Slide One

Λιγες στιγμες με την αγια γραφη

Slide One
Slide Two

Καινη Διαθηκη online

Slide Two
Slide Three
Slide Three
previous arrow
next arrow
Click to Subscribe
Σχέδιο μελέτης
Έκδοση
Μέρα 22 Μέρα 23Μέρα 24

Ιώβ κεφάλαιο 1

1
ΥΠΗΡΧΕ κάποιος άνθρωπος στη γη τής Αυσίτιδας, που ονομαζόταν Ιώβ· και ο άνθρωπος αυτός ήταν άμεμπτος και ευθύς, και φοβόταν τον Θεό, και έμενε μακριά από κακό.
2
Και σ' αυτόν γεννήθηκαν επτά γιοι και τρεις θυγατέρες.
3
Και τα κτήνη του ήσαν 7.000 πρόβατα, και 3.000 καμήλες, και 500 ζευγάρια βοδιών, και 500 γαϊδούρια, και ένα μεγάλο πλήθος από υπηρέτες· και ο άνθρωπος εκείνος ήταν ο μεγαλύτερος από όλους τούς κατοίκους τής Ανατολής.
4
Και οι γιοι του πήγαιναν και έκαναν συμπόσια στα σπίτια τους, κάθε ένας κατά τη δική του ημέρα, και έστελναν και προσκαλούσαν τις τρεις αδελφές τους για να τρώνε και να πίνουν μαζί τους.
5
Και όταν τελείωναν οι ημέρες τού συμποσίου, ο Ιώβ έστελνε και τους αγίαζε, και, καθώς σηκωνόταν το πρωί, πρόσφερνε ολοκαυτώματα, σύμφωνα με τον αριθμό όλων τους· επειδή, ο Ιώβ έλεγε: Μήπως οι γιοι μου αμάρτησαν, και βλασφήμησαν τον Θεό στην καρδιά τους. Έτσι έκανε ο Ιώβ, πάντοτε.
6
Και κάποια ημέρα, οι γιοι τού Θεού ήρθαν να παρασταθούν μπροστά στον Κύριο, κι ανάμεσα σ' αυτούς ήρθε και ο σατανάς.
7
Και ο Κύριος είπε στον σατανά: Από πού έρχεσαι;Και ο σατανάς απάντησε στον Κύριο, και είπε: Αφού διάβηκα ολόγυρα τη γη, και περπάτησα μέσα σ' αυτή, νάμαι.
8
Και ο Κύριος είπε στον σατανά: Έβαλες τον νου σου επάνω στον δούλο μου τον Ιώβ, ότι δεν υπάρχει όμοιός του στη γη, άνθρωπος άμεμπτος και ευθύς, ο οποίος φοβάται τον Θεό, και απέχει από κακό;
9
Και ο σατανάς απάντησε στον Κύριο, και είπε: Μήπως ο Ιώβ δωρεάν φοβάται τον Θεό;
10
Δεν τον περιέφραξες από παντού, και το σπίτι του, και όλα όσα έχει; Τα έργα των χεριών του ευλόγησες, και τα κτήνη του πλήθυναν επάνω στη γη·
11
όμως, άπλωσε τώρα το χέρι σου, και άγγιξε όλα όσα έχει, για να δεις αν δεν σε βλασφημήσει κατά πρόσωπο.
12
Και ο Κύριος είπε στον σατανά: Δες, στο χέρι σου όλα όσα έχει· μόνον επάνω σ' αυτόν μη βάλεις το χέρι σου. Και ο σατανάς βγήκε μπροστά από τον Κύριο.
13
Και κάποια ημέρα οι γιοι του και οι θυγατέρες του έτρωγαν και έπιναν κρασί, στο σπίτι τού πρωτότοκου αδελφού τους.
14
Και ένας μηνυτής ήρθε στον Ιώβ, και είπε: Τα βόδια αροτρίαζαν, και τα γαϊδούρια έβοσκαν κοντά τους·
15
και έπεσαν επάνω τους οι Σαβαίοι και τα άρπαξαν· και τους δούλους τούς πάταξαν με μάχαιρα· και μόνος εγώ διασώθηκα για να σου το αναγγείλω.
16
Ενώ αυτός ακόμα μιλούσε, ήρθε κι ένας άλλος, και είπε: Φωτιά έπεσε από τον ουρανό, και έκαψε τα πρόβατα και τους δούλους, και τους κατέφαγε· και μόνος εγώ διασώθηκα για να σου το αναγγείλω.
17
Ενώ αυτός ακόμα μιλούσε, ήρθε κι άλλος ένας, και είπε: Οι Χαλδαίοι έκαναν τρεις λόχους, και εφόρμησαν στις καμήλες, και τις άρπαξαν· και τους δούλους τούς πάταξαν με μάχαιρα·(1) και μόνος εγώ διασώθηκα για να σου το αναγγείλω.
18
Ενώ αυτός ακόμα μιλούσε, ήρθε κι ένας άλλος, και είπε: Οι γιοι σου και οι θυγατέρες σου έτρωγαν και έπιναν κρασί στο σπίτι τού πρωτότοκου αδελφού τους·
19
και ξάφνου, ήρθε ένας μεγάλος άνεμος από την πέρα πλευρά τής ερήμου, και χτύπησε τις τέσσερις γωνίες τού σπιτιού, και έπεσε επάνω στα παιδιά, και πέθαναν· και μόνος εγώ διασώθηκα για να σου το αναγγείλω.
20
Τότε, ο Ιώβ, αφού σηκώθηκε, έσχισε το επανωφόρι του, και ξύρισε το κεφάλι του, και έπεσε επάνω στη γη, και προσκύνησε,
21
και είπε: Γυμνός βγήκα από την κοιλιά τής μητέρας μου, και γυμνός θα επιστρέψω εκεί· ο Κύριος έδωσε, και ο Κύριος αφαίρεσε· ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου.
22
Σε όλα αυτά ο Ιώβ δεν αμάρτησε, και δεν έδωσε αφροσύνη στον Θεό.

Ιώβ κεφάλαιο 2

1
ΚΑΙ κάποια ημέρα, οι γιοι τού Θεού ήρθαν να παρασταθούν μπροστά στον Κύριο· κι ανάμεσα σ' αυτούς ήρθε και ο σατανάς, για να παρασταθεί μπροστά στον Κύριο.
2
Και ο Κύριος είπε στον σατανά: Από πού έρχεσαι; Και ο σατανάς απάντησε στον Κύριο, και είπε: Αφού διάβηκα ολόγυρα τη γη, και περπάτησα μέσα σ' αυτή, νάμαι.
3
Και ο Κύριος είπε στον σατανά: Έβαλες τον νου σου επάνω στον δούλο μου τον Ιώβ, ότι δεν υπάρχει όμοιός του στη γη, άνθρωπος άμεμπτος και ευθύς, ο οποίος φοβάται τον Θεό, και απέχει από κακό; Κι ακόμα κρατάει τη ακεραιότητά του, αν και με παρόξυνες εναντίον του, για να τον εξολοθρεύσω χωρίς αιτία.
4
Και ο σατανάς απάντησε στον Κύριο, και είπε: Δέρμα για δέρμα, και όλα όσα έχει ο άνθρωπος θα τα δώσει για τη ζωή του·
5
εντούτοις, άπλωσε το χέρι σου, και άγγιξε τα κόκαλά του, και τη σάρκα του, για να δεις αν δεν σε βλασφημήσει κατά πρόσωπο.
6
Και ο Κύριος είπε στον σατανά: Δες, αυτός είναι στο χέρι σου· μόνον τη ζωή του να φυλάξεις.
7
Τότε, ο σατανάς βγήκε από μπροστά από τον Κύριο, και πάταξε τον Ιώβ με ένα κακό έλκος, από το πέλμα των ποδιών του μέχρι την κορυφή του.
8
Και πήρε κοντά του ένα κομμάτι από κεραμίδι, για να ξύνεται μ' αυτό· και καθόταν στο μέσον τής στάχτης.
9
Τότε, η γυναίκα του είπε σ' αυτόν: Ακόμα κρατάς την ακεραιότητά σου; Βλασφήμησε τον Θεό, και πέθανε.
10
Κι εκείνος είπε σ' αυτή: Μίλησες όπως μιλάει μια από τις άφρονες γυναίκες· τα αγαθά μονάχα θα δεχθούμε από τον Θεό, και τα κακά δεν θα τα δεχθούμε;Σε όλα αυτά ο Ιώβ δεν αμάρτησε με τα χείλη του.
11
Και καθώς οι τρεις φίλοι τού Ιώβ άκουσαν όλα αυτά τα κακά που είχαν έρθει επάνω του, ήρθαν κάθε ένας από τον τόπο του· ο Ελιφάς ο Θαιμανίτης, και ο Βιλδάδ ο Σαυχίτης, και ο Σωφάρ ο Νααμαθίτης· επειδή, είχαν συμφωνήσει νάρθουν μαζί, για να τον συλλυπηθούν και να τον παρηγορήσουν.
12
Και όταν από μακριά σήκωσαν τα μάτια τους, και δεν τον γνώρισαν, ύψωσαν τη φωνή τους, και έκλαψαν· και έσχισαν ο καθένας το ιμάτιό του, και έρριξαν χώμα επάνω στα κεφάλια τους προς τον ουρανό.
13
Και κάθησαν μαζί του επάνω στη γη επτά ημέρες και επτά νύχτες, και κανένας δεν του είπε έναν λόγο, επειδή έβλεπαν ότι ο πόνος του ήταν υπερβολικά μεγάλος.

Ιώβ κεφάλαιο 3

1
ΥΣΤΕΡΑ απ' αυτά, ο Ιώβ άνοιξε το στόμα του, και καταράστηκε την ημέρα του.
2
Και ο Ιώβ μίλησε, και είπε:
3
Είθε να χαθεί η ημέρα κατά την οποία γεννήθηκα, και η νύχτα κατά την οποία είπαν: Γεννήθηκε αρσενικό.
4
Η ημέρα εκείνη να είναι σκοτάδι· ο Θεός από πάνω να μη την αναζητήσει, και να μη φέξει επάνω της φως.
5
Σκοτάδι και σκιά θανάτου να την αμαυρώσουν· πυκνό σκοτάδι να καθήσει επάνω της.Νάρθουν επάνω της ως πικρότατη ημέρα.
6
Εκείνη τη νύχτα να επικρατήσει σκοτάδι·Να μη συγκαταλεχθεί στις ημέρες του χρόνου· να μη μπει στις ημέρες των μηνών.
7
Να, έρημη να είναι εκείνη η νύχτα· επάνω της να μη έρθει χαρμόσυνη φωνή.
8
Να την καταραστούν αυτοί που καταρώνται τις ημέρες, οι έτοιμοι να ανεγείρουν το πένθος τους.
9
Να σκοτιστούν τα αστέρια τής εσπέρας της· να προσμένει φως, και να μη έρχεται· και να μη δει τα βλέφαρα της αυγής·
10
επειδή, δεν έκλεισε τις πόρτες τής κοιλιάς τής μητέρας μου, και δεν έκρυψε τη θλίψη από τα μάτια μου.
11
Γιατί δεν πέθανα από τη μήτρα; Και δεν εξέπνευσα μόλις είχα βγει από την κοιλιά;
12
Γιατί με υποδέχθηκαν τα γόνατα; Ή, γιατί οι μαστοί, για να θηλάσω;
13
Επειδή, τώρα θα ήμουν ξαπλωμένος και θα ησύχαζα· θα κοιμόμουν· τότε θα ήμουν σε ανάπαυση,
14
μαζί με βασιλιάδες και συμβούλους της γης, που οικοδομούσαν ερημώσεις·
15
ή, με άρχοντες, που έχουν χρυσάφι, που γέμισαν τα σπίτια τους με ασήμι·
16
ή, σαν κρυμμένο εξάμβλωμα δεν θα υπήρχα, σαν βρέφη που δεν είδαν φως.
17
Εκεί, οι ασεβείς σταματούν να ταράζουν, κι εκεί αναπαύονται οι κουρασμένοι·
18
εκεί αναπαύονται μαζί οι αιχμάλωτοι· φωνή καταδυνάστη δεν ακούν·
19
εκεί βρίσκεται ο μικρός και ο μεγάλος· και ο δούλος, που είναι ελεύθερος από το αφεντικό του.
20
Γιατί δόθηκε φως στον δυστυχισμένο, και ζωή στον πικραμένο στην ψυχή,
21
οι οποίοι ποθούν τον θάνατο, και δεν πετυχαίνουν, αν και σκάβουν γι' αυτόν περισσότερο παρά για κρυμμένους θησαυρούς,
22
οι οποίοι υπερχαίρονται, υπερευφραίνονται, όταν βρουν τον τάφο;
23
Γιατί δόθηκε φως σε άνθρωπο, που ο δρόμος του είναι κρυμμένος, και που τον περιέκλεισε ο Θεός;
24
Επειδή, πριν από το φαγητό μου έρχεται ο στεναγμός μου, και τα μουγκρητά μου ξεχύνονται σαν νερά.
25
Επειδή, εκείνο που φοβόμουν, μου συνέβηκε, κι εκείνο που τρόμαζα ήρθε επάνω μου.
26
Δεν είχα ειρήνη ούτε ανάπαυση ούτε ησυχία· οργή ήρθε επάνω μου.

Ιώβ κεφάλαιο 38

1
ΤΟΤΕ, ο ΚΥΡΙΟΣ απάντησε στον Ιώβ, από τον ανεμοστρόβιλο, και είπε:
2
Ποιος είναι αυτός που σκοτίζει τη βουλή μου με ασύνετα λόγια;
3
Ζώσε, τώρα, την οσφύ σου ως άνδρας· επειδή, θα σε ρωτήσω, και φανέρωσέ μου:
4
Πού ήσουν όταν θεμελίωνα τη γη; Πες, αν έχεις σύνεση.
5
Ποιος έβαλε τα μέτρα της, αν ξέρεις; Ή, ποιος άπλωσε τη στάθμη επάνω σ' αυτή;
6
Επάνω σε τι είναι στηριγμένα τα θεμέλιά της; Ή, ποιος έβαλε την ακρογωνιαία πέτρα της,
7
όταν τα άστρα τής αυγής έψαλλαν μαζί, και όλοι οι γιοι τού Θεού αλάλαζαν;
8
Ή, ποιος συνέκλεισε τη θάλασσα με πόρτες, όταν, καθώς ορμούσε προς τα έξω, βγήκε από μήτρα;
9
Όταν την περιτύλιξα με σύννεφο, και τη σπαργάνωσα με ομίχλη,
10
και την περιόρισα με ένα πρόσταγμά μου, και έβαλα μοχλούς και πύλες,
11
και είπα: Μέχρις εδώ θα έρχεσαι, και δεν θα υπερβείς· κι εδώ θα συντρίβεται η υπερηφάνεια των κυμάτων σου;
12
Μήπως εσύ πρόσταξες κατά στις ημέρες σου το πρωί; Έδειξες στην αυγή τον τόπο της,
13
για να πιάσει τις εσχατιές τής γης, ώστε οι κακούργοι να εκτιναχτούν απ' αυτή;
14
Αυτή μεταμορφώνεται σαν πηλός που σφραγίζεται, και τα πάντα παρουσιάζονται σαν στολή.
15
Και το φως των ασεβών αφαιρείται απ' αυτούς, και συντρίβεται ο βραχίονας των υπερήφανων.
16
Μπήκες μέχρι τις πηγές τής θάλασσας; Ή, περπάτησες για εξιχνίαση της αβύσσου;
17
Σου ανοίχτηκαν οι πύλες τού θανάτου; Ή, είδες τις πόρτες της σκιάς τού θανάτου;
18
Γνώρισες το πλάτος τής γης; Ανάγγειλέ το, αν όλα αυτά τα κατάλαβες.
19
Πού είναι ο δρόμος τής κατοικίας τού φωτός; Και του σκοταδιού, πού είναι ο τόπος του,
20
για να το πιάσεις στο όριό του, και να γνωρίσεις τα μονοπάτια τού σπιτιού του;
21
Το γνωρίζεις, επειδή τότε γεννήθηκες; Ή, επειδή είναι μεγάλος ο αριθμός των ημερών σου;
22
Μπήκες στους θησαυρούς τού χιονιού; Ή, είδες τους θησαυρούς από το χαλάζι,
23
τους οποίους φυλάττω για τον καιρό τής θλίψης, για την ημέρα τής μάχης και του πολέμου;
24
Μέσα από ποιον δρόμο διαδίδεται το φως, ή, πώς διαχέεται ο ανατολικός άνεμος επάνω στη γη;
25
Ποιος άνοιξε ρυάκια για τις ραγδαίες βροχές ή δρόμο για την αστραπή τής βροντής,
26
για να φέρει βροχή επάνω σε ακατοίκητη γη, σε έρημο, όπου δεν υπάρχει άνθρωπος,
27
για να χορτάσει την άβατη και ακατοίκητη γη, και να αναβλαστήσει τον βλαστό τής χλόης;
28
Έχει πατέρα η βροχή; Ή, ποιος γέννησε τις σταγόνες τής δρόσου;
29
Από ποια μήτρα βγαίνει ο πάγος; Και ποιος γέννησε την πάχνη τού ουρανού;
30
Τα νερά σκληραίνουν σαν πέτρα, και η επιφάνεια της αβύσσου πήζει.
31
Μπορείς να δεσμεύσεις τούς δεσμούς της Πλειάδας ή να λύσεις τα σχοινιά τού Ωρίωνα;
32
Μπορείς να βγάλεις τούς αστερισμούς στον καιρό τους; Ή, μπορείς να οδηγήσεις τη Μεγάλη Άρκτο μαζί με τους γιους της;
33
Γνωρίζεις τους νόμους τού ουρανού; Μπορείς να καθορίσεις τον ρόλο του επάνω στη γη;
34
Μπορείς να υψώσεις τη φωνή σου στα σύννεφα, για να σε σκεπάσει με αφθονία νερών;
35
Μπορείς να στείλεις αστραπές, ώστε να βγουν, και να σου πουν: Νάμαστε, εμείς;
36
Ποιος έβαλε σοφία μέσα στον άνθρωπο; Ή, ποιος έδωσε σύνεση στην καρδιά του;
37
Ποιος, με σοφία, μπορεί να απαριθμήσει τα σύννεφα; Ή, ποιος μπορεί να αδειάζει τα δοχεία τού ουρανού,
38
για να χωνευτεί το χώμα σε σύμπηξη, και να συγκολλιούνται οι βώλοι του;
39
Θα κυνηγήσεις θήραμα για το λιοντάρι; Ή, θα χορτάσεις την όρεξη των μικρών λιονταριών,
40
όταν είναι ξαπλωμένα στα σπήλαια, και κάθονται στους κρυψώνες για να ενεδρεύουν;
41
Ποιος ετοιμάζει στο κοράκι την τροφή του, όταν τα νεογέννητά του κράζουν στον Θεό, καθώς περιπλανιούνται από έλλειψη τροφής;

Ιώβ κεφάλαιο 39

1
Γνωρίζεις τον καιρό τού τοκετού των άγριων κατσικιών τού βράχου; Μπορείς να σημειώσεις πότε γεννούν τα ελάφια;
2
Μπορείς να αριθμήσεις τούς μήνες που συμπληρώνουν; Ή, γνωρίζεις τον καιρό τού τοκετού τους;
3
Αυτές συγκύπτουν, γεννούν τα παιδιά τους, ελευθερώνονται από τις οδύνες τους.
4
Τα παιδιά τους ενδυναμώνονται, αυξάνουν στην πεδιάδα· βγαίνουν, και δεν γυρίζουν πλέον σ' αυτές.
5
Ποιος άφησε ελεύθερο τον άγριο γάιδαρο; Ή, ποιος έλυσε τα δεσμά του;
6
Για τον οποίο σπίτι του έκανα την έρημο, και κατοίκησή του την αλμυρή γη;
7
Καταγελάει τον θόρυβο της πόλης· δεν ακούει την κραυγή τού εργοδιώκτη·
8
διερευνά τα βουνά για βοσκή του, και πηγαίνει πίσω από κάθε είδος χλόης.
9
Θα ευχαριστηθεί το μονοκέρατο ζώο να σε δουλεύει ή θα διανυκτερεύσει στη φάτνη σου;
10
Μπορείς να δέσεις το μονοκέρατο ζώο με το δέσιμό του για αροτρίαση; Ή, θα βωλοκοπάει πίσω σου τις πεδιάδες;
11
Θα βάλεις σ' αυτόν το θάρρος σου, επειδή η δύναμή του είναι μεγάλη; Ή, θα αφήσεις σ' αυτόν την εργασία σου;
12
Θα τον εμπιστευθείς να σου φέρει τον σπόρο σου, και να τον μαζέψει στο αλώνι σου;
13
Έδωσες εσύ τα ωραία φτερά στα παγώνια; Ή, φτερούγες και φτερά στη στρουθοκάμηλο;
14
Η οποία αφήνει τα αυγά της στη γη, και τα ζεσταίνει επάνω στο χώμα,
15
και ξεχνάει ότι το πόδι ενδέχεται να τα συντρίψει ή το θηρίο τού χωραφιού να τα καταπατήσει·
16
σκληρύνεται ενάντια στα παιδιά της, σαν να μη ήσαν δικά της· μάταια κοπίασε, χωρίς να φοβάται·
17
επειδή, ο Θεός τη στέρησε από σοφία, και δεν μοίρασε σ' αυτή σύνεση·
18
όσες φορές σηκώνεται όρθια, καταγελάει το άλογο και τον καβαλάρη του.
19
Έδωσες εσύ δύναμη στο άλογο; Έντυσες τον τραχηλό του με βροντή;
20
Εσύ το κάνεις να πηδάει σαν ακρίδα; Η αλαζονεία των ρουθουνιών του είναι τρομερή·
21
σκάβει μέσα στην κοιλάδα, και αγάλλεται στη δύναμή του· βγαίνει σε συνάντηση των όπλων·
22
καταγελάει τον φόβο, και δεν τρομάζει· ούτε στρέφει από πρόσωπο ρομφαίας·
23
η φαρέτρα κροταλίζει εναντίον του, η αστραφτερή λόγχη και το δόρυ·
24
καταπίνει τη γη με αγριότητα και μανία· και δεν πιστεύει ότι ηχεί σάλπιγγα·
25
και μόλις ακούσει τη φωνή τής σάλπιγγας, λέει: Α, α! Και μυρίζεται από μακρυά τη μάχη, την κραυγή των στρατηγών, και τον αλαλαγμό.
26
Πετάει το γεράκι με τη σοφία σου, και απλώνει τα φτερά του προς Νότον;
27
Ανυψώνεται ο αετός στην προσταγή σου, και κάνει στα ψηλά τη φωλιά του;
28
Κατοικεί επάνω σε βράχο, και διαμένει επάνω σε απότομο βράχο, και επάνω σε άβατους τόπους·
29
αναζητάει από εκεί τροφή· τα μάτια του σκοπεύουν από μακρυά·
30
και τα νεογέννητά του πίνουν αίμα· και όπου πτώματα εκεί κι αυτός.

Ιώβ κεφάλαιο 40

1
Ο Κύριος απάντησε ακόμα στον Ιώβ, και είπε:
2
Αυτός που διαδικάζεται με τον Παντοδύναμο, θα τον διδάξει; Αυτός που ελέγχει τον Θεό, ας απαντήσει σ' αυτό.
3
Τότε, ο Ιώβ απάντησε στον Κύριο, και είπε:
4
Δες, εγώ είμαι τιποτένιος· τι μπορώ να απαντήσω σε σένα; Θα βάλω το χέρι μου επάνω στο στόμα μου·
5
μίλησα μια φορά, και δεν θα απαντήσω πλέον· μάλιστα, δύο φορές· αλλά, δεν θα προσθέσω περισσότερα.
6
ΤΟΤΕ, ο Κύριος απάντησε στον Ιώβ, από τον ανεμοστρόβιλο, και είπε:
7
Ζώσε, τώρα, την οσφύ σου ως άνδρας· εγώ θα σε ρωτήσω, και πες μου:
8
Θα αναιρέσεις, άραγε, την κρίση μου; Θα με καταδικάσεις, για να δικαιωθείς;
9
Έχεις βραχίονα όπως ο Θεός; Ή, μπορείς να βροντάς με φωνή όπως αυτός;
10
Τώρα, στολίσου μεγαλοπρέπεια και υπεροχή· και ντύσου δόξα και ωραιότητα.
11
Ξέχυσε τις φλόγες τής οργής σου· και βλέπε κάθε υπερήφανον, και ταπείνωνέ τον.
12
Βλέπε κάθε υπερήφανον· γκρέμιζέ τον· και καταπάτα τούς ασεβείς στον τόπο τους.
13
Κρύψ' τους μαζί στο χώμα· σκέπασε τα πρόσωπά τους με αφάνεια.
14
Τότε, κι εγώ θα ομολογήσω σε σένα, ότι το δεξί σου χέρι μπορεί να σε σώσει.
15
Δες, τώρα, ο Βεεμώθ, που έκανα μαζί με σένα, τρώει χορτάρι όπως το βόδι.
16
Πρόσεξε, τώρα, η δύναμή του είναι στα νεφρά του, και η ισχύς του στον αφαλό τής κοιλιάς του.
17
Σηκώνει την ουρά του σαν κέδρος· τα νεύρα των μηρών του είναι συμπλεγμένα.
18
Τα κόκαλά του είναι χάλκινοι σωλήνες, τα κόκαλά του σαν μοχλοί από σίδερο.
19
Αυτό είναι το αριστούργημα του Θεού· αυτός που τον δημιούργησε μπορεί να πλησιάσει σ' αυτόν τη ρομφαία του.
20
Επειδή, τα βουνά τού προμηθεύουν την τροφή, όπου παίζουν όλα τα θηρία τού χωραφιού.
21
Πλαγιάζει κάτω από τα σκιερά δέντρα, κάτω από τη σκέπη των καλαμιών, και μέσα στους βάλτους.
22
Τα σκιερά δέντρα τον σκεπάζουν με τη σκιά τους· οι ιτιές των ρυακιών τον περισκεπάζουν.
23
Δες, αν ένας ποταμός πλημμυρίσει, δεν σπεύδει να φύγει· έχει θάρρος, και αν ακόμα ο Ιορδάνης ξεσπάσει μπρος στο στόμα του.
24
Μπορεί κάποιος να τον συλλάβει φανερά; Ή, με παγίδες να τρυπήσει τη μύτη του;

Ιώβ κεφάλαιο 41

1
Μπορείς να σύρεις έξω τον Λευιάθαν, με αγκίστρι; Ή, να περιδέσεις τη γλώσσα του με καπίστρι;
2
Μπορείς να βάλεις στη μύτη του χαλινό; Ή, να τρυπήσεις με αγκάθι το σαγόνι του;
3
Θα πληθύνει τις ικεσίες σε σένα; Θα σου μιλήσει με γλυκύτητα;
4
Θα κάνει μαζί σου συνθήκη; Θα τον πάρεις για παντοτινό σου δούλο;
5
Θα παίζεις μαζί του σαν με ένα πουλί; Ή, θα τον δέσεις για τις θεράπαινές σου;
6
Θα κάνουν απ' αυτόν συμπόσιο οι φίλοι σου; Θα τον μοιράσουν ανάμεσα στους εμπόρους;
7
Μπορείς να γεμίσεις το δέρμα του με βέλη; Ή, το κεφάλι του με αλιευτικά καμάκια;
8
Βάλε επάνω του το χέρι σου· θυμήσου τον πόλεμο· μη το κάνεις αυτό στο εξής.
9
Δες, η ελπίδα να τον πιάσει κανείς είναι μάταιη· μάλιστα, δεν θα έμενε έκπληκτος στη θωριά του;
10
Κανένας δεν είναι τόσο τολμηρός, ώστε να τον διεγείρει· και ποιος μπορεί να σταθεί μπροστά μου;
11
Ποιος μου έδωσε πρωτύτερα, και να του ανταποδώσω; Όσα είναι από κάτω από τον ουρανό είναι δικά μου.
12
Δεν θα σιωπήσω στα μέλη του ούτε στη δύναμη ούτε στην ευάρεστη συμμετρία του.
13
Ποιος να εξιχνιάσει την επιφάνεια του ενδύματός του; Ποιος να μπει μέσα στα διπλά σαγόνια του;
14
Ποιος μπορεί να ανοίξει τις πύλες τού προσώπου του; Τα δόντια του, ολόγυρα, είναι τρομερά.
15
Οι ισχυρές του ασπίδες είναι το καύχημά του, συγκλεισμένες μαζί με σφιχτό σφράγισμα·
16
η μία ενώνεται με την άλλη, συνδέονται έτσι, ώστε ούτε αέρας δεν μπορεί να περάσει μέσα απ' αυτές·
17
είναι προσκολλημένες η μία μαζί με την άλλη· συνδέονται έτσι, ώστε δεν μπορούν να αποσπαστούν.
18
Στό φτέρνισμά του λάμπει φως, και τα μάτια του είναι σαν τα βλέφαρα της αυγής.
19
Από το στόμα του βγαίνουν λαμπάδες που καίνε, και εξακοντίζονται σπινθήρες φωτιάς.
20
Από τους μυκτήρες του βγαίνει καπνός, σαν από ένα αγγείο που κοχλάζει ή έναν λέβητα.
21
Η πνοή του ανάβει κάρβουνα, και από το στόμα του βγαίνει φλόγα·
22
στον τράχηλό του κατοικεί δύναμη, και τρόμος προπορεύεται μπροστά του.
23
Τα στρώματα της σάρκας του είναι συγκολλημένα· είναι στερεά επάνω του· δεν μπορούν να σαλευτούν.
24
Η καρδιά του είναι στερεή σαν πέτρα· μάλιστα, σκληρή όπως η κάτω μυλόπετρα.
25
Όταν σηκώνεται, φρίττουν οι δυνατοί· από τον φόβο παραφρονούν.
26
Η ρομφαία εκείνου που τον συναντάει δεν μπορεί να αντέξει· η λόγχη, το δόρυ, ούτε ο θώρακας.
27
Θωρεί το σίδερο σαν άχυρο, τον χαλκό σαν ξύλο σαθρό.
28
Τα βέλη δεν μπορούν να τον τρέψουν σε φυγή· οι πέτρες τής σφενδόνας είναι σ' αυτόν σαν στουπί.
29
Τα ακόντια θεωρούνται σαν στουπί· γελάει στο σάλεμα της λόγχης.
30
Αιχμηρές πέτρες κείτονται από κάτω του· υποστρώνει τα αγκυλωτά σώματα επάνω σε πηλό.
31
Κάνει την άβυσσο να κοχλάζει σαν λέβητας· κάνει τη θάλασσα να γίνεται σαν σκεύος μυροποιού.
32
Αφήνει πίσω του φωτεινή την πορεία· θα υπολάμβανε κάποιος την άβυσσο σαν πολιά.
33
Επάνω στη γη δεν υπάρχει όμοιό του, δημιουργημένο έτσι άφοβο.
34
Βλέπει ολόγυρα όλα τα ψηλά· είναι βασιλιάς επάνω σε όλους τούς γιους τής υπερηφάνειας.

Ιώβ κεφάλαιο 42

1
ΤΟΤΕ, ο Ιώβ απάντησε στον Κύριο, και είπε:
2
Ξέρω ότι μπορείς τα πάντα, και κανένας στοχασμός σου δεν μπορεί να εμποδιστεί.
3
Ποιος είναι αυτός που ασύνετα κρύβει τη βουλή;·(16) Εγώ, λοιπόν, πρόφερα εκείνο που δεν καταλάβαινα· πράγματα υπερθαύμαστα για μένα, που δεν τα γνώριζα.
4
Άκουσε, παρακαλώ· κι εγώ θα μιλήσω· θα ρωτήσω, κι εσύ δίδαξέ με.
5
Άκουγα για σένα με την ακοή του αυτιού, αλλά τώρα σε βλέπει το μάτι μου·
6
γι' αυτό, αηδιάζω με βδελυγμία τον εαυτό μου, και μετανοώ με χώμα και στάχτη.
7
ΚΑΙ, αφού ο Κύριος μίλησε αυτά τα λόγια στον Ιώβ, είπε ο Κύριος στον Ελιφάς τον Θαιμανίτη: Ο θυμός μου άναψε εναντίον σου, και εναντίον τον δύο φίλων σου· επειδή, δεν μιλήσατε για μένα το ορθό, καθώς ο δούλος μου ο Ιώβ·
8
γι' αυτό, πάρτε τώρα για τον εαυτό σας επτά μοσχάρια και επτά κριάρια, και πηγαίνετε στον δούλο μου τον Ιώβ, και προσφέρτε ολοκαύτωμα υπέρ του εαυτού σας· και ο δούλος μου ο Ιώβ θα ικετεύσει για σας· επειδή, θα δεχθώ το πρόσωπό του· για να μη πράξω με σας σύμφωνα με την αφροσύνη σας· για τον λόγο ότι, δεν μιλήσατε για μένα το ορθό, όπως ο δούλος μου ο Ιώβ.
9
Και ο Ελιφάς ο Θαιμανίτης, και ο Βιλδάδ ο Σαυχίτης, και ο Σωφάρ ο Νααμαθίτης πήγαν, και έκαναν όπως τους πρόσταξε ο Κύριος· και ο Κύριος δέχθηκε το πρόσωπο του Ιώβ.
10
Και ο Κύριος έστρεψε την αιχμαλωσία του Ιώβ, αφού προσευχήθηκε για τους φίλους του· και ο Κύριος έδωσε στον Ιώβ διπλάσια από όλα όσα είχε πρωτύτερα.
11
Τότε, ήρθαν σ' αυτόν όλοι οι αδελφοί του, και όλες οι αδελφές του, και όλοι εκείνοι που τον γνώριζαν πρωτύτερα, και έφαγαν μαζί του ψωμί στο σπίτι του· και έκλαψαν μαζί του, και τον παρηγόρησαν, για όλο το κακό που ο Κύριος είχε φέρει επάνω του· και κάθε ένας έδωσαν σ' αυτόν ένα ασημένιο νόμισμα, και κάθε ένας ένα χρυσό σκουλαρίκι.
12
Και ο Κύριος ευλόγησε τα τελευταία τού Ιώβ περισσότερο παρά τα πρώτα· ώστε απέκτησε 14.000 πρόβατα, και 6.000 καμήλες, και 1.000 ζεύγη βόδια, και 1.000 γαϊδούρια.
13
Κι ακόμα, γεννήθηκαν σ' αυτόν επτά γιοι και τρεις θυγατέρες·
14
και αποκάλεσε το όνομα της πρώτης, Ιεμιμά· και το όνομα της δεύτερης, Κεσιά· και το όνομα της τρίτης, Κερέν-αππούχ·
15
και δεν βρίσκονταν σε όλη τη γη γυναίκες ωραίες, όπως οι θυγατέρες τού Ιώβ· και ο πατέρας τους έδωσε σ' αυτές κληρονομιά ανάμεσα στους αδελφούς τους.
16
Ύστερα απ' αυτά, ο Ιώβ έζησε 140 χρόνια, και είδε τούς γιους του, και τους γιους των γιων του, μέχρι τέταρτης γενιάς.
17
Και ο Ιώβ πέθανε, γέροντας και πλήρης ημερών.