Slide One

Λιγες στιγμες με την αγια γραφη

Slide One
Slide Two

Καινη Διαθηκη online

Slide Two
Slide Three
Slide Three
previous arrow
next arrow
Click to Subscribe
Σχέδιο μελέτης
Έκδοση
Μέρα 20 Μέρα 21Μέρα 22

Νεεμίας κεφάλαιο 1

1
ΛΟΓΙΑ τού Νεεμία, γιου τού Αχαλία.Και κατά τον μήνα Χισλεύ, στον 20ό χρόνο, όταν ήμουν στα Σούσα, στη βασιλεύουσα πόλη,
2
ο Ανανί, ένας από τους αδελφούς μου, ήρθε, αυτός και μερικοί από τη φυλή τού Ιούδα, και τους ρώτησα για τους Ιουδαίους, που διασώθηκαν, οι οποίοι είχαν εναπολειφθεί από την αιχμαλωσία, και για την Ιερουσαλήμ.
3
Και μου είπαν: Οι υπόλοιποι, αυτοί που είχαν εναπολειφθεί από την αιχμαλωσία εκεί στην επαρχία, είναι σε μεγάλη θλίψη και ονειδισμό· και το τείχος τής Ιερουσαλήμ καθαιρέθηκε, και οι πύλες της κατακάηκαν με φωτιά.
4
Και όταν άκουσα αυτά τα λόγια, κάθησα και έκλαψα, και πένθησα για ημέρες, και νήστευα, και προσευχόμουν μπροστά στον Θεό τού ουρανού,
5
και είπα: Παρακαλώ, Κύριε, Θεέ τού ουρανού, ο μεγάλος και φοβερός Θεός, που φυλάττει τη διαθήκη και το έλεος σ' εκείνους που τον αγαπούν και τηρούν τις εντολές του,
6
ας είναι τώρα το αυτί σου προσεκτικό, και τα μάτια σου ανοιχτά, για να ακούσεις την προσευχή του δούλου σου, που ήδη προσεύχομαι μπροστά σου ημέρα και νύχτα για τους γιους Ισραήλ, τους δούλους σου, και εξομολογούμαι τα αμαρτήματα των γιων Ισραήλ, που αμαρτήσαμε σε σένα· και εγώ και η οικογένεια του πατέρα μου αμαρτήσαμε.
7
Διαφθαρήκαμε ολοκληρωτικά μπροστά σου, και δεν φυλάξαμε τις εντολές, και τα διατάγματα, και τις κρίσεις, που πρόσταξες στον δούλο σου, τον Μωυσή.
8
Θυμήσου, παρακαλώ, τον λόγο, που πρόσταξες στον δούλο σου τον Μωυσή, λέγοντας: Αν γίνετε παραβάτες, εγώ θα σας διασκορπίσω ανάμεσα στα έθνη·
9
αλλά, αν επιστρέψετε σε μένα, και φυλάξετε τις εντολές μου, και τις εκτελείτε, και αν είναι από σας απορριμμένοι μέχρι τις εσχατιές τού ουρανού, και από εκεί θα τους συγκεντρώσω, και θα τους φέρω στον τόπο, που έκλεξα για να κατοικίσω το όνομά μου εκεί.
10
Κι αυτοί είναι δούλοι σου και λαός σου, που λύτρωσες με τη μεγάλη σου δύναμη, και με το ισχυρό σου χέρι.
11
Παρακαλώ, Κύριε, ας είναι λοιπόν το αυτί σου προσεκτικό στην προσευχή τού δούλου σου, και στην προσευχή των δούλων σου, αυτών που θέλουν να φοβούνται το όνομά σου· και ευόδωσε, παρακαλώ, τον δούλο σου αυτή την ημέρα, και χάρισε σ' αυτόν έλεος μπροστά σ' αυτόν τον άνδρα. (Επειδή, εγώ ήμουν οινοχόος τού βασιλιά).

Νεεμίας κεφάλαιο 2

1
ΚΑΙ κατά τον μήνα Νισάν, στον 20ό χρόνο τού βασιλιά Αρταξέρξη, ήταν μπροστά του κρασί· και παίρνοντας το κρασί, έδωσα στον βασιλιά. Όμως, ποτέ δεν είχα σκυθρωπάσει μπροστά του.
2
Γι' αυτό, ο βασιλιάς μού είπε: Γιατί είναι σκυθρωπό το πρόσωπό σου, ενώ εσύ δεν είσαι άρρωστος; Αυτό δεν είναι παρά λύπη της καρδιάς. Τότε, φοβήθηκα πάρα πολύ.
3
Και είπα στον βασιλιά: Ας ζει ο βασιλιάς στον αιώνα· γιατί να μη είναι σκυθρωπό το πρόσωπό μου, ενώ η πόλη, ο τόπος των τάφων των πατέρων μου, βρίσκεται ερημωμένος, και οι πύλες της καταναλωμένες από τη φωτιά;
4
Τότε, ο βασιλιάς μού είπε: Για ποιο πράγμα κάνεις εσύ αίτηση;Και προσευχήθηκα στον Θεό τού ουρανού.
5
Και είπα στον βασιλιά: Αν είναι στον βασιλιά αρεστό, και αν ο δούλος σου βρήκε χάρη μπροστά σου, στείλε με στον Ιούδα, στην πόλη των τάφων των πατέρων μου, και να την ανοικοδομήσω.
6
Και ο βασιλιάς μού είπε, ενώ καθόταν κοντά του η βασίλισσα: Πόσης διάρκειας θα είναι η πορεία σου; Και πότε θα επιστρέψεις;Και ο βασιλιάς ευαρεστήθηκε και με έστειλε· και του καθόρισα προθεσμία.
7
Και είπα στον βασιλιά: Αν είναι αρεστό στον βασιλιά, ας μου δοθούν επιστολές για τους επάρχους, που είναι πέρα από τον ποταμό, για να μου επιτρέψουν να περάσω, μέχρι νάρθω στον Ιούδα·
8
και μια επιστολή προς τον Ασάφ, τον φύλακα του βασιλικού δάσους, για να μου δώσει ξύλα να κατασκευάσω τις πύλες τού φρουρίου τού ναού, και το τείχος τής πόλης, και τον οίκο μέσα στον οποίο θα μπω. Και ο βασιλιάς μού τα χάρισε όλα, σύμφωνα με το αγαθό χέρι τού Θεού επάνω μου.
9
Ήρθα, λοιπόν, στους επάρχους, που ήσαν πέρα από τον ποταμό, και τους έδωσα τις επιστολές τού βασιλιά. Και είχε στείλει ο βασιλιάς μαζί μου αρχηγούς στρατιωτικής δύναμης και καβαλάρηδες.
10
Και όταν ο Σαναβαλλάτ, ο Ορωνίτης, και ο Τωβίας, ο δούλος, ο Αμμωνίτης, άκουσαν, λυπήθηκαν υπερβολικά ότι ήρθε ένας άνθρωπος για να ζητήσει το καλό των γιων Ισραήλ.
11
Και ήρθα στην Ιερουσαλήμ, και ήμουν εκεί τρεις ημέρες.
12
Και σηκώθηκα τη νύχτα, εγώ και λίγοι ακόμα μαζί μου· και δεν φανέρωσα σε κανέναν τι είχε βάλει ο Θεός μου μέσα στην καρδιά μου να κάνω στην Ιερουσαλήμ· και μαζί μου δεν ήταν άλλο κτήνος, παρά το κτήνος επάνω στο οποίο καθόμουν.
13
Και βγήκα τη νύχτα διαμέσου τής πύλης τής φάραγγας, και ήρθα απέναντι από την πηγή τού δράκοντα, και κοντά στη θύρα τής κοπριάς, και παρατηρούσα τα τείχη τής Ιερουσαλήμ, που ήσαν καταγκρεμισμένα, και τις πύλες της καταναλωμένες από τη φωτιά.
14
Έπειτα, διάβηκα στην πύλη τής πηγής, και στη βασιλική κολυμβητική λίμνη· και δεν υπήρχε τόπος για να περάσει το κτήνος, που ήταν από κάτω μου.
15
Και ανέβηκα τη νύχτα διαμέσου τού χειμάρρου· και αφού παρατήρησα το τείχος, στράφηκα, και μπήκα μέσα διαμέσου τής πύλης τής φάραγγας, και γύρισα.
16
Και οι προεστώτες δεν ήξεραν πού είχα πάει, και τι έκανα· ούτε και το είχα φανερώσει αυτό ακόμα ούτε στους Ιουδαίους ούτε στους ιερείς ούτε στους πρόκριτους ούτε στους προεστώτες ούτε στους λοιπούς, που εργάζονταν το έργο.
17
Και τους είπα: Εσείς βλέπετε τη δυστυχία στην οποία είμαστε, πώς η Ιερουσαλήμ βρίσκεται ερημωμένη, και οι πύλες της είναι καταναλωμένες από τη φωτιά· ελάτε, και ας ανοικοδομήσουμε το τείχος τής Ιερουσαλήμ, για να μη είμαστε πια όνειδος.
18
Και τους ανήγγειλα για το αγαθό χέρι τού Θεού μου επάνω μου, κι ακόμα τα λόγια τού βασιλιά, που μου είπε. Και εκείνοι είπαν: Ας σηκωθούμε, και ας οικοδομήσουμε. Έτσι, ενίσχυσαν τα χέρια τους προς το αγαθό.
19
Αλλ' όταν το άκουσαν ο Σαναβαλλάτ ο Ορωνίτης, και ο Τωβίας ο δούλος, ο Αμμωνίτης, και ο Γησέμ ο Άραβας, μας περιγέλασαν, και μας περιφρόνησαν, λέγοντας: Τι είναι αυτό το πράγμα που κάνετε; Θέλετε να επαναστατήσετε ενάντια στον βασιλιά;
20
Κι εγώ τους αποκρίθηκα, και τους είπα: Ο Θεός τού ουρανού, αυτός θα μας ευοδώσει· γι' αυτό, εμείς οι δούλοι του, θα σηκωθούμε και θα οικοδομήσουμε· εσείς, όμως, δεν έχετε μερίδα ούτε δικαίωμα ούτε θύμηση στην Ιερουσαλήμ.

Νεεμίας κεφάλαιο 4

1
Και όταν ο Σαναβαλλάτ άκουσε ότι εμείς οικοδομούμε το τείχος, οργίστηκε, και αγανάκτησε πολύ, και περιγέλασε τους Ιουδαίους.
2
Και μίλησε μπροστά στους αδελφούς του και στο στράτευμα της Σαμάρειας, και είπε: Τι κάνουν αυτοί οι άθλιοι Ιουδαίοι; Θα τους αφήσουν; Θα θυσιάσουν; Θα τελειώσουν σε μια ημέρα; Θα αναζωοποιήσουν από τους σωρούς τού χώματος τις πέτρες, κι αυτές καμένες;
3
Και κοντά του ήταν ο Τωβίας, ο Αμμωνίτης· και είπε: Και αν χτίσουν, αλεπού που ανεβαίνει θα γκρεμίσει το πέτρινο τείχος τους.
4
Άκουσε, Θεέ μας· επειδή, μας χλευάζουν· και στρέψε τον ονειδισμό τους ενάντια στο κεφάλι τους, και να τους κάνεις να γίνουν λάφυρο σε γη αιχμαλωσίας·
5
και μη σκεπάσεις την ανομία τους, και η αμαρτία τους ας μη εξαλειφθεί από μπροστά σου· επειδή, ξεστόμισαν ονειδισμούς ενάντια σ' αυτούς που οικοδομούν.
6
Έτσι ανοικοδομήσαμε το τείχος· και ολόκληρο το τείχος συνδέθηκε, μέχρι το μέσον του· επειδή, ο λαός είχε καρδιά στο να εργάζεται.
7
Αλλά, όταν ο Σαναβαλλάτ, και ο Τωβίας, και οι Άραβες, και οι Αμμωνίτες, και οι Αζώτιοι, άκουσαν ότι τα τείχη της Ιερουσαλήμ επισκευάζονται, και ότι τα χαλάσματα άρχισαν να κλείνουν, οργίστηκαν υπερβολικά·
8
και όλοι μαζί συνωμότησαν νάρθουν να πολεμήσουν ενάντια στην Ιερουσαλήμ, και να της κάνουν ζημιά.
9
Κι εμείς, προσευχηθήκαμε στον Θεό μας, και στήσαμε σκοπιές εναντίον τους, ημέρα και νύχτα, έχοντας φόβο απ' αυτούς.
10
Και ο Ιούδας είπε: Η δύναμη των εργατών ατόνησε, και το χώμα είναι πολύ, κι εμείς δεν μπορούμε να οικοδομούμε το τείχος.
11
Και οι εχθροί μας, είπαν: Δεν θα μάθουν ούτε θα δουν, μέχρις ότου έρθουμε ανάμεσά τους, και τους φονεύσουμε, και σταματήσουμε το έργο.
12
Και όταν ήρθαν οι Ιουδαίοι, που κατοικούσαν κοντά τους, μας είπαν δέκα φορές: Προσέχετε απ' όλους τους τόπους, από τους οποίους επιστρέφετε σε μας.
13
Γι' αυτό, έστησα στους χαμηλότερους τόπους, πίσω από το τείχος, και στους ψηλότερους τόπους, έστησα τον λαό κατά συγγένειες, με τις ρομφαίες τους, με τις λόγχες τους, και με τα τόξα τους.
14
Και είδα, και σηκώθηκα, και είπα στους πρόκριτους, και στους προεστώτες, και στο υπόλοιπο του λαού: Μη φοβηθείτε απ' αυτούς· να θυμάστε τον Κύριο, τον μεγάλο και φοβερό, και πολεμήστε χάρη των αδελφών σας, των γιων σας, και των θυγατέρων σας, των γυναικών σας, και των σπιτιών σας.
15
Και όταν οι εχθροί μας άκουσαν ότι το πράγμα έγινε σε μας γνωστό, και ο Θεός διασκέδασε τη βουλή τους, όλοι εμείς γυρίσαμε στο τείχος, κάθε ένας στο έργο του.
16
Και από εκείνη την ημέρα οι μισοί από τους δούλους μου εργάζονταν το έργο, και οι μισοί απ' αυτούς κρατούσαν τις λόγχες, τις μακρυές ασπίδες, και τα τόξα, θωρακισμένοι· και οι άρχοντες ήσαν πίσω από ολόκληρο τον οίκο τού Ιούδα.
17
Όσοι οικοδομούσαν το τείχος, και όσοι κουβαλούσαν, και όσοι φόρτωναν, κάθε ένας με το ένα του χέρι δούλευε στο έργο, και με το άλλο κρατούσε το όπλο.
18
Και οι οικοδόμοι, ο κάθε ένας είχε τη ρομφαία του περιζωσμένη στην οσφύ του, και οικοδομούσε· και ο σαλπιγκτής με τη σάλπιγγα ήταν κοντά μου.
19
Και είπα στους πρόκριτους, και στους προεστώτες, και στο υπόλοιπο του λαού: Το έργο είναι μεγάλο και πλατύ· κι εμείς είμαστε διαχωρισμένοι επάνω στο τείχος, ο ένας μακριά από τον άλλον·
20
σε όποιον, λοιπόν, τόπο ακούσετε τη φωνή τής σάλπιγγας, εκεί τρέξτε σε μας· ο Θεός μας θα πολεμήσει για μας.
21
Έτσι εργαζόμασταν το έργο· και οι μισοί απ' αυτούς κρατούσαν τις λόγχες από την αρχή τής αυγής μέχρι την εμφάνιση στον ουρανό των άστρων.
22
Και την ίδια αυτή εποχή είπα στον λαό: Κάθε ένας, μαζί με τον δούλο του, ας διανυχτερεύει στο μέσον τής Ιερουσαλήμ, και ας είναι τη νύχτα φύλακες για μας, και ας εργάζονται την ημέρα.
23
Και ούτε εγώ ούτε οι αδελφοί μου ούτε οι δούλοι μου ούτε οι άνδρες τής προφύλαξης, που με ακολουθούσαν, κανένας από μας δεν έβγαζε τα ιμάτιά του· μόνον για να λούζεται τα έβγαζε κάθε ένας.

Νεεμίας κεφάλαιο 6

1
ΚΑΙ καθώς ο Σαναβαλλάτ, και ο Τωβίας, και ο Γησέμ, ο Άραβας, και οι υπόλοιποι από τους εχθρούς μας, άκουσαν ότι εγώ οικοδόμησα το τείχος, και δεν έμεινε πια σ' αυτό χάλασμα, αν και μέχρις εκείνον τον καιρό δεν είχα στήσει πόρτες επάνω στις πύλες,
2
ο Σαναβαλλάτ, και ο Γησέμ μού έστειλαν μηνυτές, λέγοντας: Ελάτε, και ας συγκεντρωθούμε μαζί σε κάποια από τις κωμοπόλεις στην πεδιάδα Ωνώ. Σκέφτονταν, βέβαια, να μου κάνουν κακό.
3
Και έστειλα σ' αυτούς μηνυτές λέγοντας: Κάνω ένα μεγάλο έργο και δεν μπορώ να κατέβω· γιατί να σταματήσει το έργο, όταν εγώ, αφήνοντάς το, κατέβω σε σας;
4
Και μου έστειλαν μηνυτές, τέσσερις φορές, μ' αυτό τον τρόπο· κι εγώ τους αποκρίθηκα με τον ίδιο τρόπο.
5
Τότε ο Σαναβαλλάτ μού έστειλε τον δούλο του, με τον ίδιο τρόπο, για πέμπτη φορά, με ανοιχτή επιστολή στο χέρι του·
6
στην οποία ήταν γραμμένο: Ακούστηκε ανάμεσα στα έθνη, και ο Γασμού λέει, ότι εσύ και οι Ιουδαίοι σκέφτεστε να επαναστατήσετε· γι' αυτό εσύ οικοδομείς το τείχος, για να γίνεις βασιλιάς τους, σύμφωνα με τα λόγια αυτά·
7
ακόμα, διόρισες προφήτες, για να κηρύττουν για σένα στην Ιερουσαλήμ, και λένε: Υπάρχει βασιλιάς στον Ιούδα· και, τώρα, θα γίνει αναγγελία στον βασιλιά, σύμφωνα μ' αυτά τα λόγια· έλα, λοιπόν τώρα, και ας συσκεφτούμε μαζί.
8
Τότε, του έστειλα, λέγοντας: Δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα όπως λες, αλλ' εσύ τα πλάθεις από την καρδιά σου.
9
Επειδή, όλοι αυτοί μάς φοβέριζαν, λέγοντας: Θα εξασθενήσουν τα χέρια τους από το έργο, και δεν θα εκτελεστεί. Τώρα, λοιπόν, Θεέ, ενδυνάμωσε τα χέρια μου.
10
Κι εγώ πήγα στο σπίτι τού Σεμαϊα, γιου τού Δαλαϊα, γιου τού Μεεταβεήλ, που ήταν κλεισμένος· και είπε: Ας συγκεντρωθούμε μαζί στον οίκο τού Θεού, μέσα στον ναό, και ας κλείσουμε τις πόρτες τού ναού· επειδή, αυτοί έρχονται για να σε φονεύσουν· ναι, τη νύχτα έρχονται για να σε φονεύσουν.
11
Αλλ' εγώ απάντησα: Άνθρωπος τέτοιος όπως εγώ θα έφευγα; Και ποιος, όπως εγώ, θα έμπαινε στον ναό για να σώσει τη ζωή του; Δεν θα μπω.
12
Και να, γνώρισα ότι ο Θεός δεν τον έστειλε για να προφέρει αυτή την προφητεία εναντίον μου· αλλ' ότι ο Τωβίας και ο Σαναβαλλάτ τον είχαν μισθώσει.
13
Ήταν μισθωμένος γι' αυτό, για να φοβηθώ, και να πράξω έτσι και να αμαρτήσω, και να έχουν αφορμή να με κακολογήσουν, και να με κοροϊδέψουν.
14
Θεέ μου, θυμήσου τον Τωβία και τον Σαναβαλλάτ, σύμφωνα μ' αυτά τα έργα τους, κι ακόμα την προφήτισσα Νωαδία και τους υπόλοιπους προφήτες, που με φοβέριζαν.
15
Έτσι συντελέστηκε το τείχος την 25η ημέρα τού μήνα Ελούλ, μέσα σε 52 ημέρες.
16
Και όταν άκουσαν όλοι οι εχθροί μας, φοβήθηκαν τότε όλα τα έθνη, που ήσαν γύρω μας, και ταπεινώθηκαν υπερβολικά στα μάτια τους· επειδή, γνώρισαν ότι από τον Θεό μας έγινε αυτό το έργο.
17
Επιπλέον, εκείνες τις ημέρες οι πρόκριτοι του Ιούδα έστελναν συνεχώς τις επιστολές τους στον Τωβία, κι εκείνες τού Τωβία έρχονταν σ' αυτούς.
18
Επειδή, στον Ιούδα υπήρχαν πολλοί ορκισμένοι σ' αυτόν, για τον λόγο ότι ήταν γαμπρός τού Σεχανία, γιου τού Αράχ· και ο Ιωανάν, ο γιος του, είχε πάρει τη θυγατέρα τού Μεσουλλάμ, γιου τού Βαραχία.
19
Μάλιστα, διηγούνταν μπροστά μου τις αγαθοεργίες του, και του ανέφεραν τα λόγια μου. Και ο Τωβίας έστελνε επιστολές για να με φοβερίζει.