Slide One

Λιγες στιγμες με την αγια γραφη

Slide One
Slide Two

Καινη Διαθηκη online

Slide Two
Slide Three
Slide Three
previous arrow
next arrow
Click to Subscribe
Σχέδιο μελέτης
Έκδοση
Μέρα 1 Μέρα 2Μέρα 3

Έξοδος κεφάλαιο 1

1
ΚΑΙ αυτά είναι τα ονόματα των γιων Ισραήλ, εκείνων που μπήκαν μέσα στην Αίγυπτο μαζί με τον Ιακώβ· μπήκαν μέσα, κάθε ένας μαζί με την οικογένειά του:
2
Ο Ρουβήν, ο Συμεών, ο Λευί, και ο Ιούδας,
3
ο Ισσάχαρ, ο Ζαβουλών, και ο Βενιαμίν,
4
ο Δαν και ο Νεφθαλί, ο Γαδ και ο Ασήρ.
5
Και όλες οι ψυχές, που βγήκαν από τον μηρό τού Ιακώβ, ήσαν 70 ψυχές· ο Ιωσήφ, όμως, ήταν ήδη στην Αίγυπτο.
6
Και ο Ιωσήφ πέθανε, και όλοι οι αδελφοί του, και ολόκληρη εκείνη η γενεά.
7
Και αυξήθηκαν οι γιοι Ισραήλ, και πληθύνθηκαν, και πολλαπλασιάστηκαν, και δυναμώθηκαν σε αρκετά υπερβολικό βαθμό, ώστε ο τόπος γέμισε απ' αυτούς.
8
ΚΑΙ ένας καινούργιος βασιλιάς σηκώθηκε στη διακυβέρνηση της Αιγύπτου, που δεν γνώριζε τον Ιωσήφ.
9
Και είπε στον λαό του: Δέστε, ο λαός των γιων Ισραήλ είναι μεγάλο πλήθος, και ισχυρότερος από μας·
10
ελάτε, ας σοφιστούμε ενντίον τους, για να μη πολλαπλασιαστούν, και, αν συμβεί πόλεμος, ενωθούν κι αυτοί μαζί με τους εχθρούς μας, και μας πολεμήσουν, και αναχωρήσουν από τον τόπο.
11
Και έβαλαν επάνω τους επιστάτες των εργασιών για να τους καταθλίβουν με τα βάρη τους· και οικοδόμησαν στον Φαραώ πόλεις αποθηκών, την Πιθώμ, και τη Ραμεσσή.
12
Όσο όμως τους κατέθλιβαν, τόσο περισσότερο πληθύνονταν και αύξαναν. Και οι Αιγύπτιοι αποστρέφονταν τους γιους Ισραήλ.
13
Και οι Αιγύπτιοι καταδυνάστευαν τους γιους Ισραήλ με σκληρότητα.
14
Και καταπίκραιναν τη ζωή τους με σκληρή δουλεία στον πηλό και στις πλίθες και σε όλες τις εργασίες των πεδιάδων· όλες οι εργασίες τους, με τις οποίες τους καταδυνάστευαν, ήσαν σκληρές.
15
Και ο βασιλιάς των Αιγυπτίων μίλησε στις μαμές των Εβραίων, (από τις οποίες η μία ονομαζόταν Σεπφώρα, και η άλλη Φουά),
16
και είπε: Όταν μαιεύετε τις Εβραίες, και τις δείτε επάνω στη γέννα, αν μεν είναι αρσενικό, να το θανατώνετε· αν, όμως, είναι θηλυκό, τότε ας ζήσει.
17
Και οι μαμές φοβήθηκαν τον Θεό, και δεν έκαναν όπως είχε πει σ' αυτές ο βασιλιάς τής Αιγύπτου, αλλά άφηναν τα αρσενικά να ζουν.
18
Και αφού ο βασιλιάς τής Αιγύπτου κάλεσε τις μαμές, είπε σ' αυτές: Γιατί κάνετε αυτό το πράγμα, και αφήνετε τα αρσενικά να ζουν;
19
Και οι μαμές αποκρίθηκαν στον Φαραώ ότι: Οι Εβραίες δεν είναι όπως οι γυναίκες της Αιγύπτου· επειδή, είναι εύρωστες, και γεννούν πριν μπουν σ' αυτές οι μαμές.
20
Και ο Θεός αγαθοποιούσε τις μαμές· και ο λαός πληθυνόταν, και δυναμωνόταν υπερβολικά.
21
Και επειδή οι μαμές φοβόνταν τον Θεό, έκανε σ' αυτές σπίτια.
22
Και ο Φαραώ πρόσταξε ολόκληρο τον λαό του, λέγοντας: Κάθε αρσενικό που θα γεννηθεί, να το ρίχνετε στον ποταμό· και κάθε θηλυκό να το αφήνετε να ζει.

Έξοδος κεφάλαιο 2

1
ΚΑΙ ένας άνθρωπος από την οικογένεια του Λευί πήγε, και πήρε για γυναίκα μία από τις θυγατέρες τού Λευί.
2
Και η γυναίκα συνέλαβε, και γέννησε γιο· και βλέποντάς τον ότι ήταν όμορφος, τον έκρυψε τρεις μήνες.
3
Και επειδή δεν μπορούσε να τον κρύβει περισσότερο, πήρε γι' αυτόν ένα κιβώτιο σπάρτινο, και το άλειψε με άσφαλτο και πίσσα, και έβαλε το παιδί μέσα σ' αυτό, και το τοποθέτησε στο ελώδες μέρος, κοντά στην άκρη τού ποταμού.
4
Και η αδελφή του παραμόνευε από μακριά, για να δει τι θα του συνέβαινε.
5
Και η θυγατέρα τού Φαραώ κατέβηκε για να λουστεί στον ποταμό, και οι υπηρέτριές της περπατούσαν κοντά στην όχθη τού ποταμού· και όταν είδαν το κιβώτιο, στο ελώδες μέρος, έστειλε την υπηρέτριά της και το πήρε·
6
και όταν το άνοιξε, βλέπει το παιδί, και να, το νήπιο έκλαιγε· και το λυπήθηκε, λέγοντας: Από τα παιδιά των Εβραίων είν' αυτό.
7
Τότε, η αδελφή του είπε στη θυγατέρα τού Φαραώ: Θέλεις να πάω να καλέσω για σένα μια γυναίκα από τις Εβραίες που θηλάζει, για να σου θηλάσει το παιδί;
8
Και η θυγατέρα τού Φαραώ είπε σ' αυτή: Πήγαινε. Και το κοριτσάκι πήγε και κάλεσε τη μητέρα τού παιδιού.
9
Και η θυγατέρα του Φαραώ είπε σ' αυτή: Πάρε τούτο το παιδί, και να μου το θηλάζεις, κι εγώ θα σου δώσω τον μισθό σου.
10
Και η γυναίκα πήρε το παιδί, και το θήλαζε. Και αφού το παιδί μεγάλωσε, το έφερε στη θυγατέρα τού Φαραώ, και έγινε γιος της· και αποκάλεσε το όνομά του Μωυσή, λέγοντας ότι: Το ανέσυρα από το νερό.
11
Και κατά τις ημέρες εκείνες, αφού ο Μωυσής μεγάλωσε, βγήκε προς τους αδελφούς του· και παρατηρώντας τα βάρη τους, βλέπει έναν άνθρωπο Αιγύπτιο να χτυπάει έναν Εβραίο, από τους αδελφούς του.
12
Και κοιτάζοντας ολόγυρα, εδώ κι εκεί, και βλέποντας ότι δεν υπήρχε κανένας, χτύπησε τον Αιγύπτιο, και τον έκρυψε στην άμμο.
13
Και βγαίνοντας την επόμενη ημέρα, και ξάφνου, δύο άνδρες Εβραίοι διαπληκτίζονταν· και λέει σ' εκείνον που αδικούσε: Γιατί χτυπάς τον διπλανό σου;
14
Κι εκείνος είπε: Ποιος σε έβαλε άρχοντα και κριτή επάνω μας; Μήπως εσύ θέλεις να με φονεύσεις, καθώς φόνευσες τον Αιγύπτιο; Και ο Μωυσής φοβήθηκε, και είπε: Σίγουρα, αυτό το πράγμα έγινε γνωστό.
15
Και όταν ο Φαραώ άκουσε το πράγμα αυτό, ζητούσε να θανατώσει τον Μωυσή· αλλ' ο Μωυσής έφυγε από μπροστά από τον Φαραώ, και κατοίκησε στη γη Μαδιάμ· και κάθησε κοντά στο πηγάδι.
16
Και ο ιερέας τής Μαδιάμ είχε επτά θυγατέρες· που, όταν ήρθαν, άντλησαν νερό, και γέμισαν τις ποτίστρες για να ποτίσουν τα πρόβατα του πατέρα τους.
17
Και όταν ήρθαν οι βοσκοί τις έδιωξαν· και αφού ο Μωυσής σηκώθηκε τις βοήθησε, και πότισε τα πρόβατά τους.
18
Και όταν ήρθαν στον Ραγουήλ τον πατέρα τους, είπε σ' αυτές: Γιατί ήρθατε σήμερα τόσο γρήγορα;
19
Κι εκείνες είπαν: Ένας άνθρωπος Αιγύπτιος μας λύτρωσε από τα χέρια των βοσκών, κι ακόμα, άντλησε για μας νερό, και πότισε τα πρόβατα.
20
Κι εκείνος είπε στις θυγατέρες του: Και πού είναι; Γιατί αφήσατε τον άνθρωπο; Καλέστε τον για να φάει ψωμί.
21
Και ευχαριστήθηκε ο Μωυσής να κατοικεί μαζί με τον άνθρωπο· ο οποίος έδωσε στον Μωυσή για γυναίκα τη Σεπφώρα, τη θυγατέρα του.
22
Και γέννησε γιο· και αποκάλεσε το όνομά του Γηρσώμ, λέγοντας: Πάροικος είμαι σε ξένη γη.
23
ΚΑΙ ύστερα από πολύ καιρό, πέθανε ο βασιλιάς τής Αιγύπτου· και καταστέναξαν οι γιοι Ισραήλ εξαιτίας της δουλείας, και αναβόησαν· και η βοή τους ανέβηκε στον Θεό εξαιτίας της δουλείας.
24
Και ο Θεός εισάκουσε τους στεναγμούς τους· και ο Θεός θυμήθηκε τη διαθήκη του προς τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, και τον Ιακώβ·
25
και ο Θεός έρριξε το βλέμμα του επάνω στους γιους Ισραήλ, και ο Θεός τούς ελέησε.

Έξοδος κεφάλαιο 3

1
ΚΑΙ ο Μωυσής έβοσκε τα πρόβατα του Ιοθόρ, του πεθερού του, ιερέα τής Μαδιάμ· και έφερε τα πρόβατα στο πίσω μέρος τής ερήμου, και ήρθε στο βουνό τού Θεού, το Χωρήβ.
2
Και ο άγγελος του Κυρίου φάνηκε σ' αυτόν μέσα σε φλόγα φωτιάς, από το μέσον τής βάτου, και είδε, και να, η βάτος καιγόταν από τη φωτιά, αλλ' η βάτος δεν κατακαιγόταν.
3
Και ο Μωυσής είπε: Ας στρέψω, και ας παρατηρήσω αυτό το μεγάλο θέαμα, γιατί η βάτος δεν κατακαίγεται.
4
Και καθώς ο Κύριος είδε τον Μωυσή ότι έστρεψε να παρατηρήσει, ο Θεός φώναξε σ' αυτόν μέσα από τη βάτο, και είπε: Μωυσή, Μωυσή. Και εκείνος είπε: Εδώ είμαι.
5
Και είπε: Μη πλησιάσεις εδώ· λύσε τα υποδήματά σου από τα πόδια σου· επειδή, ο τόπος επάνω στον οποίο στέκεσαι, είναι άγια γη.
6
Και του είπε: Εγώ είμαι ο Θεός τού πατέρα σου, ο Θεός τού Αβραάμ, ο Θεός τού Ισαάκ, και ο Θεός τού Ιακώβ. Και ο Μωυσής έκρυψε το πρόσωπό του· επειδή, φοβόταν να κοιτάξει στον Θεό.
7
Και ο Κύριος είπε: Είδα, είδα την ταλαιπωρία του λαού μου, που είναι στην Αίγυπτο, και άκουσα την κραυγή τους εξαιτίας των εργοδιωκτών τους· επειδή, γνώρισα την οδύνη τους·
8
και κατέβηκα για να τους ελευθερώσω, από το χέρι των Αιγυπτίων, και να τους ανεβάσω από τη γη εκείνη, σε γη καλή και ευρύχωρη, σε γη που ρέει γάλα και μέλι, στον τόπο των Χαναναίων, και των Χετταίων, και των Αμορραίων, και των Φερεζαίων, και των Ευαίων, και των Ιεβουσαίων·
9
και τώρα δες, η κραυγή των γιων Ισραήλ ήρθε σε μένα· και είδα ακόμα την κατάθλιψη, με την οποία οι Αιγύπτιοι τους καταθλίβουν·
10
έλα, λοιπόν, τώρα, και θα σε αποστείλω στον Φαραώ, και θα βγάλεις τον λαό μου, τους γιους Ισραήλ, από την Αίγυπτο.
11
Και ο Μωυσής αποκρίθηκε στον Θεό: Ποιος είμαι εγώ, για να πάω στον Φαραώ, και να βγάλω τους γιους Ισραήλ από την Αίγυπτο;
12
Και ο Θεός είπε: Επειδή, εγώ θα είμαι μαζί σου· και τούτο θα είναι σε σένα το σημείο, ότι εγώ σε απέστειλα: Αφού βγάλεις τον λαό μου από την Αίγυπτο, θα λατρεύσετε τον Θεό επάνω σε τούτο το βουνό.
13
Και ο Μωυσής είπε στον Θεό: Δες, όταν εγώ πάω στους γιους Ισραήλ, και τους πω: Ο Θεός των πατέρων σας με απέστειλε σε σας, κι εκείνοι με ρωτήσουν: Τι είναι το όνομά του; Τι θα τους πω;
14
Και ο Θεός είπε στον Μωυσή: Εγώ είμαι ο Ων· και είπε: Έτσι θα πεις στους γιους Ισραήλ: Ο Ων με απέστειλε σε σας.
15
Και ο Θεός είπε ακόμα στον Μωυσή: Έτσι θα πεις στους γιους Ισραήλ: Ο Κύριος ο Θεός των πατέρων σας, ο Θεός τού Αβραάμ, ο Θεός τού Ισαάκ, και ο Θεός τού Ιακώβ, με απέστειλε σε σας· αυτό θα είναι το όνομά μου στον αιώνα, κι αυτό θα είναι η θύμησή μου σε γενεές γενεών·
16
πήγαινε, και συγκέντρωσε τους πρεσβύτερους του Ισραήλ, και πες τους: Ο Κύριος ο Θεός των πατέρων σας, ο Θεός τού Αβραάμ, του Ισαάκ, και του Ιακώβ, φάνηκε σε μένα, λέγοντας: Σας επισκέφθηκα αληθινά, και για όσα σας κάνουν στην Αίγυπτο·
17
και είπα: Θα σας ανεβάσω από την ταλαιπωρία των Αιγυπτίων, στη γη των Χαναναίων, και των Χετταίων, και των Αμορραίων, και των Φερεζαίων, και ων Ευαίων, και των Ιεβουσαίων, σε γη που ρέει γάλα και μέλι·
18
και θα υπακούσουν στη φωνή σου· και θα πας, εσύ και οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ, στον βασιλιά τής Αιγύπτου, και θα του πείτε: Ο Κύριος ο Θεός των Εβραίων μάς συνάντησε· τώρα, λοιπόν, άφησε να πάμε δρόμο τριών ημερών στην έρημο, για να προσφέρουμε θυσία στον Κύριο τον Θεό μας·
19
κι εγώ ξέρω ότι ο βασιλιάς τής Αιγύπτου δεν θα σας αφήσει να πάτε, παρά μόνον με χέρι δυνατό·
20
και εκτείνοντας το χέρι μου, θα πατάξω την Αίγυπτο με όλα τα θαυμάσιά μου, που θα κάνω ανάμεσά της· και ύστερα απ' αυτά θα σας εξαποστείλει·
21
και θα δώσω χάρη σ' αυτόν τον λαό μπροστά στους Αιγυπτίους· και όταν αναχωρείτε, δεν θα αναχωρήσετε αδειανοί·
22
αλλά, κάθε γυναίκα θα ζητήσει από τη γειτόνισσά της, και από τη συγκάτοικό της, ασημένια σκεύη, και χρυσά σκεύη, και ενδύματα· και θα τα βάλετε επάνω στους γιους σας, κι επάνω στις θυγατέρες σας, και θα γυμνώσετε τους Αιγυπτίους.

Έξοδος κεφάλαιο 4

1
ΚΑΙ ο Μωυσής αποκρίθηκε, και είπε: Όμως, δες, δεν θα πιστέψουν σε μένα ούτε θα ακούσουν στη φωνή μου· επειδή, θα πουν: Δεν φάνηκε ο Κύριος σε σένα.
2
Και ο Κύριος του είπε: Τι είναι αυτό που έχεις στο χέρι σου; Κι εκείνος είπε: Ράβδος.
3
Και είπε: Ρίξ' την καταγής. Και την έρριξε καταγής, και έγινε φίδι· και ο Μωυσής έφυγε από μπροστά του.
4
Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Άπλωσε το χέρι σου, και πιάσ' το από την ουρά· (και απλώνοντας το χέρι του, το έπιασε, και έγινε στο χέρι του ράβδος·)
5
για να πιστέψουν ότι φάνηκε σε σένα ο Κύριος ο Θεός των πατέρων τους, ο Θεός τού Αβραάμ, ο Θεός τού Ισαάκ, και ο Θεός τού Ιακώβ.
6
Και ο Κύριος του είπε ακόμα: Βάλε τώρα το χέρι σου στον κόρφο σου. Και έβαλε το χέρι του στον κόρφο του· και όταν το έβγαλε, να, το χέρι του ήταν λεπρό σαν χιόνι.
7
Και είπε: Βάλε πάλι το χέρι σου στον κόρφο σου. Και έβαλε το χέρι του στον κόρφο του· και όταν το έβγαλε από τον κόρφο του, να, αποκαταστάθηκε όπως η σάρκα του.
8
Και αν δεν πιστέψουν σε σένα, είπε ο Κύριος, ούτε ακούσουν στη φωνή τού πρώτου σημείου, θα πιστέψουν στη φωνή τού δεύτερου σημείου·
9
και αν δεν πιστέψουν και στα δύο αυτά σημεία, ούτε ακούσουν στη φωνή σου, θα πάρεις από το νερό του ποταμού, και θα το χύσεις επάνω στην ξηρά· και το νερό, που θα έπαιρνες από τον ποταμό, θα γίνει επάνω στην ξηρά αίμα.
10
Και ο Μωυσής είπε στον Κύριο: Παρακαλώ, Κύριε· εγώ δεν είμαι άνθρωπος του λόγου ούτε από χθες ούτε από προχθές, ούτε από τη στιγμή που μίλησες στον δούλο σου· αλλά, είμαι βραδύστομος και βραδύγλωσσος.
11
Και ο Κύριος του είπε: Ποιος έδωσε στόμα στον άνθρωπο; Ή, ποιος έκανε τον άλαλο ή τον κουφό ή εκείνον που βλέπει ή τον τυφλό; Όχι εγώ ο Κύριος;
12
Πήγαινε, λοιπόν, τώρα, κι εγώ θα είμαι μαζί με το στόμα σου, και θα σε διδάξω ό,τι πρόκειται να μιλήσεις.
13
Κι εκείνος είπε: Παρακαλώ, Κύριε, απόστειλε όποιον άλλον έχεις να αποστείλεις.
14
Και ο θυμός τού Κυρίου άναψε ενάντια στον Μωυσή· και είπε: Δεν υπάρχει ο Ααρών ο αδελφός σου ο Λευίτης; Ξέρω ότι αυτός μπορεί να μιλάει καλά· και μάλιστα, δες, βγαίνει σε συνάντησή σου, και όταν σε δει, θα χαρεί στην καρδιά του·
15
εσύ, λοιπόν, θα μιλάς σ' αυτόν, και θα βάζεις τα λόγια στο στόμα του· κι εγώ θα είμαι μαζί με το στόμα σου, και με το στόμα εκείνου, και θα σας διδάξω ό,τι πρέπει να κάνετε:
16
Κι αυτός θα μιλάει στον λαό αντί για σένα· κι αυτός θα είναι σε σένα αντί για στόμα, ενώ εσύ θα είσαι σ' αυτόν αντί για Θεός·
17
πάρε, όμως, στο χέρι σου αυτή τη ράβδο, με την οποία θα κάνεις τα σημεία.
18
ΚΑΙ ο Μωυσής αναχώρησε, και επέστρεψε στον πεθερό του τον Ιοθόρ, και του είπε: Ας πάω, παρακαλώ, κι ας επιστρέψω στους αδελφούς μου, που είναι στην Αίγυπτο, κι ας δω αν ζουν ακόμα. Και ο Ιοθόρ είπε στον Μωυσή: Πήγαινε με ειρήνη.
19
Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή στη Μαδιάμ: Πήγαινε, επίστρεψε στην Αίγυπτο· επειδή, πέθαναν όλοι οι άνθρωποι εκείνοι που ζητούσαν την ψυχή σου.
20
Τότε, παίρνοντας ο Μωυσής τη γυναίκα του, και τα παιδιά του, και αφού τα κάθισε επάνω σε γαϊδούρια, επέστρεψε στη γη της Αιγύπτου· και ο Μωυσής πήρε τη ράβδο τού Θεού στο χέρι του.
21
Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Όταν πας και επιστρέψεις στην Αίγυπτο, πρόσεξε να κάνεις μπροστά στον Φαραώ όλα τα θαυμάσια, που έδωσα στο χέρι σου· μόνον που εγώ θα σκληρύνω την καρδιά του, και δεν θα εξαποστείλει τον λαό·
22
και θα πεις στον Φαραώ: Έτσι λέει ο Κύριος· γιος μου είναι, πρωτότοκός μου, ο Ισραήλ·
23
και σε σένα λέω: Εξαπόστειλε τον γιο μου, για να με λατρεύσει· και αν δεν θέλεις να τον εξαποστείλεις, δες, εγώ θα θανατώσω τον γιο σου, τον πρωτότοκό σου.
24
Κι ενώ ο Μωυσής ήταν καθ' οδόν, στο κατάλυμα, τον συνάντησε ο Κύριος, και ζητούσε να τον θανατώσει.
25
Και η Σεπφώρα, παίρνοντας ένα κοφτερό λιθάρι, έκανε περιτομή στην ακροβυστία τού γιου της, και τον έρριξε στα πόδια του, λέγοντας: Σίγουρα νυμφίος αιμάτων είσαι σε μένα.
26
Και έφυγε απ' αυτόν· κι εκείνη είπε: Είσαι νυμφίος αιμάτων, εξαιτίας της περιτομής.
27
Και ο Κύριος είπε στον Ααρών: Πήγαινε σε συνάντηση του Μωυσή στην έρημο. Και πήγε, και τον συνάντησε στο βουνό τού Θεού, και τον φίλησε.
28
Και ο Μωυσής ανήγγειλε στον Ααρών όλα τα λόγια τού Κυρίου, που του παρήγγειλε, και όλα τα σημεία, που πρόσταξε σ' αυτόν.
29
Πήγαν, λοιπόν, ο Μωυσής και ο Ααρών, και συγκέντρωσαν όλους τους πρεσβύτερους των γιων Ισραήλ·
30
και ο Ααρών μίλησε όλα τα λόγια, που ο Κύριος είχε μιλήσει στον Μωυσή, και έκανε τα σημεία μπροστά στον λαό.
31
Και ο λαός πίστεψε· και όταν άκουσε ότι ο Κύριος επισκέφθηκε τους γιους Ισραήλ, και ότι επέβλεψε στην ταλαιπωρία τους, σκύβοντας, προσκύνησαν.

Έξοδος κεφάλαιο 5

1
ΚΑΙ ύστερα απ' αυτά, μπαίνοντας ο Μωυσής και ο Ααρών, είπαν στον Φαραώ: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός του Ισραήλ· εξαπόστειλε τον λαό μου, για να γιορτάσουν σε μένα στην έρημο.
2
Και ο Φαραώ είπε: Ποιος είναι ο Κύριος, στου οποίου τη φωνή να υπακούσω, ώστε να εξαποστείλω τον Ισραήλ; Δεν γνωρίζω τον Κύριο, και ούτε θα εξαποστείλω τον Ισραήλ.
3
Κι εκείνοι είπαν: Ο Θεός των Εβραίων μάς συνάντησε· άφησε, λοιπόν, να πάμε δρόμο τριών ημερών στην έρημο, για να προσφέρουμε θυσία στον Κύριο τον Θεό μας, μήπως και έρθει εναντίον μας με θανατικό ή με μάχαιρα.
4
Και ο βασιλιάς της Αιγύπτου τούς είπε: Γιατί, Μωυσή και Ααρών, αποκόβετε τον λαό από τις εργασίες του; Πηγαίνετε στα έργα σας.
5
Και ο Φαραώ είπε: Δέστε, ο λαός τού τόπου είναι τώρα πολυπληθής, κι εσείς τους κάνετε να σταματούν από τα έργα τους.
6
Και την ίδια ημέρα ο Φαραώ πρόσταξε τους εργοδιώκτες του λαού, και τους επιτρόπους τους, λέγοντας:
7
Δεν θα δώσετε στο εξής σ' αυτόν τον λαό άχυρο, όπως χθες και προχθές, για να κάνουν τις πλίθες· ας πάνε αυτοί, κι ας μαζεύουν άχυρο για τον εαυτό τους·
8
όμως, θα τους επιβάλετε την ποσότητα των πλίθων, που έκαναν και πρώτα· και δεν θα την ελαττώσετε, καθόλου· επειδή, μένουν αργοί, και γι' αυτό φωνάζουν, λέγοντας: Άφησε να πάμε, για να προσφέρουμε θυσία στον Θεό μας·
9
ας επιβαρυνθούν οι εργασίες αυτών των ανθρώπων, για να είναι απασχολημένοι σ' αυτές και να μη προσέχουν σε μάταια λόγια.
10
Βγήκαν, λοιπόν, οι εργοδιώκτες του λαού και οι επίτροποί του, και μίλησαν στον λαό, λέγοντας: Έτσι είπε ο Φαραώ: Δεν σας δίνω άχυρο·
11
πηγαίνετε εσείς οι ίδιοι, μαζέψτε άχυρο, όπου μπορείτε να βρείτε· αλλά, τίποτε δεν θα ελαττωθεί από τις εργασίες σας.
12
Και διασπάρθηκε ο λαός σε ολόκληρη τη γη της Αιγύπτου, για να μαζεύει καλάμη αντί για άχυρο.
13
Και οι εργοδιώκτες τούς βίαζαν, λέγοντας: Τελειώνετε τις εργασίες σας, το καθορισμένο για κάθε ημέρα, όπως όταν σας δινόταν άχυρο.
14
Και μαστιγώθηκαν οι επίτροποι των γιων Ισραήλ, που ήσαν διορισμένοι επάνω τους από τους εργοδιώκτες τού Φαραώ, λέγοντας: Γιατί δεν τελειώσατε χθες και σήμερα την καθορισμένη για σας ποσότητα των πλίθων, καθώς και πρώτα;
15
Και μπαίνοντας οι επίτροποι των γιων Ισραήλ, καταβόησαν στον Φαραώ, λέγοντας: Γιατί κάνεις έτσι στους δούλους σου;
16
Άχυρο δεν δίνεται στους δούλους σου, και μας λένε: Κάντε πλίθες· και δες, μαστιγώθηκαν οι δούλοι σου· και το σφάλμα είναι του λαού σου.
17
Κι εκείνος αποκρίθηκε: Είστε οκνηροί, οκνηροί· γι' αυτό λέτε: Άφησε να πάμε να προσφέρουμε θυσία στον Κύριο·
18
πηγαίνετε, λοιπόν, τώρα, δουλεύετε· επειδή, άχυρο δεν θα σας δοθεί· θα αποδίδετε, όμως, την ίδια ποσότητα των πλίθων.
19
Και οι επίτροποι των γιων Ισραήλ έβλεπαν τον εαυτό τους σε κακή θέση, αφού τους ειπώθηκε: Δεν θα ελαττωθεί τίποτε από την καθημερινή ποσότητα των πλίθων.
20
Και βγαίνοντας από τον Φαραώ, συνάντησαν τον Μωυσή και τον Ααρών, που έρχονταν σε συνάντησή τους·
21
και τους είπαν: Ο Κύριος να σας δει, και να κρίνει· επειδή, εσείς κάνατε βδελυκτή την οσμή μας μπροστά στον Φαραώ, και μπροστά στους δούλους του, ώστε να δώσετε στα χέρια τους μάχαιρα για να μας θανατώσουν.
22
Και ο Μωυσής επέστρεψε στον Κύριο, και είπε: Κύριε, γιατί κατέθλιψες αυτόν τον λαό; Και γιατί με απέστειλες;
23
Επειδή, αφότου ήρθα στον Φαραώ να μιλήσω στο όνομά σου, κατέθλιψε αυτόν τον λαό· κι εσύ καθόλου δεν ελευθέρωσες τον λαό σου.
©1997 - 2021 greekphone.org