Slide One

Λιγες στιγμες με την αγια γραφη

Slide One
Slide Two

Καινη Διαθηκη online

Slide Two
Slide Three
Slide Three
previous arrow
next arrow
Click to Subscribe
Σχέδιο μελέτης
Έκδοση
Μέρα 18 Μέρα 19Μέρα 20

2 Χρονικών κεφάλαιο 24

1
Ο ΙΩΑΣ ήταν ηλικίας επτά χρόνων όταν βασίλευσε· και βασίλευσε 40 χρόνια στην Ιερουσαλήμ· και το όνομα της μητέρας του ήταν Σιβιά, από τη Βηρ-σαβεέ.
2
Και ο Ιωάς έκανε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, όλες τις ημέρες τού Ιωδαέ τού ιερέα.
3
Και ο Ιωδαέ πήρε σ' αυτόν δύο γυναίκες, και γέννησε γιους και θυγατέρες.
4
Και ύστερα απ' αυτά ήρθε στην καρδιά τού Ιωάς, να ανακαινίσει τον οίκο τού Κυρίου.
5
Και καθώς συγκέντρωσε τους ιερείς και τους Λευίτες, τους είπε: Βγείτε έξω, στις πόλεις τού Ιούδα, και να συγκεντρώνετε ασήμι από ολόκληρο τον Ισραήλ για επισκευή τού οίκου τού Θεού σας κάθε χρόνο, και επισπεύστε το πράγμα· όμως, οι Λευίτες δεν επέσπευσαν.
6
Και ο βασιλιάς κάλεσε τον Ιωδαέ τον αρχηγό, και του είπε: Γιατί δεν ζήτησες από τους Λευίτες να εισπράξουν από τον Ιούδα και από την Ιερουσαλήμ τον φόρο τού Μωυσή, του δούλου τού Κυρίου, και από τη συναγωγή τού Ισραήλ, για τη σκηνή τού μαρτυρίου;(
7
Επειδή, η Γοθολία, η ασεβής, και οι γιοι της, κατέφθειραν τον οίκο τού Θεού· ακόμα και όλα τα αφιερώματα του οίκου τού Κυρίου τα αφιέρωσαν ως αναθήματα στους Βααλείμ).
8
Έκαναν, λοιπόν, σύμφωνα με την προσταγή τού βασιλιά ένα κιβώτιο, και το έβαλαν στην πύλη τού οίκου τού Κυρίου έξω.
9
Και διακήρυξαν στον Ιούδα και στην Ιερουσαλήμ, να εισφέρουν στον Κύριο τον φόρο του Μωυσή, του δούλου του Θεού, που είχε επιβληθεί επάνω στον Ισραήλ στην έρημο.
10
Και ευφράνθηκαν όλοι οι άρχοντες και ολόκληρος ο λαός, και εισέφεραν, και έρριχναν στο κιβώτιο, μέχρις ότου γεμιστεί.
11
Και όταν το κιβώτιο φερόταν στους επιστάτες τού βασιλιά διαμέσου των Λευιτών, και όταν αυτοί έβλεπαν ότι το ασήμι ήταν πολύ, ερχόταν ο γραμματέας τού βασιλιά, και ο επιστάτης τού πρώτου ιερέα, και άδειαζαν το κιβώτιο, και, φέρνοντάς το, το έβαζαν πάλι στον τόπο του. Έτσι έκαναν κάθε ημέρα, και συγκέντρωναν πολύ ασήμι.
12
Και το έδινε ο βασιλιάς και ο Ιωδαέ σ' εκείνους που εκτελούσαν το έργο τής υπηρεσίας τού οίκου τού Κυρίου, και μίσθωναν κτίστες και ξυλουργούς για να ανακαινίσουν τον οίκο τού Κυρίου· ακόμα και σιδηρουργούς και χαλκουργούς, για να επισκευάσουν τον οίκο τού Κυρίου.
13
Κι αυτοί που εργάζονταν, το έργο εργάζονταν, και διαμέσου αυτών το έργο τής επισκευής προχώρησε· και αποκατέστησαν τον οίκο τού Θεού στην προηγούμενή του κατάσταση, και τον στερέωσαν.
14
Και αφού τελείωσαν, έφεραν μπροστά στον βασιλιά και στον Ιωδαέ το ασήμι που είχε απομείνει, και απ' αυτό κατασκεύασαν σκεύη για τον οίκο τού Κυρίου, σκεύη υπηρεσίας και ολοκαύτωσης και φιάλες, και σκεύη χρυσά και ασημένια. Και πρόσφεραν ολοκαυτώματα στον οίκο τού Κυρίου παντοτινά, όλες τις ημέρες τού Ιωδαέ.
15
Και ο Ιωδαέ γέρασε, και ήταν πλήρης ημερών, και πέθανε· όταν πέθανε, ήταν ηλικίας 130 χρόνων.
16
Και τον έθαψαν στην πόλη τού Δαβίδ, μαζί με τους βασιλιάδες· επειδή, έπραξε καλό στον Ισραήλ, και στον Θεό, και στην οικογένειά του.
17
Και μετά τον θάνατο του Ιωδαέ ήρθαν οι άρχοντες του Ιούδα, και προσκύνησαν τον βασιλιά· τότε, ο βασιλιάς τούς εισάκουσε·
18
και εγκατέλειψαν τον οίκο τού Κυρίου τού Θεού των πατέρων τους, και λάτρευαν τα άλση και τα είδωλα· και ήρθε η οργή ενάντια στον Ιούδα και την Ιερουσαλήμ, γι' αυτή την ανομία τους.
19
Έστειλε, βέβαια, σ' αυτούς προφήτες, για να τους επαναφέρουν στον Κύριο, και διαμαρτυρήθηκαν εναντίον τους· αλλ' αυτοί δεν έδωσαν ακρόαση.
20
Και το Πνεύμα τού Θεού περιχύθηκε επάνω στον Ζαχαρία, τον γιο τού Ιωδαέ τού ιερέα, και αφού στάθηκε λίγο πιο ψηλά από τον λαό, τους είπε: Γιατί εσείς παραβαίνετε τις εντολές τού Κυρίου; Σίγουρα, δεν θα ευοδωθείτε· επειδή, εσείς εγκαταλείψατε τον Κύριο, κι αυτός σας εγκατέλειψε.
21
Και συνωμότησαν εναντίον του· και τον λιθοβόλησαν με πέτρες, με προσταγή τού βασιλιά, στην αυλή τού οίκου τού Κυρίου.
22
Και ο Ιωάς δεν θυμήθηκε το έλεος που είχε κάνει σ' αυτόν ο πατέρας του, ο Ιωδαέ, αλλά θανάτωσε τον γιο του· κι ενώ πέθαινε, είπε: Ο Κύριος ας δει, και ας το εκζητήσει.
23
Και στο τέλος τού χρόνου ανέβηκε ο στρατός τής Συρίας εναντίον του· και ήρθαν εναντίον τού Ιούδα και εναντίον τής Ιερουσαλήμ, και εξολόθρευσαν όλους τους άρχοντες του λαού ανάμεσα από τον λαό, και όλα τα λάφυρά τους τα έστειλαν στον βασιλιά τής Δαμασκού.
24
Αν και ο στρατός τής Συρίας ήρθε με λίγους άνδρες, ο Κύριος όμως παρέδωσε στο χέρι τους έναν υπερβολικά μεγάλον στρατό, επειδή είχαν εγκαταλείψει τον Κύριο τον Θεό των πατέρων τους· και έκαναν κρίση ενάντια στον Ιωάς.
25
Και αφού αναχώρησαν απ' αυτόν, αφήνοντάς τον με μεγάλες αρρώστιες, οι δούλοι του συνωμότησαν εναντίον του, εξαιτίας τού αίματος των γιων τού Ιωδαέ τού ιερέα, και τον θανάτωσαν επάνω στο κρεβάτι του, και πέθανε· και τον έθαψαν στην πόλη τού Δαβίδ, δεν τον έθαψαν όμως στους τάφους των βασιλιάδων.
26
Κι εκείνοι που συνωμότησαν εναντίον του ήσαν οι εξής: Ο Ζαβάδ, ο γιος τής Σιμεάθ τής Αμμωνίτισσας, και ο Ιωζαβάδ, ο γιος τής Σιμρίθ τής Μωαβίτισσας.
27
Και για τους γιους του και το πλήθος των φορτίων κάτω απ' αυτόν, και την επισκευή τού οίκου τού Θεού, δέστε, είναι γραμμένα στα υπομνήματα του βιβλίου των βασιλιάδων. Και αντ' αυτού βασίλευσε ο Αμασίας, ο γιος του.

2 Χρονικών κεφάλαιο 25

1
Ο ΑΜΑΣΙΑΣ βασίλευσε σε ηλικία 25 χρόνων, και βασίλευσε 29 χρόνια στην Ιερουσαλήμ. Και το όνομα της μητέρας του ήταν Ιωαδάν, από την Ιερουσαλήμ.
2
Και έπραξε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, όμως όχι με τέλεια καρδιά.
3
Και καθώς η βασιλεία του κραταιώθηκε σ' αυτόν, θανάτωσε τους δούλους του, που είχαν φονεύσει τον βασιλιά, τον πατέρα του·
4
τα παιδιά τους, όμως, δεν τα θανάτωσε, καθώς είναι γραμμένο στον νόμο, στο βιβλίο τού Μωυσή, όπου ο Κύριος είχε προστάξει, λέγοντας: Οι πατέρες δεν θα θανατώνονται για τα παιδιά ούτε τα παιδιά θα θανατώνονται για τους πατέρες· αλλά, κάθε ένας θα θανατώνεται για το δικό του αμάρτημα.
5
Και ο Αμασίας συγκέντρωσε τον Ιούδα, και απ' αυτούς έκανε χιλίαρχους, και εκατόνταρχους, κατά οικογένειες πατριών, μέσα από ολόκληρο τον Ιούδα, και τον Βενιαμίν· και τους αρίθμησε από 20 χρόνων κι επάνω, και τους βρήκε 300.000, εκλεκτούς, που έβγαιναν σε πόλεμο, οι οποίοι κρατούσαν λόγχη και ασπίδα.
6
Ακόμα, μίσθωσε από τον Ισραήλ 100.000 ισχυρούς με δύναμη, για 100 τάλαντα ασήμι.
7
Και ήρθε σ' αυτόν ένας άνθρωπος του Θεού, λέγοντας: Βασιλιά, ας μη έρθει μαζί σου ο στρατός τού Ισραήλ· επειδή, ο Κύριος δεν είναι μαζί με τον Ισραήλ, με όλους τους γιους Εφραϊμ·
8
αν θέλεις, όμως, να πας, κάν' το· ενδυναμώσου για τον πόλεμο· αλλ' ο Θεός θα σε κατατροπώσει μπροστά στον εχθρό· επειδή, ο Θεός έχει δύναμη να βοηθήσει, και να κατατροπώσει.
9
Και ο Αμασίας είπε στον άνθρωπο του Θεού: Αλλά τι θα κάνουμε για τα 100 τάλαντα, που έδωσα στον στρατό τού Ισραήλ; Και ο άνθρωπος του Θεού απάντησε: Ο Κύριος είναι δυνατός να σου δώσει περισσσότερα απ' αυτά.
10
Τότε ο Αμασίας τούς διαχώρισε, τον στρατό που είχε έρθει σ' αυτόν από τον Εφραϊμ, για να επιστρέψουν στον τόπο τους· και άναψε υπερβολικά ο θυμός τους ενάντια στον Ιούδα, και γύρισαν στον τόπο με έξαψη θυμού.
11
Και ο Αμασίας ενδυναμώθηκε, και έβγαλε τον λαό του, και πήγε στην κοιλάδα τού αλατιού, και πάταξε τους γιους τού Σηείρ, 10.000.
12
Οι γιοι τού Ιούδα αιχμαλώτισαν και 10.000 ζωντανούς, και τους έφεραν στην άκρη τού γκρεμού, και τους καταγκρέμιζαν από την άκρη τού γκρεμού, ώστε όλοι έγιναν κομμάτια.
13
Οι άνδρες, όμως, του στρατού που είχε αποπέμψει ο Αμασίας, για να μη πάνε μαζί του σε πόλεμο, επιτέθηκαν επάνω στις πόλεις τού Ιούδα, από τη Σαμάρεια μέχρι τη Βαιθ-ωρών, και πάταξαν 3.000 απ' αυτούς, και πήραν πολλά λάφυρα.
14
Και ο Αμασίας, αφού επέστρεψε από τη σφαγή τών Ιδουμαίων, έφερε μαζί του τους θεούς των γιων τού Σηείρ, και τους έστησε ως θεούς για τον εαυτό του, και προσκύνησε μπροστά τους, και θυμίασε σ' αυτούς.
15
Γι' αυτό, εξάφθηκε η οργή τού Κυρίου ενάντια στον Αμασία· και του έστειλε έναν προφήτη, και του είπε: Γιατί εκζήτησες τους θεούς τού λαού, που δεν μπόρεσαν να ελευθερώσουν τον λαό από το χέρι σου;
16
Κι ενώ του μιλούσε, ο βασιλιάς είπε σ' αυτόν: Σύμβουλο του βασιλιά σε έκανα; Πάψε· γιατί να θανατωθείς; Και ο προφήτης έπαψε, λέγοντας: Ξέρω ότι ο Θεός θέλησε να σε εξολοθρεύσει, επειδή έκανες αυτό, και δεν υπάκουσες τη συμβουλή μου.
17
Τότε, ο βασιλιάς Αμασίας έκανε συμβούλιο, και έστειλε στον Ιωάς, τον γιο τού Ιωάχαζ, γιου τού Ιηού, τον βασιλιά τού Ισραήλ, λέγοντας: Έλα, να δούμε ο ένας τον άλλον, προσωπικά.
18
Και ο Ιωάς, ο βασιλιάς του Ισραήλ, έστειλε στον Αμασία, τον βασιλιά τού Ιούδα, λέγοντας: Η αγκαθιά στον Λίβανο έστειλε στον κέδρο, που είναι στον Λίβανο, λέγοντας: Δώσε τη θυγατέρα σου στον γιο μου για γυναίκα· όμως, διάβηκε ένα θηρίο τού χωραφιού, που είναι στον Λίβανο, και καταπάτησε την αγκαθιά.
19
Εσύ λες: Να, πάταξα τον Εδώμ· και η καρδιά σου υψώθηκε σε καύχηση· κάθησε, τώρα, στο σπίτι σου· γιατί μπλέκεσαι σε κακό, για το οποίο θα έπεφτες, εσύ και ο Ιούδας μαζί σου;
20
Ο Αμασίας, όμως, δεν τον άκουσε· επειδή, αυτό έγινε από τον Θεό, για να τους παραδώσει στο χέρι των εχθρών, επειδή εκζήτησαν τους θεούς τού Εδώμ.
21
Ανέβηκε, λοιπόν, ο Ιωάς, ο βασιλιάς τού Ισραήλ· και είδαν ο ένας τον άλλον, προσωπικά, αυτός και ο Αμασίας, ο βασιλιάς τού Ιούδα, στη Βαιθ-σεμές, που είναι του Ιούδα.
22
Και ο Ιούδας χτυπήθηκε μπροστά στον Ισραήλ, και κάθε ένας έφυγε στις σκηνές του.
23
Και ο Ιωάς, ο βασιλιάς τού Ισραήλ, συνέλαβε τον Αμασία, τον βασιλιά τού Ιούδα, τον γιο τού Ιωάς, γιου τού Ιωάχαζ, στη Βαιθ-σεμές, και τον έφερε στην Ιερουσαλήμ, και κατεδάφισε το τείχος τής Ιερουσαλήμ από την πύλη του Εφραϊμ μέχρι την πύλη τής γωνίας, 400 πήχες.
24
Και παίρνοντας όλο το χρυσάφι και το ασήμι, και όλα τα σκεύη που βρέθηκαν στον οίκο τού Θεού, μαζί με τον Ωβήδ-εδώμ, και τους θησαυρούς τού σπιτιού τού βασιλιά, και ανθρώπους ως ενέχυρα, γύρισε στη Σαμάρεια.
25
Και ο Αμασίας ο βασιλιάς, ο γιος τού Ιωάς, ο βασιλιάς τού Ιούδα, έζησε ύστερα από τον θάνατο του Ιωάς, γιου τού Ιωάχαζ, βασιλιά τού Ισραήλ, 15 χρόνια.
26
Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Αμασία, οι πρώτες και οι τελευταίες, δέστε, δεν είναι γραμμένες στο βιβλίο τών βασιλιάδων τού Ιούδα και του Ισραήλ;
27
Και ύστερα, αφού ο Αμασίας στράφηκε από το να ακολουθεί τον Κύριο, έκαναν συνωμοσία εναντίον του στην Ιερουσαλήμ· και έφυγε στη Λαχείς· όμως, έστειλαν από πίσω του στη Λαχείς, και τον θανάτωσαν εκεί.
28
Και τον έφεραν επάνω σε άλογα, και τον έθαψαν μαζί με τους πατέρες του σε μια πόλη τού Ιούδα.

2 Χρονικών κεφάλαιο 26

1
ΚΑΙ ολόκληρος ο λαός τού Ιούδα πήρε τον Οζία, που ήταν ηλικίας 16 χρόνων, και τον έκαναν βασιλιά, αντί του πατέρα του, του Αμασία.
2
Αυτός οικοδόμησε την Αιλώθ, και την επέστρεψε στον Ιούδα, αφού ο βασιλιάς κοιμήθηκε με τους πατέρες του.
3
Ο Οζίας ήταν ηλικίας 16 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε 52 χρόνια στην Ιερουσαλήμ· και το όνομα της μητέρας του ήταν Ιεχολία, από την Ιερουσαλήμ.
4
Και έπραξε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, σύμφωνα με όλα όσα είχε πράξει ο Αμασίας, ο πατέρας του.
5
Και εκζητούσε τον Θεό στις ημέρες τού Ζαχαρία, του νοήμονα στις οράσεις τού Θεού· και όσον καιρό εκζητούσε τον Κύριο, ο Θεός τον ευόδωνε.
6
Και βγήκε και πολέμησε ενάντια στους Φιλισταίους, και γκρέμισε το τείχος τής Γαθ, και το τείχος τής Ιαβνή, και το τείχος τής Αζώτου, και οικοδόμησε πόλεις μέσα στην Άζωτο, και μέσα στους Φιλισταίους.
7
Και ο Θεός τον βοήθησε ενάντια στους Φιλισταίους, και ενάντια στους Άραβες, που κατοικούσαν στη Γουρ-βαάλ, και ενάντια στους Μεουνείμ.
8
Και οι Αμμωνίτες έδωσαν δώρα στον Οζία· και το όνομά του διαδόθηκε μέχρι την είσοδο της Αιγύπτου· επειδή, κραταιώθηκε στο έπακρον.
9
Και ο Οζίας οικοδόμησε πύργους στην Ιερουσαλήμ, επάνω στην πύλη τής γωνίας, κι επάνω στην πύλη τής φάραγγας, κι επάνω στις γωνίες, και τους οχύρωσε.
10
Ακόμα, οικοδόμησε πύργους στην έρημο, και άνοιξε πολλά πηγάδια· επειδή, είχε πολλά κτήνη, και στους χαμηλούς τόπους και στις πεδιάδες· και γεωργούς και αμπελουργούς, στην ορεινή περιοχή και στον Κάρμηλο· επειδή, αγαπούσε τη γεωργία.
11
Και ο Οζίας είχε στρατόαπό πολεμιστές, που έβγαιναν σε πόλεμο κατά τάγματα, σύμφωνα με τον αριθμό της απαρίθμησής τους, που είχε γίνει από τον γραμματέα Ιεϊήλ και τον Μαασία, τον επιστάτη, με την οδηγία τού Ανανία, ενός από τους στρατηγούς τού βασιλιά.
12
Ολόκληρος ο αριθμός των αρχηγών των πατριών των ισχυρών σε δύναμη ήταν 2.600.
13
Και κάτω από την οδηγία τους υπήρχε μια πολεμική δύναμη, 307.500, δυνατοί και ανδρείοι στον πόλεμο, για να βοηθούν τον βασιλιά ενάντια στους εχθρούς.
14
Και ο Οζίας ετοίμασε σ' αυτούς, σε ολόκληρο τον στρατό, επιμήκεις ασπίδες και λόγχες, περικεφαλαίες και θώρακες, και τόξα και σφενδόνες για πέτρες.
15
Και έκανε μηχανές στην Ιερουσαλήμ, που είχαν εφευρεθεί από μηχανικούς, για να είναι επάνω στους πύργους, και επάνω στις γωνίες, ώστε μ' αυτές να ρίχνουν βέλη και μεγάλες πέτρες· και το όνομά του διαδόθηκε μακριά· επειδή, βοηθιόταν θαυμάσια, μέχρις ότου κραταιώθηκε.
16
Αλλά, αφού κραταιώθηκε, υψώθηκε η καρδιά του σε διαφθορά· και ασέβησε στον Κύριο τον Θεό του, και μπήκε στον ναό τού Κυρίου για να θυμιάσει επάνω στο θυσιαστήριο του θυμιάματος.
17
Και ο ιερέας Αζαρίας μπήκε μέσα πίσω απ' αυτόν, και μαζί του 80 ιερείς τού Κυρίου, δυνατοί άνδρες·
18
και αντιστάθηκαν στον βασιλιά Οζία, και του είπαν: Οζία, δεν ανήκει σε σένα να θυμιάσεις στον Κύριο, αλλά στους ιερείς, τους γιους τού Ααρών, τους καθιερωμένους να θυμιάζουν· βγες έξω από το θυσιαστήριο· επειδή, ασέβησες· κι αυτό δεν θα είναι για δόξα σε σένα από τον Κύριο τον Θεό.
19
Και ο Οζίας, έχοντας στο χέρι του ένα θυμιατήριο για να θυμιάσει, θύμωσε· κι ενώ θύμωσε ενάντια στους ιερείς, η λέπρα ξεπρόβαλε στο μέτωπό του, μπροστά στους ιερείς, μέσα στον οίκο τού Κυρίου, κοντά στο θυσιαστήριο του θυμιάματος.
20
Και ο Αζαρίας, ο πρώτος ιερέας, τον κοίταξε, και όλοι οι ιερείς, και να, ήταν λεπρός στο μέτωπό του· και βιάστηκαν να τον βγάλουν από εκεί· κι αυτός ο ίδιος βιάστηκε να βγει, επειδή τον πάταξε ο Κύριος.
21
Και ο Οζίας, ο βασιλιάς, ήταν λεπρός μέχρι την ημέρα τού θανάτου του· και κατοικούσε σε ξεχωρισμένο σπίτι, λεπρός· επειδή, αποκόπηκε από τον οίκο τού Κυρίου· την δε επιτήρηση στο παλάτι τού βασιλιά είχε ο Ιωθάμ, ο γιος του, κρίνοντας τον λαό τής γης.
22
Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Οζία, οι πρώτες και οι τελευταίες, γράφτηκαν από τον προφήτη Ησαϊα, τον γιο τού Αμώς.
23
Και ο Οζίας κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και τον έθαψαν μαζί με τους πατέρες του στο πεδίο τής ταφής των βασιλιάδων· επειδή, είπαν: Είναι λεπρός. Και αντ' αυτού βασίλευσε ο Ιωθάμ, ο γιος του.

2 Χρονικών κεφάλαιο 29

1
Ο ΕΖΕΚΙΑΣ βασίλευσε σε ηλικία 25 χρόνων, και βασίλευσε 29 χρόνια στην Ιερουσαλήμ. Και το όνομα της μητέρας του ήταν Αβιά, θυγατέρα τού Ζαχαρία.
2
Και έπραξε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, σύμφωνα με όλα όσα έπραξε ο πατέρας του ο Δαβίδ.
3
Αυτός, στον πρώτο χρόνο τής βασιλείας του, τον πρώτο μήνα, άνοιξε τις πόρτες τού οίκου τού Κυρίου, και τις επισκεύασε.
4
Και έφερε μέσα τους ιερείς και τους Λευίτες, και τους συγκέντρωσε στην ανατολική πλατεία,
5
και τους είπε: Ακούστε με, Λευίτες: Αγιαστείτε τώρα, και αγιάστε τον ναό τού Κυρίου τού Θεού των πατέρων σας, και βγάλτε έξω την ακαθαρσία από τον άγιο τόπο.
6
Επειδή, οι πατέρες μας παρανόμησαν, και έπραξαν πονηρά μπροστά στον Κύριο τον Θεό μας, και τον εγκατέλειψαν, και απέστρεψαν τα πρόσωπά τους από το κατοικητήριο του Κυρίου, και γύρισαν τις πλάτες·
7
και έκλεισαν τις πόρτες του πρόναου, και έσβησαν τα λυχνάρια, και δεν θυμίαζαν θυμίαμα, και δεν πρόσφεραν ολοκαυτώματα στον Θεό τού Ισραήλ, στον άγιο τόπο.
8
Γι' αυτό, η οργή τού Κυρίου ήρθε επάνω στον Ιούδα και την Ιερουσαλήμ, και τους παρέδωσε σε διασπορά, σε έκσταση, και σε συριγμό, όπως βλέπετε με τα μάτια σας.
9
Επειδή, να, οι πατέρες μας έπεσαν με μάχαιρα· και οι γιοι μας, και οι θυγατέρες μας, και οι γυναίκες μας, γι' αυτό είναι σε αιχμαλωσία.
10
Τώρα, λοιπόν, έχω στην καρδιά μου να κάνω διαθήκη προς τον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ, για να αποστρέψει την οργή τού θυμού του από μας.
11
Παιδιά μου, μη πλανιέστε τώρα· επειδή, ο Κύριος σας έκλεξε για να παραστέκεστε μπροστά του, να τον υπηρετείτε, και να είστε υπηρέτες του, και να θυμιάζετε.
12
Τότε, σηκώθηκαν οι Λευίτες, ο Μαάθ ο γιος τού Αμασαϊ, και ο Ιωήλ ο γιος τού Αζαρία, από τους γιους τύν Κααθιτών· και από τους γιους τού Μεραρί, ο Κεις ο γιος τού Αβδί, ο Αζαρίας ο γιος τού Ιαλελεήλ· και από τους Γηρσωνίτες, ο Ιωάχ ο γιος τού Ζιμά, και ο Εδέν ο γιος τού Ιωάχ·
13
και από τους γιους τού Ελισαφάν, ο Σιμρί, και ο Ιεϊήλ· και από τους γιους του Ασάφ, ο Ζαχαρίας, και ο Ματθανίας·
14
και από τους γιους τού Αιμάν, ο Ιεχιήλ, και ο Σιμεϊ· και από τους γιους τού Ιεδουθούν, ο Σεμαϊας, και ο Οζιήλ.
15
Και συγκέντρωσαν τους αδελφούς τους, και αγιάστηκαν, και ήρθαν, όπως πρόσταξε ο βασιλιάς, με τον λόγο τού Κυρίου, για να καθαρίσουν τον οίκο τού Κυρίου.
16
Και οι ιερείς μπήκαν μέσα στο εσώτερο του οίκου τού Κυρίου, για να τον καθαρίσουν· και έβγαλαν όλη την ακαθαρσία, που βρέθηκε στον ναό τού Κυρίου, και στην αυλή τού οίκου τού Κυρίου. Και οι Λευίτες, αφού την πήραν, την έφεραν έξω στον χείμαρρο των Κέδρων.
17
Και άρχισαν να αγιάζουν την πρώτη ημέρα τού πρώτου μήνα, και την όγδοη ημέρα τού μήνα μπήκαν στο πρόναο του Κυρίου. Και αγίασαν τον οίκο τού Κυρίου σε οκτώ ημέρες, και τη 16η ημέρα τού πρώτου μήνα τελείωσαν.
18
Τότε, μπήκαν στον Εζεκία τον βασιλιά, και είπαν: Καθαρίσαμε ολόκληρο τον οίκο τού Κυρίου, και το θυσιαστήριο της ολοκαύτωσης, και όλα τα σκεύη του, και την τράπεζα της πρόθεσης, και όλα τα σκεύη της·
19
και όλα τα σκεύη, που είχε μιάνει ο Άχαζ, στην εποχή τής βασιλείας του, όταν αποστάτησε, τα ετοιμάσαμε, και τα αγιάσαμε· και δέστε, είναι μπροστά στο θυσιαστήριο τού Κυρίου.
20
Τότε, σηκώθηκε ο βασιλιάς Εζεκίας, και αφού συγκέντρωσε τους άρχοντες της πόλης, ανέβηκε στον οίκο του Κυρίου.
21
Και έφεραν επτά μοσχάρια, και επτά κριάρια, και επτά αρνιά, και επτά τράγους, για προσφορά περί αμαρτίας για τη βασιλεία, και για το αγιαστήριο, και για τον Ιούδα. Και είπε στους ιερείς, τους γιους τού Ααρών, να τα προσφέρουν επάνω στο θυσιαστήριο του Κυρίου.
22
Και έσφαξαν τα μοσχάρια· και αφού οι ιερείς παρέλαβαν το αίμα, ράντισαν επάνω στο θυσιαστήριο· παρόμοια, έσφαξαν τα κριάρια, και ράντισαν το αίμα επάνω στο θυσιαστήριο· και έσφαξαν τα αρνιά, και ράντισαν το αίμα επάνω στο θυσιαστήριο.
23
Έπειτα, έφεραν τους τράγους, για την προσφορά περί αμαρτίας, μπροστά στον βασιλιά και στη σύναξη, κι εκείνοι έβαλαν τα χέρια τους επάνω τους·
24
και οι ιερείς τούς έσφαξαν, και ράντισαν το αίμα τους περί αμαρτίας επάνω στο θυσιαστήριο, για να κάνουν εξιλέωση για ολόκληρο τον Ισραήλ· επειδή, ο βασιλιάς είχε προστάξει το ολοκαύτωμα και την προσφορά περί αμαρτίας, για ολόκληρο τον Ισραήλ.
25
Και τοποθέτησε τους Λευίτες στον οίκο τού Κυρίου, με κύμβαλα, με ψαλτήρια, και με κιθάρες, σύμφωνα με την προσταγή τού Δαβίδ, και του Γαδ, του βλέποντα τού βασιλιά, και του προφήτη Νάθαν· επειδή, η προσταγή ήταν από τον Κύριο, διαμέσου των προφητών του.
26
Και στάθηκαν οι Λευίτες με τα όργανα του Δαβίδ, και οι ιερείς με τις σάλπιγγες.
27
Και ο Εζεκίας είπε να προσφέρουν την ολοκαύτωση επάνω στο θυσιαστήριο. Και όταν άρχισε η ολοκαύτωση, άρχισε ο ύμνος τού Κυρίου, με τις σάλπιγγες, και με τα όργανα τα προσδιορισμένα από τον Δαβίδ, τον βασιλιά τού Ισραήλ.
28
Και ολόκληρη η σύναξη προσκυνούσε, και οι ψαλτωδοί έψαλλαν και οι σαλπιγκτές σάλπιζαν· όλο αυτό εξακολουθούσε μέχρις ότου τελείωσε η ολοκαύτωση.
29
Και καθώς τελείωσαν να προσφέρουν, έσκυψαν ο βασιλιάς και όλοι εκείνοι που βρέθηκαν μαζί του, και προσκύνησαν.
30
Και στους Λευίτες είπε ο βασιλιάς Εζεκίας, και οι άρχοντες, να υμνούν τον Κύριο, με τα λόγια τού Δαβίδ, και του Ασάφ τού βλέποντα. Και ύμνησαν με ευφροσύνη, και αφού έσκυψαν, προσκύνησαν.
31
Τότε, ο Εζεκίας απαντώντας είπε: Τώρα, είστε καθιερωμένοι στον Κύριο· ελάτε, και προσφέρετε θυσίες και ευχαριστήριες προσφορές στον οίκο τού Κυρίου.Και η σύναξη πρόσφερε θυσίες και ευχαριστήριες προσφορές, καθένας που ήταν πρόθυμος στην καρδιά, πρόσφερε ολοκαυτώματα.
32
Και ο αριθμός των ολοκαυτωμάτων, που πρόσφερε η σύναξη, έγινε 70 μοσχάρια, 100 κριάρια, 200 αρνιά· όλα αυτά ήσαν για ολοκαύτωση στον Κύριο.
33
Και τα αφιερώματα ήσαν 600 βόδια και 3.000 πρόβατα.
34
Οι ιερείς, όμως, ήσαν λίγοι, και δεν μπορούσαν να γδέρνουν όλα τα ολοκαυτώματα· γι' αυτό, οι αδελφοί τους οι Λευίτες τούς βοήθησαν, μέχρις ότου συντελέστηκε η εργασία, και μέχρις ότου οι ιερείς αγιάστηκαν· επειδή, οι Λευίτες στάθηκαν πιο ευθείς στην καρδιά στο να αγιαστούν, παρά οι ιερείς.
35
Ακόμα δε τα ολοκαυτώματα ήσαν πολλά, μαζί με τα λίπη των ειρηνικών προσφορών, και μαζί με τις σπονδές για κάθε ολοκαύτωμα.Έτσι αποκαταστάθηκε η υπηρεσία τού οίκου τού Κυρίου.
36
Και ο Εζεκίας ευφράνθηκε, και ολόκληρος ο λαός, ότι ο Θεός είχε προδιαθέσει τον λαό· επειδή, το πράγμα έγινε ξαφνικά.

2 Χρονικών κεφάλαιο 30

1
ΚΑΙ ο Εζεκίας έστειλε σε ολόκληρο τον Ισραήλ και τον Ιούδα· έγραψε ακόμα επιστολές στον Εφραϊμ και στον Μανασσή, για νάρθουν στον οίκο του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ, για να κάνουν Πάσχα στον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ.
2
Επειδή, ο βασιλιάς έκανε συμβούλιο, και οι άρχοντές του, και ολόκληρη η σύναξη του λαού στην Ιερουσαλήμ να κάνουν το Πάσχα στον δεύτερο μήνα.
3
Επειδή, δεν μπόρεσαν να το κάνουν κατά την εποχή εκείνη, για τον λόγο ότι οι ιερείς δεν ήσαν αρκετά αγιασμένοι, και ο λαός δεν ήταν συγκεντρωμένος στην Ιερουσαλήμ.
4
Και το πράγμα άρεσε στον βασιλιά, και σε ολόκληρη τη σύναξη.
5
Γι' αυτό, αποφάσισαν να διακηρύξουν μέσα σε ολόκληρο τον Ισραήλ, από τη Βηρ-σαβεέ μέχρι τη Δαν, νάρθουν για να κάνουν Πάσχα στον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ, στην Ιερουσαλήμ· επειδή, από πολύ χρόνο δεν είχαν κάνει σύμφωνα με το γραμμένο.
6
Και οι ταχυδρόμοι πήγαν με τις επιστολές, από τον βασιλιά και τους άρχοντές του, μέσα από ολόκληρο τον Ισραήλ και τον Ιούδα, και σύμφωνα με την προσταγή τού βασιλιά, λέγοντας: Γιοι τού Ισραήλ, επιστρέψτε στον Κύριο τον Θεό τού Αβραάμ, του Ισαάκ, και του Ισραήλ· κι αυτός θα επιστρέψει σ' εκείνους που από σας εναπέμειναν, όσοι διασωθήκατε από το χέρι των βασιλιάδων τής Ασσυρίας·
7
και μη γίνεστε όπως οι πατέρες σας, και όπως οι αδελφοί σας, που ασέβησαν στον Κύριο τον Θεό των πατέρων τους· και τους παρέδωσε σε ερήμωση, όπως βλέπετε·
8
τώρα, μη σκληρύνετε τον τράχηλό σας, όπως οι πατέρες σας· υποταχθείτε στον Κύριο, και μπείτε μέσα στο αγιαστήριό του, που αγίασε στον αιώνα· και δουλέψτε τον Κύριο τον Θεό σας, για να αποστρέψει την έξαψη του θυμού του από σας·
9
επειδή, αν επιστρέψετε στον Κύριο, οι αδελφοί σας και τα παιδιά σας θα βρουν έλεος μπροστά σ' αυτούς που τους αιχμαλώτισαν, και θα επανέλθουν σ' αυτή τη γη· επειδή, ο Κύριος ο Θεός σας είναι οικτίρμονας και ελεήμονας, και δεν θα αποστρέψει από σας το πρόσωπό του, αν επιστρέψετε σ' αυτόν.
10
Και οι ταχυδρόμοι πέρασαν μέσα από πόλη σε πόλη, μέσα από τη γη τού Εφραϊμ και του Μανασσή, και μέχρι τον Ζαβουλών· όμως, εκείνοι τους περιγέλασαν, και τους χλεύασαν.
11
Μερικοί, όμως, από τον Ασήρ και τον Μανασσή και τον Ζαβουλών ταπεινώθηκαν, και ήρθαν στην Ιερουσαλήμ.
12
Και επάνω στον Ιούδα ήταν το χέρι τού Θεού, ώστε να τους δώσει μια καρδιά, για να κάνουν την προσταγή τού βασιλιά και των αρχόντων, σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου.
13
Και συγκεντρώθηκαν στην Ιερουσαλήμ, πολύς λαός, για να κάνουν τη γιορτή των αζύμων στον δεύτερο μήνα, μια υπερβολικά μεγάλη σύναξη.
14
Και αφού σηκώθηκαν, αφαίρεσαν τα θυσιαστήρια που υπήρχαν στην Ιερουσαλήμ· και αφαίρεσαν όλα τα θυσιαστήρια του θυμιάματος, και τα έρριξαν στον χείμαρρο των Κέδρων.
15
Και θυσίασαν το Πάσχα τη 14η ημέρα τού δεύτερου μήνα· και οι ιερείς και οι Λευίτες ντράπηκαν, και αφού αγιάστηκαν, έφεραν ολοκαυτώματα στον οίκο τού Κυρίου.
16
Και στάθηκαν στον τόπο τους, σύμφωνα με την τάξη τους, σύμφωνα με τον νόμο τού Μωυσή, του ανθρώπου τού Θεού· και οι ιερείς ράντιζαν το αίμα, παίρνοντας από το χέρι των Λευιτών.
17
Επειδή, υπήρχαν πολλοί μέσα στη σύναξη, που δεν είχαν αγιαστεί· γι' αυτό, οι Λευίτες πήραν το φορτίο να σφάξουν τα αρνιά τού Πάσχα για καθέναν που δεν ήταν καθαρός, για να τους αγιάσουν στον Κύριο.
18
Επειδή, ένα μεγάλο μέρος από τον λαό, πολλοί από τον Εφραϊμ, και τον Μανασσή, τον Ισσάχαρ, και τον Ζαβουλών δεν είχαν καθαριστεί, αλλ' έτρωγαν το Πάσχα, όχι σύμφωνα με το γραμμένο· ο Εζεκίας, όμως, δεήθηκε γι' αυτούς, λέγοντας: Ο αγαθός Κύριος ας γίνει ελεήμονας σε καθέναν,
19
που κατευθύνει την καρδιά του στο να εκζητεί τον Θεό, τον Κύριο τον Θεό των πατέρων του, ακόμα και αν δεν καθαρίστηκε σύμφωνα με τον καθαρισμό τού αγιαστηρίου.
20
Και ο Κύριος εισάκουσε τον Εζεκία, και συγχώρεσε τον λαό.
21
Και οι γιοι Ισραήλ, αυτοί που βρέθηκαν στην Ιερουσαλήμ, έκαναν επτά ημέρες τη γιορτή των αζύμων με μεγάλη ευφροσύνη· και οι Λευίτες και οι ιερείς υμνούσαν καθημερινά, τον Κύριο, με δυνατά όργανα.
22
Και ο Εζεκίας μίλησε σύμφωνα με την καρδιά όλων των Λευιτών που είχαν αγαθή σύνεση για τον Κύριο· και έτρωγαν στη γιορτή επτά ημέρες, θυσιάζοντας ειρηνικές θυσίες, και δοξολογώνταςτον Κύριο τον Θεό των πατέρων τους.
23
Και ολόκληρη η συναγωγή έκανε συμβούλιο για να κάνουν άλλες επτά ημέρες· και έκαναν ευφροσύνη άλλες επτά ημέρες.
24
Επειδή, ο Εζεκίας, ο βασιλιάς τού Ιούδα, πρόσφερε στη σύναξη, 1.000 βόδια και 7.000 πρόβατα· και οι άρχοντες πρόσφεραν στη σύναξη, 1.000 βόδια και 10.000 πρόβατα· και αγιάστηκαν πολλοί ιερείς.
25
Και ευφράνθηκαν, ολόκληρη η σύναξη του Ιούδα, και οι ιερείς και οι Λευίτες, και ολόκληρη η σύναξη, που είχε συγκεντρωθεί από τον Ισραήλ, και οι ξένοι, που είχαν έρθει από τη γη τού Ισραήλ, κι εκείνοι που κατοικούσαν στη γη τού Ιούδα.
26
Και έγινε μεγάλη ευφροσύνη στην Ιερουσαλήμ· επειδή, από τις ημέρες τού Σολομώντα, του γιου τού Δαβίδ, του βασιλιά τού Ισραήλ, δεν είχε γίνει τέτοιο πράγμα στην Ιερουσαλήμ.
27
Ύστερα απ' αυτά, αφού οι ιερείς και οι Λευίτες σηκώθηκαν, ευλόγησαν τον λαό· και η φωνή τους εισακούστηκε, και η προσευχή τους ήρθε στον ουρανό, το άγιο κατοικητήριο του Κυρίου.

2 Χρονικών κεφάλαιο 31

1
Και αφού συντελέστηκαν όλα αυτά, ολόκληρος ο Ισραήλ, αυτοί που βρέθηκαν, βγήκαν έξω στις πόλεις τού Ιούδα και σύντριψαν τα αγάλματα, και κατέκοψαν τα άλση, και γκρέμισαν τους ψηλούς τόπους και τα θυσιαστήρια από ολόκληρο τον Ιούδα και τον Βενιαμίν· το ίδιο έκαναν και στον Εφραϊμ και τον Μανασσή, μέχρις ότου τελείωσαν. Τότε, όλοι οι γιοι Ισραήλ επέστρεψαν, κάθε ένας στην ιδιοκτησία του, στις πόλεις τους.
2
ΚΑΙ ο Εζεκίας έβαλε σε τάξη τις διαιρέσεις των ιερέων και των Λευιτών, σύμφωνα με τις διαιρέσεις τους, κάθε έναν σύμφωνα με την υπηρεσία του, τους ιερείς και τους Λευίτες, για τα ολοκαυτώματα και τις ειρηνικές προσφορές, για να υπηρετούν, και να δοξολογούν, και να υμνούν, στις πύλες των σκηνωμάτων τού Κυρίου.
3
Ρύθμισε και το μερίδιο του βασιλιά, από τα υπάρχοντά του, για τις ολοκαυτώσεις, για τις πρωινές και τις εσπερινές ολοκαυτώσεις, και για τις ολοκαυτώσεις των σαββάτων, και των νεομηνιών, και των επισήμων γιορτών, σύμφωνα με το γραμμένο στον νόμο τού Κυρίου.
4
Ακόμα, είπε στον λαό, που κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ, να δίνει τη μερίδα των ιερέων και των Λευιτών, για να ενισχύονται στον νόμο τού Κυρίου.
5
Και καθώς διαδόθηκε ο λόγος, οι γιοι Ισραήλ έφεραν απαρχές από σιτάρι, και κρασί, και λάδι, και μέλι, και από όλα τα γεννήματα του χωραφιού σε αφθονία· ακόμα, έφεραν σε αφθονία τα δέκατα από κάθε πράγμα.
6
Και οι γιοι τού Ισραήλ και του Ιούδα, που κατοικούσαν στις πόλεις τού Ιούδα, κι αυτοί έφεραν τα δέκατα από βόδια και πρόβατα, και τα δέκατα των άγιων πραγμάτων, που αφιερώνονταν στον Κύριο τον Θεό τους, και τα έβαλαν σε σωρούς.
7
Στον τρίτο μήνα άρχισαν να κάνουν τούς σωρούς, και στον έβδομο μήνα τελείωσαν.
8
Και όταν ο Εζεκίας και οι άρχοντες ήρθαν και είδαν τούς σωρούς, ευλόγησαν τον Κύριο, και τον λαό του τον Ισραήλ.
9
Έπειτα, ο Εζεκίας ρώτησε τους ιερείς και τους Λευίτες για τους σωρούς.
10
Και ο Αζαρίας, ο πρώτος ιερέας, από την οικογένεια του Σαδώκ, του απάντησε, και είπε: Αφότου άρχισαν να φέρνουν τις προσφορές στον οίκο τού Κυρίου, φάγαμε σε χορτασμό, και περίσσευσε πληθώρα· επειδή, ο Κύριος ευλόγησε τον λαό του· κι αυτό που εναπέμεινε είναι η μεγάλη αυτή αφθονία.
11
Τότε, ο Εζεκίας είπε να ετοιμάσουν τα ταμεία στον οίκο τού Κυρίου· και τα ετοίμασαν,
12
και έφεραν μέσα με πιστότητα τις προσφορές, και τα δέκατα, και τα αφιερώματα· και επιστάτης σ' αυτούς ήταν ο Χωνανίας ο Λευίτης, και ύστερα απ' αυτόν ο Σιμεϊ ο αδελφός του.
13
Και ο Ιεχιήλ, και ο Αζαζίας, και ο Ναχάθ, και ο Ασαήλ, και ο Ιεριμώθ, και ο Ιωζαβάδ, και ο Ελιήλ, και ο Ισμαχίας, και ο Μαάθ, και ο Βεναϊας, ήσαν επιτηρητές, κάτω από την οδηγία τού Χωνανία και του Σιμεϊ τού αδελφού του, με προσταγή τού βασιλιά Εζεκία, και του Αζαρία τού επιστάτη τού οίκου τού Θεού.
14
Και ο Κωρή, ο γιος τού Ιεμνά τού Λευίτη, ο πυλωρός προς ανατολάς, ήταν υπεύθυνος στις προαιρετικές προσφορές τού Θεού, για να διανέμει τις προσφορές τού Κυρίου, και τα αγιότατα πράγματα.
15
Και μαζί του ήταν ο Εδέν, και ο Μινιαμείν, και ο Ιησούς, και ο Σεμαϊας, ο Αμαρίας, και ο Σεχανίας, στις πόλεις των ιερέων, εμπιστευμένοι να διανέμουν στους αδελφούς τους, σύμφωνα με τις διαιρέσεις τους, το ίδιο στον μεγάλο και στον μικρό,
16
σε κάθε έναν που έμπαινε μέσα στον οίκο τού Κυρίου, το καθημερινό του μερίδιο, στα καθήκοντα της υπηρεσίας του, σύμφωνα με τις διαιρέσεις τους, εκτός από τα αρσενικά τους, που απαριθμήθηκαν κατά γενεαλογία, από ηλικίας τριών χρόνων κι επάνω·
17
και η απαρίθμηση των ιερέων, και των Λευιτών, έγινε, σύμφωνα με την οικογένεια των πατριών τους, από ηλικίας 20 χρόνων κι επάνω, σύμφωνα με τα καθήκοντά τους, σύμφωνα με τις διαιρέσεις τους·
18
και σε όλα τα παιδιά τους, τις γυναίκες τους, και τους γιους τους, και τις θυγατέρες τους, σε ολόκληρη τη σύναξη, που απαριθμήθηκαν κατά γενεαλογία· επειδή, με πιστότητα αγιάστηκαν στα άγια.
19
Και για τους γιους τού Ααρών τούς ιερείς, στα χωράφια των προαστίων των πόλεών τους, σε κάθε μια πόλη ήσαν άνθρωποι διορισμένοι ονομαστικά για να δίνουν μερίδια σε όλα τα αρσενικά ανάμεσα στους ιερείς, και σε όλα όσα απαριθμήθηκαν ανάμεσα στους Λευίτες.
20
Και ο Εζεκίας έκανε με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρο τον Ιούδα· και έπραξε το καλό και το ευθύ και το αληθινό, μπροστά στον Κύριο τον Θεό του.
21
Και σε κάθε έργο που άρχισε στην υπηρεσία τού οίκου τού Θεού, και σε κάθε νόμο, και στα προστάγματα, εκζητώντας τον Θεό του, το έκανε με ολόκληρη την καρδιά του, και ευοδωνόταν.

2 Χρονικών κεφάλαιο 32

1
ΥΣΤΕΡΑ από τα πράγματα αυτά, κι αυτή την αλήθεια, ο Σενναχειρείμ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας, ήρθε και μπήκε μέσα στον Ιούδα, και στρατοπέδευσε ενάντια στις οχυρές πόλεις, και είπε να τις υποτάξει στον εαυτό του.
2
Και ο Εζεκίας, βλέποντας ότι ήρθε ο Σενναχειρείμ, και σκοπός του ήταν να πολεμήσει εναντίον τής Ιερουσαλήμ,
3
έκανε συμβούλιο με τους άρχοντές του, και μαζί με τους δυνατούς του, να φράξει τα νερά των πηγών, που ήσαν έξω από την πόλη· και συνεργάστηκαν μαζί του.
4
Και συγκεντρώθηκε πολύς λαός, και έφραξαν όλες τις πηγές, και τον ποταμό που έρρεε διαμέσου τής γης, λέγοντας: Για ποιον λόγο, όταν έρθουν οι βασιλιάδες τής Ασσυρίας, να βρουν πολύ νερό;
5
Και αφού ενδυναμώθηκε, ανοικοδόμησε ολόκληρο το χαλασμένο τείχος, και το ανύψωσε μέχρι τους πύργους, και επισκεύασε ένα άλλο τείχος έξω, και επισκεύασε τη Μιλλώ, την πόλη τού Δαβίδ, και έκανε πολλά όπλα και επιμήκεις ασπίδες.
6
Και έβαλε πολέμαρχους επικεφαλής τού λαού, και τους συγκέντρωσε κοντά του στην πλατεία τής πύλης τής πόλης, και μίλησε σύμφωνα με την καρδιά τους, λέγοντας:
7
Ρνδυναμώνεστε και γίνεστε ανδρείοι, μη φοβηθείτε, ούτε να τρομάξετε, από το πρόσωπο του βασιλιά τής Ασσυρίας, και από το πρόσωπο όλου τού πλήθους αυτών που είναι μαζί του· επειδή, περισσότεροι είναι μαζί μας παρά μαζί του·
8
μαζί του είναι σάρκινοι βραχίονες· μαζί μας, όμως, είναι ο Κύριος ο Θεός μας, για να μας βοηθάει, και να μάχεται τις μάχες μας. Και ο λαός ενθαρρύνθηκε με τα λόγια τού Εζεκία, του βασιλιά τού Ιούδα.
9
Ύστερα απ' αυτά, ο Σενναχειρείμ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας, (ενώ αυτός, έχοντας μαζί του όλη τη δύναμή του, πολιορκούσε τη Λαχείς), έστειλε τους δούλους του, στην Ιερουσαλήμ, στον Εζεκία, τον βασιλιά τού Ιούδα, που ήταν στην Ιερουσαλήμ, λέγοντας:
10
Έτσι λέει ο Σενναχειρείμ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας: Σε τι έχετε πεποίθηση και κάθεστε, ενώ είστε πολιορκημένοι στην Ιερουσαλήμ;
11
Δεν σας εξαπατάει ο Εζεκίας για να σας παραδώσει σε θάνατο από πείνα και από δίψα, λέγοντας: Ο Κύριος ο Θεός μας θα μας ελευθερώσει από το χέρι τού βασιλιά τής Ασσυρίας;
12
Αυτός ο ίδιος ο Εζεκίας δεν σήκωσε τους ψηλούς τόπους του, και τα θυσιαστήριά του, και είπε στον Ιούδα και στην Ιερουσαλήμ, λέγοντας: Μπροστά σε ένα θυσιαστήριο μόνον θα προσκυνάτε, κι επάνω σ' αυτό θα θυμιάζετε;
13
Δεν ξέρετε τι έχω κάνει εγώ, και οι πατέρες μου, σε όλους τούς λαούς τής γης; Μπόρεσαν οι θεοί των εθνών τής γης να λυτρώσουν τούς τόπους τους από το χέρι μου;
14
Ποιος απ' όλους τους θεούς εκείνων των εθνών, που οι πατέρες μου εξολόθρευσαν, μπόρεσε να λυτρώσει τον λαό του από το χέρι μου, ώστε ο Θεός σας να μπορέσει να σας λυτρώσει από το χέρι μου;
15
Τώρα, λοιπόν, ας μη σας πλανάει ο Εζεκίας, και ας μη σας εξαπατάει έτσι, και μη τον πιστεύετε· επειδή, κανένας θεός κανενός έθνους ή βασιλείας δεν μπόρεσε να λυτρώσει τον λαό του από το χέρι μου, και από το χέρι των πατέρων μου· πολύ λιγότερο θα μπορέσει ο Θεός σας να σας λυτρώσει από το χέρι μου.
16
Κι ακόμα περισσότερα μίλησαν οι δούλοι του ενάντια στον Κύριο τον Θεό, και ενάντια στον δούλο του τον Εζεκία.
17
Έγραψε και επιστολές για να ονειδίσει τον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ, και να μιλήσει εναντίον του, λέγοντας: Όπως οι θεοί των εθνών τής γης δεν λύτρωσαν τον λαό τους από το χέρι μου, έτσι και ο Θεός τού Εζεκία δεν θα λυτρώσει τον λαό του από το χέρι μου.
18
Τότε, βόησαν με μεγάλη φωνή, Ιουδαϊστί, προς τον λαό τής Ιερουσαλήμ, που ήταν επάνω στο τείχος, για να τους φοβίσουν και να τους ταράξουν, ώστε να κυριεύσουν την πόλη·
19
και μίλησαν εναντίον τού Θεού τής Ιερουσαλήμ, όπως είχαν κάνει ενάντια στους θεούς τής γης, που είναι έργα χεριών ανθρώπων.
20
Και ο βασιλιάς Εζεκίας προσευχήθηκε γι' αυτά, και ο προφήτης Ησαϊας, ο γιος τού Αμώς, και βόησαν προς τον ουρανό.
21
Και ο Κύριος έστειλε έναν άγγελο, που αφάνισε όλους τους ισχυρούς με δύναμη, και τους άρχοντες, και τους στρατηγούς μέσα στο στρατόπεδο του βασιλιά τής Ασσυρίας. Και επέστρεψε στη γη του, με καταντροπιασμένο το πρόσωπο. Και όταν μπήκε στον οίκο τού θεού του, εκείνοι που βγήκαν από τα σπλάχνα του, τον θανάτωσαν εκεί με μάχαιρα.
22
Και ο Κύριος έσωσε τον Εζεκία, και τους κατοίκους τής Ιερουσαλήμ, από το χέρι τού Σενναχειρείμ, του βασιλιά τής Ασσυρίας, και από το χέρι όλων, και τους ασφάλισε ολόγυρα.
23
Και πολλοί έφεραν δώρα προς τον Κύριο στην Ιερουσαλήμ, και πολύτιμα πράγματα στον Εζεκία, τον βασιλιά τού Ιούδα· και από τότε μεγαλύνθηκε μπροστά σε όλα τα έθνη.
24
Κατά τις ημέρες εκείνες, ο Εζεκίας αρρώστησε μέχρι θανάτου· και προσευχήθηκε στον Κύριο· και τον εισάκουσε, και του έδωσε ένα σημάδι.
25
Όμως, ο Εζεκίας δεν ανταπέδωσε σύμφωνα με την ευεργεσία που του έγινε· επειδή, υψώθηκε η καρδιά του· γι' αυτό, ήρθε οργή επάνω του, κι επάνω στον Ιούδα και στην Ιερουσαλήμ.
26
Και για την έπαρση της καρδιάς του, ο Εζεκίας ταπεινώθηκε, αυτός και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, και δεν ήρθε επάνω τους, στις ημέρες του Εζεκία, η οργή τού Κυρίου.
27
Και ο Εζεκίας απέκτησε πλούτο και μεγάλη δόξα, σε υπερβολικό βαθμό· και έκανε στον εαυτό του θησαυρούς από ασήμι, και χρυσάφι, και πολύτιμες πέτρες, και αρώματα, και ασπίδες, και από κάθε είδος επιθυμητά σκεύη·
28
και αποθήκες για το εισόδημα του σιταριού, και του κρασιού, και του λαδιού· και σταύλους για κτήνη κάθε είδους, και μάνδρες για κοπάδια.
29
Και έκανε πόλεις για τον εαυτό του, και απέκτησε πρόβατα και βόδια σε πλήθος· επειδή, ο Θεός έδωσε σ' αυτόν περιουσία υπερβολικά μεγάλη.
30
Ακόμα, αυτός ο Εζεκίας έφραξε την επάνω έξοδο των νερών τού Γιών, και τα κατεύθυνε προς τα κάτω, δυτικά από την πόλη τού Δαβίδ. Και ο Εζεκίας ευοδώθηκε σε όλα τα έργα του.
31
Με τους πρεσβευτές, όμως, των αρχόντων της Βαβυλώνας, που έστειλαν σ' αυτόν για να ερευνήσουν για το θαύμα που είχε γίνει στη γη, ο Θεός τον εγκατέλειψε, για να τον δοκιμάσει, ώστε να γνωρίσει όλα όσα ήσαν μέσα στην καρδιά του.
32
Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Εζεκία, και τα ελέη του, δέστε, είναι γραμμένα στην όραση του προφήτη Ησαϊα, του γιου τού Αμώς, στο βιβλίο των βασιλιάδων τού Ιούδα, και του Ισραήλ.
33
Και ο Εζεκίας κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και τον έθαψαν στον πιο ψηλό από τους τάφους των γιων τού Δαβίδ· και ολόκληρος ο Ιούδας και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ τού έκαναν στον θάνατό του τιμές· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Μανασσής, ο γιος του.

2 Χρονικών κεφάλαιο 33

1
Ο ΜΑΝΑΣΣΗΣ ήταν 12 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε 55 χρόνια στην Ιερουσαλήμ.
2
Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, σύμφωνα με τα βδελύγματα των εθνών, τα οποία ο Κύριος είχε εκδιώξει μπροστά από τους γιους Ισραήλ·
3
και ανοικοδόμησε τους ψηλούς τόπους, τους οποίους ο πατέρας του ο Εζεκίας είχε καταστρέψει, και ανέγειρε θυσιαστήρια στους Βααλείμ, και έκανε άλση, και προσκύνησε ολόκληρη τη στρατιά τού ουρανού, και τα λάτρευσε.
4
Και οικοδόμησε θυσιαστήρια στον οίκο τού Κυρίου, για τον οποίο ο Κύριος είχε πει: Στην Ιερουσαλήμ θα είναι το όνομά μου στον αιώνα.
5
Και οικοδόμησε θυσιαστήρια σε ολόκληρη τη στρατιά τού ουρανού, μέσα στις δύο αυλές τού οίκου τού Κυρίου.
6
Κι αυτός διαπέρασε τους γιους του μέσα από τη φωτιά στην κοιλάδα τού γιου τού Εννόμ· και προμάντευε καιρούς, και έκανε οιωνισμούς και μαγείες, και σύστησε ανταποκριτές δαιμονίων και επαοιδούς· έπραξε πολλά πονηρά πράγματα μπροστά στον Κύριο, για να τον παροργίσει.
7
Και έστησε το γλυπτό, την εικόνα που είχε κάνει, στον οίκο τού Θεού, για τον οποίο ο Θεός είχε πει στον Δαβίδ και στον Σολομώντα τον γιο του: Μέσα σ' αυτόν τον οίκο, και στην Ιερουσαλήμ, που διάλεξα από όλες τις φυλές τού Ισραήλ, θα βάλω το όνομά μου στον αιώνα·
8
και δεν θα μετασαλεύσω το πόδι τού Ισραήλ από τη γη που παρέδωσα στους πατέρες σας· αν μόνον προσέξουν να κάνουν όλα όσα έχω προστάξει σ' αυτούς, σύμφωνα με ολόκληρο τον νόμο και τα διατάγματα και τις κρίσεις, που δόθηκαν διαμέσου τού Μωυσή.
9
Και ο Μανασσής πλάνησε τον Ιούδα και τους κατοίκους τής Ιερουσαλήμ, ώστε να πράττουν πονηρότερα από τα έθνη, που ο Κύριος είχε αφανίσει μπροστά από τους γιους Ισραήλ.
10
Και ο Κύριος μίλησε στον Μανασσή, και στον λαό του· όμως, δεν έδωσαν προσοχή.
11
Γι' αυτό, έφερε εναντίον τους ο Κύριος τους άρχοντες του στρατού τού βασιλιά τής Ασσυρίας, και έπιασαν τον Μανασσή ανάμεσα στους θάμνους, και αφού τον έδεσαν με αλυσίδες, τον έφεραν στη Βαβυλώνα.
12
Και ενώ ήταν μέσα σε θλίψη, ικέτευσε τον Κύριο τον Θεό του, και ταπεινώθηκε υπερβολικά μπροστά στον Θεό των πατέρων του,
13
και προσευχήθηκε σ' αυτόν· τότε, ο Θεός τον ελέησε, και άκουσε τη δέησή του, και τον επανέφερε στην Ιερουσαλήμ, στο βασίλειό του. Τότε, γνώρισε ο Μανασσής ότι ο Κύριος αυτός είναι ο Θεός.
14
Και ύστερα απ' αυτό, οικοδόμησε ένα τείχος έξω από την πόλη τού Δαβίδ, προς δυσμάς τού Γιών, στην κοιλάδα, μέχρι την ιχθυϊκή είσοδο της πύλης, και περικύκλωσε το Οφήλ, και το ύψωσε σε μεγάλο ύψος, και έβαλε πολέμαρχους σε όλες τις οχυρωμένες πόλεις τού Ιούδα.
15
Και αφαίρεσε τους ξένους θεούς, και την εικόνα από τον οίκο τού Κυρίου, και όλα τα θυσιαστήρια, που είχε οικοδομήσει επάνω στο βουνό τού Κυρίου, και στην Ιερουσαλήμ· και τα έρριξε έξω από την πόλη.
16
Και ανόρθωσε το θυσιαστήριο του Κυρίου, και θυσίασε επάνω σ' αυτό θυσίες ειρηνικές και ευχαριστήριες, και πρόσταξε τον Ιούδα να λατρεύει τον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ.
17
Ο λαός, όμως, θυσίαζε ακόμα επάνω στους ψηλούς τόπους, όμως μόνον στον Κύριο τον Θεό τους.
18
Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Μανασσή, και η προσευχή του, που έκανε στον Θεό του, και τα λόγια των βλεπόντων, που του μίλησαν στο όνομα του Κυρίου τού Θεού τού Ισραήλ, δέστε, είναι γραμμένα στα χρονικά τών βασιλιάδων τού Ισραήλ.
19
Και η προσευχή του, και πώς εισακούστηκε, και όλες οι αμαρτίες του, και η αποστασία του, και τα μέρη όπου είχε οικοδομήσει ψηλούς τόπους, και είχε στήσει τα άλση και τα γλυπτά, πριν ταπεινωθεί, δέστε, είναι γραμμένα στα λόγια τών βλεπόντων.
20
Και ο Μανασσής κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και τον έθαψαν στο σπίτι του· και αντ' αυτού βασίλευσε ο Αμμών, ο γιος του.
21
Ο ΑΜΜΩΝ ήταν ηλικίας 22 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε δύο χρόνια στην Ιερουσαλήμ.
22
Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, όπως είχε πράξει ο Μανασσής, ο πατέρας του· και ο Αμμών θυσίαζε σε όλα τα γλυπτά, που είχε κάνει ο πατέρας του, ο Μανασσής, και τα λάτρευε·
23
και δεν ταπεινώθηκε μπροστά στον Κύριο, όπως είχε ταπεινωθεί ο πατέρας του, ο Μανασσής· αλλ' αυτός, ο Αμμών, ανόμησε περισσότερο και περισσότερο.
24
Και οι δούλοι του συνωμότησαν εναντίον του, και τον θανάτωσαν μέσα στο σπίτι του.
25
Και ο λαός τής γης θανάτωσε όλους εκείνους που είχαν συνωμοτήσει ενάντια στον βασιλιά Αμμών· και ο λαός τής γης έκανε, αντ' αυτού, βασιλιά τον Ιωσία, τον γιο του.

2 Χρονικών κεφάλαιο 34

1
Ο ΙΩΣΙΑΣ ήταν ηλικίας οκτώ χρόνων όταν βασίλευσε· και βασίλευσε 31 χρόνια στην Ιερουσαλήμ.
2
Και έπραξε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, και περπάτησε στους δρόμους τού πατέρα του, του Δαβίδ, και δεν ξέκλινε δεξιά ή αριστερά.
3
Και στον όγδοο χρόνο τής βασιλείας του, ενώ ήταν ακόμα νέος, άρχισε να εκζητεί τον Θεό τού πατέρα του, του Δαβίδ· και στον 12ο χρόνο άρχισε να καθαρίζει τον Ιούδα και την Ιερουσαλήμ, από τους ψηλούς τόπους, και από τα άλση, και τα γλυπτά και τα χωνευτά.
4
Και μπροστά του κατέστρεψαν τα θυσιαστήρια των Βααλείμ· και καταγκρέμισε τα είδωλα που ήσαν επάνω απ' αυτά· και τα άλση, και τα γλυπτά, και τα χωνευτά, τα κατασύντριψε, και τα λέπτυνε σε σκόνη, και την έρριξε επάνω στα μνήματα εκείνων που θυσίαζαν σ' αυτά.
5
Και έκαψε τα κόκαλα των ιερέων επάνω στα θυσιαστήριά τους, και καθάρισε τον Ιούδα και την Ιερουσαλήμ.
6
Και έκανε το ίδιο στις πόλεις τού Μανασσή, και του Εφραϊμ, και του Συμεών, και μέχρι τού Νεφθαλί, ολόγυρα στους ερημωμένους τόπους τους.
7
Και αφού κατέστρεψε τα θυσιαστήρια και τα άλση, και καταλέπτυνε τα γλυπτά σε σκόνη, και κατέκοψε όλα τα είδωλα μέσα από ολόκληρη τη γη τού Ισραήλ, γύρισε στην Ιερουσαλήμ.
8
Και στον 18ο χρόνο τής βασιλείας του, αφού καθάρισε τη γη και τον ναό, έστειλε τον Σαφάν, τον γιο τού Αζαλία, και τον Μαασία, τον άρχοντα της πόλης, και τον Ιωάχ, τον γιο τού Ιωάχαζ, τον υπομνηματογράφο, για να επισκευάσουν τον οίκο τού Κυρίου τού Θεού του.
9
Και όταν ήρθαν στον Χελκία, τον μεγάλο ιερέα, παρέδωσαν το ασήμι που είχε μπει μέσα στον οίκο τού Θεού, το οποίο οι Λευίτες, που φύλαγαν τις θύρες, είχαν συνάξει από το χέρι τού Μανασσή και του Εφραϊμ, και από ολόκληρο το υπόλοιπο του Ισραήλ, και από ολόκληρον τον Ιούδα και τον Βενιαμίν· και γύρισαν στην Ιερουσαλήμ.
10
Και τα έδωσαν στο χέρι εκείνων που έκαναν τα έργα, και εκείνων που επιστατούσαν στον οίκο τού Κυρίου· κι εκείνοι που έκαναν τα έργα, τα οποία εργάζονταν στον οίκο τού Κυρίου, το παρέδωσαν για να επισκευάσουν και να επιδιορθώσουν τον οίκο·
11
στους μαραγκούς και οικοδόμους το έδωσαν, για να αγοράσουν πελεκητές πέτρες, και ξύλα για δοκούς, και για να στεγάσουν τα οικήματα που είχαν καταστρέψει οι βασιλιάδες τού Ιούδα.
12
Και οι άνδρες εργάζονταν το έργο με πιστότητα· και επάνω σ' αυτούς επιτηρητές ήσαν ο Ιαάθ και ο Οβαδία, οι Λευίτες, από τους γιους τού Μεραρί· και ο Ζαχαρίας και ο Μεσσουλάμ, από τους γιους των Κααθιτών, για να επισπεύδουν το έργο· και από τους Λευίτες όλοι οι επιστήμονες μουσικών οργάνων.
13
Ακόμα, είχαν την επίβλεψη στους αχθοφόρους και τους εργοδιώκτες όλων των εργαζόμενων, σε οποιαδήποτε υπηρεσία· και από τους Λευίτες ήσαν γραμματείς, και επιστάτες, και θυρωροί.
14
Και ενώ έβγαζαν το ασήμι, που είχε μπει στον οίκο τού Κυρίου, ο Χελκίας ο ιερέας βρήκε το βιβλίο τού νόμου τού Κυρίου, που είχε δοθεί διαμέσου τού Μωυσή.
15
Και ο Χελκίας αποκρίθηκε και είπε στον Σαφάν τον γραμματέα: Βρήκα ένα βιβλίο τού νόμου στον οίκο τού Κυρίου. Και ο Χελκίας έδωσε το βιβλίο στον Σαφάν.
16
Και ο Σαφάν έφερε το βιβλίο στον βασιλιά, και έπειτα έδωσε λόγο στον βασιλιά, λέγοντας: Οι δούλοι σου κάνουν κάθε τι που τους ορίστηκε·
17
και αρίθμησαν το ασήμι που βρέθηκε στον οίκο τού Κυρίου, και το παρέδωσαν στο χέρι των επιστατών, και στο χέρι εκείνων που κάνουν τα έργα.
18
Και ο Σαφάν ο γραμματέας ανήγγειλε στον βασιλιά, λέγοντας: Ο ιερέας Χελκίας μού έδωσε ένα βιβλίο. Και ο Σαφάν το διάβασε μπροστά στον βασιλιά.
19
Και καθώς ο βασιλιάς άκουσε τα λόγια τού νόμου, έσχισε τα ιμάτιά του.
20
Και ο βασιλιάς πρόσταξε τον Χελκία και τον Αχικάμ, τον γιο τού Σαφάν, και τον Αβδών, τον γιο τού Μιχαία, και τον Σαφάν τον γραμματέα, και τον Ασαϊα, τον δούλο τού βασιλιά, λέγοντας:
21
Πηγαίνετε, ρωτήστε τον Κύριο για μένα, και για όσους εναπέμειναν στον Ισραήλ και τον Ιούδα, και για τα λόγια τού βιβλίου που βρέθηκε· επειδή, η οργή τού Κυρίου, που ξεχύθηκε επάνω μας, είναι μεγάλη, για το ότι οι πατέρες μας δεν φύλαξαν τον λόγο τού Κυρίου, ώστε να πράξουν σύμφωνα με όλα τα γραμμένα μέσα στο βιβλίο.
22
Τότε, πήγε ο Χελκίας, και οι απεσταλμένοι από τον βασιλιά, προς την προφήτισσα Όλδα, τη γυναίκα τού Σαλλούμ, γιου τού Τικβά, γιου τού Ασρά, του ιματιοφύλακα, (κι αυτή κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ, προς το Μισνέ)· και της μίλησαν σύμφωνα μ' αυτά.
23
Κι εκείνη τούς είπε: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ: Πείτε στον άνθρωπο που σας έστειλε σε μένα:
24
Έτσι λέει ο Κύριος: Δες, εγώ φέρνω κακά επάνω σ' αυτό τον τόπο, κι επάνω στους κατοίκους του, όλες τις κατάρες τις γραμμένες στο βιβλίο, που διάβασαν μπροστά στον βασιλιά τού Ιούδα·
25
επειδή, με εγκατέλειψαν, και θυμίασαν σε άλλους θεούς, για να με παροργίσουν εξαιτίας όλων των έργων των χεριών τους· γι' αυτό, ο θυμός μου θα ξεχυθεί επάνω σε τούτο τον τόπο, και δεν θα σβήσει.
26
Και στον βασιλιά τού Ιούδα, που σας έστειλε για να ρωτήσετε τον Κύριο, έτσι θα του πείτε: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ, για τα λόγια που άκουσες·
27
επειδή, απαλύνθηκε η καρδιά σου, και ταπεινώθηκες μπροστά στον Θεό, όταν άκουσες τα λόγια του ενάντια σ' αυτόν τον τόπο, και ενάντια στους κατοίκους του, και ταπεινώθηκες μπροστά μου, και έσχισες τα ιμάτιά σου, και έκλαψες μπροστά μου, γι' αυτό κι εγώ σε εισάκουσα, λέει ο Κύριος·
28
δες, εγώ θα σε συνάξω στους πατέρες σου, και θα συναχθείς στον τάφο σου με ειρήνη, και τα μάτια σου δεν θα δουν όλα τα κακά, που εγώ θα φέρνω επάνω σε τούτο τον τόπο, κι επάνω στους κατοίκους του. -Και έφεραν απάντηση στον βασιλιά.
29
Και ο βασιλιάς έστειλε και συγκέντρωσε όλους τους πρεσβύτερους του Ιούδα και της Ιερουσαλήμ.
30
Και ο βασιλιάς ανέβηκε στον οίκο τού Κυρίου, και όλοι οι άνδρες τού Ιούδα, και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, και οι ιερείς, και οι Λευίτες, και ολόκληρος ο λαός, από τον μεγάλο μέχρι τον μικρό· και διάβασαν σε επήκοόν τους όλα τα λόγια τού βιβλίου τής διαθήκης, που βρέθηκε στον οίκο τού Κυρίου.
31
Και ο βασιλιάς, αφού στάθηκε στον τόπο του, έκανε τη συνθήκη μπροστά στον Κύριο, να περπατάει πίσω από τον Κύριο, και να φυλάττει τις εντολές του, και τα μαρτύριά του, και τα διατάγματά του, με ολόκληρη την καρδιά του, και με ολόκληρη την ψυχή του, ώστε να εκτελεί τα λόγια τής διαθήκης, που ήσαν γραμμένα σε τούτο το βιβλίο.
32
Και έκανε να σταθούν σε τούτο όλοι όσοι βρέθηκαν στην Ιερουσαλήμ και στον Βενιαμίν. Και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ έκαναν σύμφωνα με τη διαθήκη τού Θεού, του Θεού των πατέρων τους.
33
Και ο Ιωσίας αφαίρεσε όλα τα βδελύγματα από όλους τούς τόπους των γιων Ισραήλ, και όσους βρέθηκαν στον Ισραήλ, τους έκανε να λατρεύουν τον Κύριο τον Θεό τους· σε όλες τις ημέρες του δεν απομακρύνθηκαν πίσω από τον Κύριο τον Θεό των πατέρων τους.

2 Χρονικών κεφάλαιο 35

1
Ο ΙΩΣΙΑΣ έκανε επιπλέον Πάσχα στον Κύριο στην Ιερουσαλήμ· και θυσίασαν το Πάσχα τη 14η ημέρα τού πρώτου μήνα.
2
Και έβαλε ιερείς στις υπηρεσίες τους, και τους ενίσχυσε στην υπηρεσία τού οίκου τού Κυρίου·
3
και είπε στους Λευίτες, αυτούς που δίδασκαν ολόκληρο τον Ισραήλ, τους καθιερωμένους στον Κύριο: Βάλτε την άγια κιβωτό στον οίκο, τον οποίο έχει οικοδομήσει ο Σολομώντας, ο γιος τού Δαβίδ, του βασιλιά τού Ισραήλ· δεν θα τη βαστάζετε πλέον επάνω σε ώμους· δουλεύετε τώρα τον Κύριο τον Θεό σας, και τον λαό του τον Ισραήλ·
4
και ετοιμαστείτε σύμφωνα με τις οικογένειες των πατριών σας, κατά τις διαιρέσεις σας, σύμφωνα με το γραμμένο τού Δαβίδ, του βασιλιά τού Ισραήλ, και σύμφωνα με το γραμμένο τού Σολομώντα, του γιου του.
5
Και σταθείτε στο αγιαστήριο, σύμφωνα με τις διαιρέσεις των οικογενειών των πατριών υπέρ των αδελφών σας, των γιων τού λαού, και σύμφωνα με τη διαίρεση των οικογενειών των πατριών των Λευιτών.
6
Και θυσιάστε το Πάσχα, και αγιαστείτε, και ετοιμάστε το στους αδελφούς σας, για να κάνουν σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου, που δόθηκε διαμέσου τού Μωυσή.
7
Και ο Ιωσίας πρόσφερε στον λαό πρόβατα, αρνιά, και κατσικάκια, τα έδωσε όλα για τις θυσίες τού Πάσχα, για όλους όσους παραβρέθηκαν, 30.000 τον αριθμό, και 3.000 βόδια· αυτά ήσαν από τα υπάρχοντα του βασιλιά.
8
Και οι άρχοντές του το πρόσφεραν προαιρετικά στον λαό, στους ιερείς, και στους Λευίτες. Ο Χελκίας, και ο Ζαχαρίας, και ο Ιεχιήλ, οι άρχοντες του οίκου τού Θεού, έδωσαν στους ιερείς, για τις θυσίες τού Πάσχα, 2.600 αρνιά και κατσίκια, και 300 βόδια.
9
Και ο Χωνανίας, και ο Σεμαϊας, και ο Ναθανιήλ, οι αδελφοί του, και ο Ασαβίας, και ο Ιεϊήλ, και ο Ιωζαβάδ, άρχοντες των Λευιτών, πρόσφεραν στους Λευίτες για θυσίες τού Πάσχα, 5.000 αρνιά και κατσίκια, και 500 βόδια.
10
Και ετοιμάστηκε η υπηρεσία, και οι ιερείς στάθηκαν στον τόπο τους, και οι Λευίτες στις διαιρέσεις τους, σύμφωνα με την προσταγή τού βασιλιά.
11
Και θυσίασαν το Πάσχα, και οι ιερείς ράντισαν το αίμα από το χέρι τους, και οι Λευίτες έγδαραν τα θύματα.
12
Και διαίρεσαν τα ολοκαυτώματα, για να τα δώσουν σύμφωνα με τις διαιρέσεις των οικογενειών των πατριών τού λαού, για να προσφέρουν στον Κύριο, σύμφωνα με το γραμμένο στο βιβλίο τού Μωυσή· το ίδιο και για τα βόδια.
13
Και το Πάσχα έψησαν με φωτιά, σύμφωνα με το διαταγμένο· και έψησαν τα άγια σε χύτρες, και σε καζάνια, και σε κακάβια, και τα μοίρασαν γρήγορα ανάμεσα σε ολόκληρο τον λαό.
14
Και έπειτα, ετοίμασαν στον εαυτό τους, και στους ιερείς· επειδή, οι ιερείς, οι γιοι τού Ααρών, καταγίνονταν στο να προσφέρουν ολοκαυτώματα και τα λίπη μέχρι αργά τη νύχτα· γι' αυτό, οι Λευίτες ετοίμασαν για τον εαυτό τους, και για τους ιερείς, τους γιους τού Ααρών.
15
Και οι ψαλτωδοί, οι γιοι τού Ασάφ, ήσαν στον τόπο τους, σύμφωνα με τη διαταγή τού Δαβίδ, και του Ασάφ, και του Αιμάν, και του Ιεδουθούν, του βλέποντα τού βασιλιά, και οι πυλωροί φύλαγαν σε κάθε μία πύλη· δεν ήταν ανάγκη να απομακρυνθούν από τις υπηρεσίες τους· επειδή, οι αδελφοί τους οι Λευίτες ετοίμασαν γι' αυτούς.
16
Και ετοιμάστηκε ολόκληρη η υπηρεσία τού Κυρίου την ίδια ημέρα, για να κάνουν το Πάσχα, και να προσφέρουν ολοκαυτώματα επάνω στο θυσιαστήριο του Κυρίου, σύμφωνα με την προσταγή τού βασιλιά Ιωσία.
17
Και οι γιοι Ισραήλ, που παραβρέθηκαν, έκαναν κατά τον καιρό εκείνο το Πάσχα, και τη γιορτή των αζύμων επτά ημέρες.
18
Και δεν είχε γίνει Πάσχα στον Ισραήλ σαν εκείνο, από τις ημέρες τού Σαμουήλ τού προφήτη· ούτε όλοι οι βασιλιάδες τού Ισραήλ είχαν κάνει σαν το Πάσχα που έκανε ο Ιωσίας, και οι ιερείς, και οι Λευίτες, και ολόκληρος ο Ιούδας και ο Ισραήλ, αυτοί που παραβρέθηκαν, και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ.
19
Και στον 18ο χρόνο τής βασιλείας τού Ιωσία έγινε τούτο το Πάσχα.
20
Ύστερα από όλα αυτά, αφού ο Ιωσίας ετοίμασε τον οίκο, ανέβηκε ο Νεχαώ, ο βασιλιάς τής Αιγύπτου για να πολεμήσει στη Χαρκεμίς προς τον Ευφράτη· και ο Ιωσίας βγήκε εναντίον του.
21
Και του έστειλε μηνυτές, λέγοντας: Τι υπάρχει ανάμεσα σε σένα και σε μένα, βασιλιά τού Ιούδα; Δεν έρχομαι εναντίον σου, αλλ' εναντίον τού οίκου με τον οποίο έχω πόλεμο· και ο Θεός με πρόσταξε να σπεύσω· κράτησε απόσταση από τον Θεό, που είναι μαζί μου, για να μη σε εξολοθρεύσει.
22
Εντούτοις, ο Ιωσίας δεν απέστρεψε το πρόσωπό του απ' αυτόν· αλλά, μετασχηματίστηκε, για να πολεμήσει εναντίον του, και δεν εισάκουσε τα λόγια τού Νεχαώ, που ήσαν από το στόμα τού Θεού, και ήρθε να πολεμήσει στην κοιλάδα Μεγιδδώ.
23
Και οι τοξότες τόξευσαν επάνω στον βασιλιά Ιωσία· και ο βασιλιάς είπε στους δούλους του: Βγάλτε με έξω, επειδή πληγώθηκα βαριά.
24
Και οι δούλοι του τον έβγαλαν από την άμαξά του, και τον επιβίβασαν στη δεύτερη άμαξά του· και τον έφεραν στην Ιερουσαλήμ, και πέθανε· και θάφτηκε στους τάφους των πατέρων του.Και ολόκληρος ο Ιούδας και η Ιερουσαλήμ πένθησαν για τον Ιωσία.
25
Και ο Ιερεμίας θρήνησε για τον Ιωσία· και όλοι οι ψάλτες και οι ψάλτριες, μέχρι σήμερα, αναφέρουν στους θρήνους τους τον Ιωσία, και τους έκαναν επίσημο θεσμό στον Ισραήλ· και δέστε, είναι γραμμένοι στους Θρήνους.
26
Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ιωσία, και τα ελέη του, σύμφωνα με το γραμμένο στον νόμο τού Κυρίου,
27
και τα έργα του, τα πρώτα και τα τελευταία, δέστε, είναι γραμμένα στο βιβλίο των βασιλιάδων τού Ισραήλ και του Ιούδα.
©1997 - 2021 greekphone.org