τότε θα τους ξεριζώσω από τη γη μου, που τους έχω δώσει· κι αυτό τον οίκο, που αγίασα για το όνομά μου, θα τον απορρίψω από το πρόσωπό μου, και θα τον κάνω παροιμία και εμπαιγμό ανάμεσα σε όλους τους λαούς.
21
Και ο οίκος αυτός, που έγινε τόσο ψηλός, θα είναι έκσταση σε όλους όσους διαβαίνουν δίπλα του· και θα λένε: Γιατί ο Κύριος έκανε έτσι σ' αυτή τη γη, και σ' αυτό τον οίκο;
22
Και θα αποκρίνονται: Επειδή, εγκατέλειψαν τον Κύριο τον Θεό των πατέρων τους, που τους έβγαλε από την Αίγυπτο, και προσκολλήθηκαν σε άλλους θεούς, και τους προσκύνησαν, και τους λάτρευσαν· γι' αυτό, έφερε επάνω τους όλο αυτό το κακό.

2 Χρονικών κεφάλαιο 8

1
ΚΑΙ στο τέλος των 20 χρόνων, κατά τους οποίους ο Σολομώντας οικοδόμησε τον οίκο τού Κυρίου, και το παλάτι του,
2
τις πόλεις, που ο Χουράμ είχε δώσει στον Σολομώντα, ο Σολομώντας τις οικοδόμησε, και κατοίκισε εκεί τους γιους Ισραήλ.
3
Και ο Σολομώντας πήγε στην Αιμάθ-σωβά, και υπερίσχυσε εναντίον της.
4
Και οικοδόμησε τη Θαδμώρ στην έρημο, και όλες τις πόλεις των αποθηκών, που οικοδόμησε στην Αιμάθ.
5
Οικοδόμησε ακόμα τη Βαιθ-ωρών την άνω, και τη Βαιθ-ωρών την κάτω, πόλεις οχυρωμένες με τείχη, πύλες, και μοχλούς·
6
και τη Βααλάθ, και όλες τις πόλεις των αποθηκών που είχε ο Σολομώντας, και όλες τις πόλεις των αμαξών, και τις πόλεις των καβαλάρηδων, και κάθε τι που ο Σολομώντας επιθύμησε να οικοδομήσει στην Ιερουσαλήμ, και στον Λίβανο, και σε ολόκληρη τη γη της επικρατείας του.
7
Και ολόκληρο τον λαό, που είχε εναπομείνει από τους Χετταίους, και τους Αμορραίους, και τους Φερεζαίους, και τους Ευαίους, και τους Ιεβουσαίους, που δεν ήσαν από τον Ισραήλ,
8
αλλά από τα παιδιά τους, αυτών που εναπέμειναν στη γη μαζί τους, που οι γιοι Ισραήλ δεν είχαν εξολοθρεύσει, σ' αυτούς ο Σολομώντας επέβαλε φόρο, μέχρι αυτή την ημέρα.
9
Και από τους γιους Ισραήλ ο Σολομώντας δεν έκανε δούλους για το έργο του, επειδή ήσαν άνδρες πολεμιστές, και πρωτάρχοντες, και άρχοντες για τις άμαξές του και για τους καβαλάρηδές του.
10
Απ' αυτούς ήσαν οι αρχηγοί των επιστατών, που είχε ο βασιλιάς Σολομώντας, 250, που εξουσίαζαν τον λαό.
11
Και ο Σολομώντας ανέβασε τη θυγατέρα τού Φαραώ από την πόλη τού Δαβίδ, στο παλάτι που είχε οικοδομήσει γι' αυτήν· επειδή, είχε πει: Η γυναίκα μου δεν θα κατοικεί στο παλάτι τού Δαβίδ, του βασιλιά τού Ισραήλ, επειδή το μέρος όπου μέσα εκεί είχε μπει η κιβωτός τού Κυρίου είναι άγιο.
12
Τότε, ο Σολομώντας πρόσφερε ολοκαυτώματα στον Κύριο επάνω στο θυσιαστήριο του Κυρίου, που είχε οικοδομήσει μπροστά στο πρόναο,
13
σύμφωνα με το απαιτούμενο κάθε ημέρας για να προσφέρουν, σύμφωνα με τις εντολές τού Μωυσή, στα σάββατα, και στις νεομηνίες, και στις επίσημες γιορτές, που γίνονταν τρεις φορές τον χρόνο, στη γιορτή των αζύμων, και στη γιορτή των εβδομάδων, και στη γιορτή των σκηνών.
14
Και εγκατέστησε, σύμφωνα με τη διάταξη του πατέρα του, του Δαβίδ, τις διαιρέσεις των ιερέων στην υπηρεσία τους, και τους Λευίτες στις βάρδιες τους, για να υμνούν και να υπηρετούν απέναντι από τους ιερείς, σύμφωνα με το απαιτούμενο κάθε ημέρας· και τους πυλωρούς σύμφωνα με τις διαιρέσεις τους, σε κάθε πύλη· επειδή, αυτή ήταν η εντολή τού Δαβίδ, του ανθρώπου τού Θεού.
15
Και δεν παραδρόμησαν από την εντολή τού βασιλιά για τους ιερείς και τους Λευίτες σε κανένα πράγμα, ούτε σ' εκείνα για τους θησαυρούς.
16
Και η ετοιμασία ήταν για ολόκληρο το έργο τού Σολομώντα, από την ημέρα που θεμελιώθηκε ο οίκος τού Κυρίου, μέχρις ότου τελείωσε. Έτσι ολοκληρώθηκε ο οίκος τού Κυρίου.
17
Τότε ο Σολομώντας πήγε στην Εσιών-γάβερ, και στην Αιλώθ, στην ακτή της θάλασσας, στη γη τού Εδώμ.
18
Και ο Χουράμ τού έστειλε, διαμέσου των δούλων του, πλοία, και δούλους ειδήμονες της θάλασσας· και πήγαν μαζί με τους δούλους τού Σολομώντα στο Οφείρ, και πήραν από εκεί 450 τάλαντα χρυσάφι, και τα έφεραν στον βασιλιά Σολομώντα.

2 Χρονικών κεφάλαιο 9

1
ΚΑΙ καθώς η βασίλισσα της Σεβά άκουσε τη φήμη τού Σολομώντα, ήρθε στην Ιερουσαλήμ, για να δοκιμάσει τον Σολομώντα με αινίγματα, έχοντας μαζί της μια υπερβολικά μεγάλη συνοδεία, και καμήλες φορτωμένες με αρώματα, και άφθονο χρυσάφι, και πολύτιμες πέτρες· και όταν ήρθε στον Σολομώντα, μίλησε μαζί του για όλα όσα είχε στην καρδιά της.
2
Και ο Σολομώντας εξήγησε σ' αυτή όλα τα ερωτήματά της· και δεν στάθηκε τίποτε κρυμμένο από τον Σολομώντα, που δεν της το εξήγησε.
3
Και βλέποντας η βασίλισσα της Σεβά τη σοφία τού Σολομώντα, και το παλάτι που είχε οικοδομήσει,
4
και τα φαγητά τού τραπεζιού του, και τον τρόπο που κάθονταν οι δούλοι του, και τη στάση των υπουργών του, και την ενδυμασία τους, και τους οινοχόους του, και την ενδυμασία τους, και την ανάβασή του με την οποία ανέβαινε στον οίκο τού Κυρίου, έγινε έκθαμβη·
5
και είπε στον βασιλιά: Αληθινός είναι ο λόγος, που είχα ακούσει στη γη μου, για τα έργα σου, και για τη σοφία σου·
6
αλλά, δεν πίστευα στα λόγια τους, μέχρις ότου ήρθα, και είδαν τα μάτια μου· και να, ούτε το μισό τού πλήθους τής σοφίας σου δεν μου είχε αναγγελθεί· εσύ υπερβαίνεις τη φήμη που άκουσα·
7
μακάριοι οι άνδρες σου, και μακάριοι αυτοί οι δούλοι σου, που στέκονται πάντοτε μπροστά σου, και ακούν τη σοφία σου·
8
ας είναι ο Κύριος ο Θεός σου ευλογημένος, ο οποίος ευαρεστήθηκε σε σένα, για να σε βάλει επάνω στον θρόνο του, για να είσαι βασιλιάς στον Κύριο τον Θεό σου· επειδή, ο Θεός σου αγάπησε τον Ισραήλ, ώστε να τους στερεώσει στον αιώνα, γι' αυτό σε κατέστησε βασιλιά επάνω τους, για να κάνεις κρίση και δικαιοσύνη.
9
Και έδωσε στον βασιλιά 120 τάλαντα χρυσάφι, και αρώματα πολλά, σε υπερβολικό βαθμό, και πολύτιμες πέτρες· και δεν υπήρξαν ποτέ τέτοια αρώματα, σαν αυτά που η βασίλισσα της Σεβά έδωσε στον βασιλιά Σολομώντα.
10
Και οι δούλοι μάλιστα του Χουράμ, και οι δούλοι τού Σολομώντα, που έφερναν χρυσάφι από το Οφείρ, έφερναν και ξύλο αλγουμείμ, και πολύτιμες πέτρες.
11
Και ο βασιλιάς έκανε από ξύλα αλγουμείμ αναβάσεις στον οίκο τού Κυρίου, και στο παλάτι τού βασιλιά, και κιθάρες και ψαλτήρια για τους μουσικούς· και τέτοια δεν είχαν φανεί πρωτύτερα στη γη τού Ιούδα.
12
Και ο βασιλιάς Σολομώντας έδωσε στη βασίλισσα της Σεβά όλα όσα θέλησε, όσα ζήτησε, περισσότερα των όσων έφερε στον βασιλιά. Και γύρισε, και αναχώρησε στη γη της, αυτή και οι δούλοι της.
13
Το βάρος από το χρυσάφι, που ερχόταν κάθε χρόνο στον Σολομώντα, ήταν 666 τάλαντα χρυσάφι,
14
εκτός από εκείνο που συγκεντρωνόταν από τους τελώνες και τους εμπόρους, και όλους τους βασιλιάδες τής Αραβίας, και τους σατράπες τής γης, που έφερναν στον Σολομώντα χρυσάφι και ασήμι.
15
Και ο βασιλιάς Σολομώντας έκανε 200 επιμήκεις ασπίδες από σφυρήλατο χρυσάφι· 600 σίκλοι από χρυσάφι σφυρήλατο ξοδεύτηκαν σε κάθε επιμήκη ασπίδα·
16
και 300 ασπίδες από σφυρήλατο χρυσάφι· 300 σίκλοι από χρυσάφι ξοδεύτηκαν για κάθε ασπίδα. Και ο βασιλιάς τις έβαλε στο παλάτι του δάσους τού Λιβάνου.
17
Ο βασιλιάς έκανε ακόμα έναν μεγάλο ελεφαντένιο θρόνο, και τον σκέπασε με καθαρό χρυσάφι.
18
Και ο θρόνος είχε έξι βαθμίδες και ένα χρυσό υποπόδιο, που ήσαν συνδεδεμένα με τον θρόνο, και αγκώνες από το ένα και από το άλλο μέρος της καθέδρας, και δύο λιοντάρια, που στέκονταν στα πλάγια των αγκώνων·
19
και 12 λιοντάρια στέκονταν εκεί, από τις δύο πλευρές, επάνω στις έξι βαθμίδες. Παρόμοιο δεν είχε κατασκευαστεί σε κανένα βασίλειο.
20
Και όλα τα σκεύη για το πιοτό τού βασιλιά Σολομώντα ήσαν από χρυσάφι, και όλα τα σκεύη τού παλατιού τού δάσους τού Λιβάνου από καθαρό χρυσάφι· κανένα από ασήμι· το ασήμι λογιζόταν για τίποτε στις ημέρες τού Σολομώντα.
21
Επειδή, ο βασιλιάς είχε πλοία που πήγαιναν στη Θαρσείς μαζί με τους δούλους τού Χουράμ· μια φορά ανά τριετία έρχονταν τα πλοία από τη Θαρσείς, που έφερναν χρυσάφι, και ασήμι, δόντια ελέφαντα, και πιθήκους, και παγώνια.
22
Και ο βασιλιάς Σολομώντας μεγαλύνθηκε περισσότερο από όλους τους βασιλιάδες τής γης σε πλούτο και σοφία.
23
Και όλοι οι βασιλιάδες της γής ζητούσαν το πρόσωπο του Σολομώντα, για να ακούσουν τη σοφία του, την οποία ο Θεός είχε βάλει στην καρδιά του.
24
Και κάθε ένας έφερνε το δώρο του, ασημένια σκεύη, χρυσά σκεύη, και στολές, και πανοπλίες, και αρώματα, άλογα, και μουλάρια, κάθε χρόνο.
25
Και ο Σολομώντας είχε 4.000 σταύλους αλόγων και αμαξών, και 12.000 καβαλάρηδες, τους οποίους ο βασιλιάς έβαλε στις πόλεις των αμαξών, και κοντά του στην Ιερουσαλήμ.
26
Και βασίλευσε επάνω σε όλους τους βασιλιάδες, από τον ποταμό μέχρι τη γη των Φιλισταίων, και τα σύνορα της Αιγύπτου.
27
Και ο βασιλιάς έκανε το ασήμι στην Ιερουσαλήμ σαν πέτρες, και έκανε τους κέδρους σαν τις συκαμινιές στην πεδιάδα, λόγω τής αφθονίας.
28
Και έφερναν στον Σολομώντα άλογα από την Αίγυπτο, και από όλους τούς τόπους.
29
Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Σολομώντα, οι πρώτες και οι τελευταίες, δεν είναι γραμμένες στο βιβλίο τού Νάθαν τού προφήτη, και στην προφητεία τού Αχιά τού Σηλωνίτη, και στα οράματα του Ιδδώ, του βλέποντα, που έγιναν ενάντια στον Ιεροβοάμ, τον γιο τού Ναβάτ;
30
Και ο Σολομώντας βασίλευσε στην Ιερουσαλήμ, επάνω σε ολόκληρο τον Ισραήλ, 40 χρόνια.
31
Και ο Σολομώντας κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του· και τον έθαψαν στην πόλη τού Δαβίδ, του πατέρα του· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Ροβοάμ, ο γιος του.

2 Χρονικών κεφάλαιο 10

1
Και ο Ροβοάμ πήγε στη Συχέμ· επειδή, ολόκληρος ο Ισραήλ ερχόταν στη Συχέμ για να τον κάνει βασιλιά.
2
Και καθώς το άκουσε αυτό ο Ιεροβοάμ, ο γιος τού Ναβάτ, που ήταν στην Αίγυπτο, όπου είχε φύγει από το πρόσωπο του βασιλιά Σολομώντα, ο Ιεροβοάμ γύρισε από την Αίγυπτο,
3
επειδή, έστειλαν και τον κάλεσαν. Τότε, ήρθαν ο Ιεροβοάμ και ολόκληρος ο Ισραήλ, και μίλησαν στον Ροβοάμ, λέγοντας:
4
Ο πατέρας σου είχε σκληρύνει τον ζυγό μας· τώρα, λοιπόν, τη σκληρή δουλεία τού πατέρα σου, και τον βαρύ του ζυγό, που επέβαλε επάνω μας, ελάφρυνέ τον εσύ, και θα σε δουλεύουμε.
5
Κι εκείνος τούς είπε: Ελάτε ξανά σε μένα ύστερα από τρεις ημέρες. Και ο λαός έφυγε.
6
Και ο βασιλιάς Ροβοάμ συμβουλεύτηκε τους πρεσβύτερους, που βρίσκονταν μπροστά στον Σολομώντα, τον πατέρα του, ενώ ακόμα ζούσε, λέγοντας: Τι με συμβουλεύετε εσείς να απαντήσω σ' αυτό τον λαό;
7
Και του είπαν, λέγοντας: Αν φερθείς με ευμένεια σ' αυτό τον λαό, και τους ευαρεστήσεις, και τους μιλήσεις αγαθά λόγια, τότε θα είναι δούλοι σου για πάντα.
8
Όμως, απέρριψε τη συμβουλή των πρεσβυτέρων, που του είχαν δώσει, και συμβουλεύθηκε τους νέους, που είχαν συναναστραφεί μαζί του, οι οποίοι βρίσκονταν μπροστά του.
9
Και τους είπε: Τι με συμβουλεύετε εσείς να απαντήσουμε σ' αυτό τον λαό, που μίλησε σε μένα, λέγοντας: Ελάφρυνε τον ζυγό που ο πατέρας σου επέβαλε επάνω μας;
10
Και οι νέοι, αυτοί που είχαν συναναστραφεί μαζί του, μίλησαν σ' αυτόν, λέγοντας: Έτσι θα μιλήσεις στον λαό, που σου μίλησε, λέγοντας: Ο πατέρας σου βάρυνε τον ζυγό μας, αλλ' εσύ ελάφρυνέ τον σε μας· έτσι θα τους μιλήσεις: Το μικρό μου δάχτυλο θα είναι παχύτερο από την οσφύ τού πατέρα μου·
11
τώρα, λοιπόν, ο μεν πατέρας μου σας επιφόρτισε έναν βαρύ ζυγό, εγώ όμως θα κάνω τον ζυγό σας βαρύτερο· ο πατέρας μου σας παίδευσε με μάστιγες, εγώ, όμως, θα σας παιδεύσω με σκορπιούς.
12
Και ήρθε ο Ιεροβοάμ και ολόκληρος ο λαός την τρίτη ημέρα στον Ροβοάμ, όπως είχε μιλήσει ο βασιλιάς, λέγοντας: Ελάτε ξανά σε μένα την τρίτη ημέρα.
13
Και ο βασιλιάς απάντησε σ' αυτούς σκληρά· και ο βασιλιάς Ροβοάμ εγκατέλειψε τη συμβουλή των πρεσβυτέρων,
14
και τους μίλησε σύμφωνα με τη συμβουλή των νέων, λέγοντας: Ο πατέρας μου βάρυνε τον ζυγό σας, αλλ' εγώ θα τον κάνω βαρύτερο· ο πατέρας μου σας παίδευσε με μάστιγες, εγώ όμως θα σας παιδεύσω με σκορπιούς.
15
Και ο βασιλιάς δεν εισάκουσε τον λαό· επειδή, το πράγμα έγινε από τον Θεό, ώστε ο Κύριος να εκτελέσει τον λόγο του, που είχε μιλήσει διαμέσου τού Αχιά τού Σηλωνίτη στον Ιεροβοάμ, τον γιο τού Ναβάτ.
16
Και ολόκληρος ο Ισραήλ βλέποντας ότι ο βασιλιάς δεν τους εισάκουσε, ο λαός απάντησε στον βασιλιά, λέγοντας: Τι συμμετοχή έχουμε εμείς στον Δαβίδ; Δεν έχουμε καμιά κληρονομιά στον γιο τού Ιεσσαί· Ισραήλ, καθένας στις σκηνές σου· τώρα, Δαβίδ, πρόβλεψε για την οικογένειά σου. Και ολόκληρος ο Ισραήλ αναχώρησε στις σκηνές του.
17
Και για τους γιους Ισραήλ, που κατοικούσαν στις πόλεις τού Ιούδα, ο Ροβοάμ βασίλευσε επάνω τους.
18
Και ο βασιλιάς Ροβοάμ έστειλε τον Αδωράμ, τον υπεύθυνο για τους φόρους· και οι γιοι Ισραήλ τον λιθοβόλησαν με πέτρες, και πέθανε. Γι' αυτό, ο βασιλιάς Ροβοάμ έσπευσε να ανέβει στην άμαξα, για να φύγει στην Ιερουσαλήμ.
19
Έτσι ο Ισραήλ αποστάτησε από την οικογένεια του Δαβίδ, μέχρι αυτή την ημέρα.

2 Χρονικών κεφάλαιο 14

1
ΚΑΙ ο Αβιά κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και τον έθαψαν στην πόλη τού Δαβίδ· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Ασά, ο γιος του. Στις ημέρες του η γη ησύχασε δέκα χρόνια.
2
Και ο Ασά έκανε το καλό και το ευθύ μπροστά στον Κύριο τον Θεό του·
3
επειδή, αφαίρεσε τα θυσιαστήρια των ξένων θεών, και τους ψηλούς τόπους, και κατασύντριψε τα αγάλματα, και κατέκοψε τα άλση·
4
και είπε στον Ιούδα να εκζητούν τον Κύριο τον Θεό των πατέρων τους, και να εκτελούν τους νόμους και τις εντολές.
5
Ακόμα, αφαίρεσε τους ψηλούς τόπους, και τα είδωλα από όλες τις πόλεις τού Ιούδα· και το βασίλειο ησύχασε μπροστά του.
6
Και οικοδόμησε οχυρές πόλεις στη γη τού Ιούδα· επειδή η γη είχε ησυχάσει, και δεν υπήρχε σ' αυτόν πόλεμος στα χρόνια εκείνα, για τον λόγο ότι ο Κύριος του είχε δώσει ανάπαυση.
7
Γι' αυτό, είπε στον Ιούδα: Ας οικοδομήσουμε αυτές τις πόλεις, και ας κάνουμε γύρω τους τείχη, και πύργους, πύλες, και μοχλούς, εφόσον είμαστε κύριοι της γης, επειδή εκζητήσαμε τον Κύριο τον Θεό μας· τον εκζητήσαμε, και μας έδωσε ολόγυρα ανάπαυση. Και οικοδόμησαν και ευοδώθηκαν.
8
Ο Ασά, μάλιστα, είχε στρατό από τον Ιούδα 300.000, που έφερναν επιμήκεις ασπίδες και λόγχες· και από τον Βενιαμίν, 280.000, ασπιδοφόρους και τοξότες· όλοι αυτοί ήσαν ισχυροί με δύναμη.
9
Και εναντίον τους βγήκε ο Αιθίοπας, ο Ζερά, με 1.000.000 στρατό, και με 300 άμαξες, και ήρθε μέχρι τη Μαρησά.
10
Και ο Ασά βγήκε εναντίον του, και παρατάχθηκαν σε μάχη στη φάραγγα Σεφαθά, κοντά στη Μαρησά.
11
Και ο Ασά βόησε στον Κύριο τον Θεό του, και είπε: Κύριε, δεν είναι σε σένα τίποτε να βοηθάς εκείνους που έχουν πολλή ή καμιά δύναμη· βοήθησέ μας, Κύριε Θεέ μας· επειδή, έχουμε εμπιστευθεί σε σένα, και ερχόμαστε στο όνομά σου ενάντια σ' αυτό το πλήθος· Κύριε, εσύ είσαι ο Θεός μας· ας μη υπερισχύσει άνθρωπος εναντίον σου.
12
Και ο Κύριος πάταξε τους Αιθίοπες μπροστά στον Ασά, και μπροστά στον Ιούδα· και οι Αιθίοπες έφυγαν.
13
Και ο Ασά και ο λαός μαζί του τους καταδίωξαν μέχρι τα Γέραρα· και έπεσαν από τους Αιθίοπες τόσοι πολλοί, ώστε δεν μπορούσαν πλέον να συνέλθουν· επειδή, συντρίφτηκαν μπροστά στον Κύριο, και μπροστά στον στρατό του· και πήραν λάφυρα πολλά, σε υπερβολικό βαθμό.
14
Και πάταξαν τις πόλεις ολόγυρα από τα Γέραρα· επειδή, ο φόβος τού Κυρίου έπεσε επάνω τους· και λαφυραγώγησαν όλες τις πόλεις· επειδή, μέσα σ' αυτές υπήρχαν πολλά λάφυρα.
15
Ακόμα, πάταξαν και τις επαύλεις των ποιμνίων, και πήραν πολλά πρόβατα και καμήλες, και γύρισαν στην Ιερουσαλήμ.

2 Χρονικών κεφάλαιο 15

1
ΤΟΤΕ, ήρθε το Πνεύμα τού Θεού επάνω στον Αζαρία, τον γιο τού Ωδήδ·
2
και βγήκε σε συνάντηση του Ασά, και του είπε: Ακούστε με, Ασά, και ολόκληρος ο Ιούδας και ο Βενιαμίν: Ο Κύριος είναι με σας, όταν εσείς είστε μ' αυτόν· και αν τον εκζητάτε, θα βρεθεί σε σας· αν, όμως, τον εγκαταλείψετε, θα σας εγκαταλείψει·
3
πολύ καιρό μεν ο Ισραήλ στάθηκε χωρίς τον αληθινό Θεό, και χωρίς ιερέα που να διδάσκει, και χωρίς νόμο·
4
όταν, όμως, στη στενοχώρια τους γύρισαν στον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ, και τον εκζήτησαν, βρέθηκε σ' αυτούς·
5
και στους καιρούς εκείνους δεν υπήρχε ειρήνη στον εξερχόμενο, και στον εισερχόμενο, αλλ' υπήρχαν μεγάλες ταραχές επάνω σε όλους τους κατοίκους των τόπων·
6
και φθειρόταν έθνος από έθνος, και πόλη από πόλη· επειδή, ο Θεός τούς κατέθλιβε με κάθε στενοχώρια·
7
εσείς, όμως, ενδυναμώνεστε, και ας μη είναι χαλαρωμένα τα χέρια σας· επειδή, στο έργο σας θα υπάρξει μισθός.
8
Και όταν ο Ασά άκουσε αυτά τα λόγια, και την προφητεία τού προφήτη Ωδήδ, ενδυναμώθηκε, και απέβαλε τα βδελύγματα από ολόκληρη τη γη τού Ιούδα και του Βενιαμίν, και από τις πόλεις που πήρε από το βουνό Εφραϊμ, και ανανέωσε το θυσιαστήριο του Κυρίου, που ήταν μπροστά στον πρόναο του Κυρίου.
9
Και συγκέντρωσε ολόκληρο τον Ιούδα και τον Βενιαμίν, και εκείνους που παροικούσαν κοντά τους, από τον Εφραϊμ και τον Μανασσή, και από τον Συμεών· επειδή, πολλοί από τον Ισραήλ προσχώρησαν σ' αυτόν, βλέποντας ότι ο Κύριος ο Θεός του ήταν μαζί του.
10
Και συγκεντρώθηκαν στην Ιερουσαλήμ, κατά τον τρίτο μήνα, του 15ου χρόνου τής βασιλείας τού Ασά.
11
Και πρόσφεραν στον Κύριο θυσίες, εκείνη την ημέρα, από τα λάφυρα που έφεραν, 700 βόδια, και 7.000 πρόβατα.
12
Και μπήκαν σε συνθήκη να εκζητήσουν τον Κύριο τον Θεό των πατέρων τους, από ολόκληρη την καρδιά τους και από ολόκληρη την ψυχή τους·
13
και κάθε ένας που δεν θα εκζητήσει τον Κύριο τον Θεό του Ισραήλ, να θανατώνεται, από μικρόν μέχρι μεγάλον, από άνδρα μέχρι γυναίκα.
14
Και ορκίστηκαν στον Κύριο, με δυνατή φωνή, και με αλαλαγμό, και με σάλπιγγα, και με κεράτινες σάλπιγγες.
15
Και ολόκληρος ο Ιούδας ευφράνθηκε στον όρκο· επειδή, ορκίστηκαν από ολόκληρη την καρδιά τους, και τον εκζήτησαν με ολόκληρη τη θέλησή τους· και βρέθηκε σ' αυτούς· και ο Κύριος τους έδωσε ανάπαυση ολόγυρα.
16
Ακόμα και τη Μααχά, τη μητέρα τού βασιλιά Ασά, την απέβαλε από το να είναι βασίλισσα, επειδή έκανε ένα είδωλο στο άλσος· και ο Ασά κατέκοψε το είδωλό της, και το σύντριψε και το έκαψε στον χείμαρρο των Κέδρων.
17
Όμως, οι ψηλοί τόποι δεν αφαιρέθηκαν από τον Ισραήλ· εντούτοις, η καρδιά τού Ασά ήταν τέλεια όλες τις ημέρες του.
18
Και έφερε στον οίκο τού Θεού τα αφιερώματα του πατέρα του, και τα δικά του αφιερώματα, ασήμι, χρυσάφι, και σκεύη.
19
Και δεν έγινε πόλεμος μέχρι τον 35ο χρόνο τής βασιλείας τού Ασά.

2 Χρονικών κεφάλαιο 16

1
Στον 36ο χρόνο τής βασιλείας τού Ασά, ο Βαασά, ο βασιλιάς τού Ισραήλ, ανέβηκε ενάντια στον Ιούδα, και οικοδόμησε τη Ραμά, για να μη αφήνει κανέναν να βγαίνει ούτε να μπαίνει προς τον Ασά, τον βασιλιά τού Ιούδα.
2
Τότε, ο Ασά έβγαλε το ασήμι και το χρυσάφι από τους θησαυρούς τού οίκου τού Κυρίου, και του παλατιού τού βασιλιά, και τα έστειλε στον Βεν-αδάδ, τον βασιλιά τής Συρίας, που κατοικούσε στη Δαμασκό, λέγοντας:
3
Ας γίνει συνθήκη ανάμεσα σε μένα και σε σένα, όπως υπήρχε και ανάμεσα στον πατέρα μου και τον πατέρα σου· δες, σου έστειλα ασήμι και χρυσάφι· πήγαινε, διάλυσε τη συνθήκη σου, που έχεις με τον Βαασά, τον βασιλιά τού Ισραήλ, για να αναχωρήσει από μένα.
4
Και ο Βεν-αδάδ εισάκουσε τον βασιλιά Ασά, και έστειλε τους αρχηγούς των δυνάμεών του ενάντια στις πόλεις τού Ισραήλ· και πάταξαν την Ιιών, και τη Δαν, και την Αβέλ-μαϊμ, και όλες τις αποθήκες των πόλεων του Νεφθαλί.
5
Και καθώς ο Βαασά το άκουσε, σταμάτησε να οικοδομεί τη Ραμά, και εγκατέλειψε το έργο του.
6
Και ο βασιλιάς Ασά παρέλαβε ολόκληρο τον Ιούδα, και σήκωσαν τις πέτρες τής Ραμά, και τα ξύλα της, με τα οποία οικοδομούσε ο Βαασά· και μ' αυτά οικοδόμησε τη Γαβαά και τη Μισπά.
7
Και κατά τον καιρό εκείνο, ο Ανανί, ο βλέπων, ήρθε στον Ασά, τον βασιλιά τού Ιούδα, και του είπε: Επειδή, στηρίχθηκες επάνω στον βασιλιά τής Συρίας, και δεν στηρίχθηκες επάνω στον Κύριο τον Θεό σου, γι' αυτό ο στρατός τού βασιλιά τής Συρίας ξέφυγε από το χέρι σου·
8
οι Αιθίοπες και οι Λίβυοι δεν ήσαν μεγάλος στρατός, με πολυάριθμες άμαξες και καβαλάρηδες; Επειδή, όμως, στηρίχθηκες στον Κύριο, τους παρέδωσε στο χέρι σου·
9
δεδομένου ότι, τα μάτια τού Κυρίου περιτρέχουν διαμέσου ολόκληρης της γης, για να φανεί δυνατός σε όσους έχουν την καρδιά τους τέλεια προς αυτόν· σε τούτο έπραξες με αφροσύνη· γι' αυτό, στο εξής θα έχεις πολέμους.
10
Και ο Ασά οργίστηκε ενάντια στον βλέποντα, και τον έβαλε σε φυλακή· επειδή, για το πράγμα αυτό αγανάκτησε εναντίον του. Και ο Ασά κατέθλιψε μερικούς από τον λαό κατά τον καιρό εκείνο.
11
Και δέστε, οι πράξεις τού Ασά, οι πρώτες και οι τελευταίες, δέστε, είναι γραμμένες στο βιβλίο των βασιλιάδων τού Ιούδα και του Ισραήλ.
12
Και ο Ασά αρρώστησε στα πόδια του στον 39ο χρόνο τής βασιλείας του, μέχρις ότου η αρρώστια του έγινε πολύ μεγάλη· όμως, ούτε στην αρρώστια του εκζήτησε τον Κύριο, αλλά τους γιατρούς.
13
Και ο Ασά κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του· και πέθανε τον 41ο χρόνο τής βασιλείας του.
14
Και τον έθαψαν στον τάφο του, που είχε σκάψει για τον εαυτό του στην πόλη τού Δαβίδ, και τον έβαλαν επάνω σε κρεβάτι γεμάτο από ευωδία και διάφορα μυρεψικά αρώματα· και του έκαναν μια υπερβολικά μεγάλη καύση.
©1997 - 2021 greekphone.org