Λιγες στιγμες με την αγια γραφη

Καινη Διαθηκη online

previous arrow
next arrow
Slider
Click to Subscribe
Σχέδιο μελέτης
Έκδοση
Μέρα 29 Μέρα 30Μέρα 31

Ιεζεκιήλ κεφάλαιο 1

1
ΣΤΟΝ 30ό χρόνο, στον τέταρτο μήνα, την πέμπτη ημέρα τού μήνα, ενώβρισκόμουν ανάμεσα στους αιχμαλώτους, κοντά στον ποταμό Χεβάρ, άνοιξαν οι ουρανοί, και είδα οράματα του Θεού.
2
Την πέμπτη ημέρα τού μήνα αυτού τού χρόνου, του πέμπτου χρόνου τής αιχμαλωσίας του βασιλιά Ιωαχείν,
3
έγινε ξεκάθαρα λόγος τού Κυρίου στον Ιεζεκιήλ, τον γιο τού Βουζεί, τον ιερέα, στη γη των Χαλδαίων, κοντά στον ποταμό Χεβάρ, και εκεί το χέρι τού Κυρίου στάθηκε επάνω του.
4
Και είδα, και ξάφνου, ένας ανεμοστρόβιλος ερχόταν από τον βορρά, ένα μεγάλο σύννεφο, και φωτιά περιστρεφόμενη· και ολόγυρά του μια λάμψη, κι από μέσα απ' αυτό φαινόταν σαν όψη ηλέκτρου, μέσα από τη φωτιά.
5
Και μέσα απ' αυτό φαινόταν ένα ομοίωμα τεσσάρων ζώων. Και η θέα τους ήταν η εξής: Είχαν ομοίωμα ανθρώπου.
6
Και κάθε ένα είχε τέσσερα πρόσωπα, και κάθε ένα είχε τέσσερις φτερούγες.
7
Και τα πόδια τους ήσαν πόδια όρθια· και το πέλμα τού ποδιού τους ήταν όμοιο με πέλμα ποδιού μοσχαριού· και σπινθηροβολούσαν σαν όψη χαλκού γυαλισμένου.
8
Και είχαν χέρια ανθρώπου από κάτω από τις φτερούγες τους, στα τέσσερα μέρη τους· και τα τέσσερα είχαν τα πρόσωπά τους και τις φτερούγες τους.
9
Οι φτερούγες τους εφάπτονταν η μία μαζί με την άλλη· δεν στρέφονταν καθώς βάδιζαν· πορεύονταν κατευθείαν εμπρός από το πρόσωπό τους κάθε ένα.
10
Για το ομοίωμα, όμως, του προσώπου τους, τα τέσσερα είχαν πρόσωπο ανθρώπου, και πρόσωπο λιονταριού προς το δεξί μέρος· και τα τέσσερα είχαν πρόσωπο βοδιού κατά το αριστερό μέρος· είχαν και τα τέσσερα πρόσωπο αετού.
11
Και τα πρόσωπά τους, και οι φτερούγες τους ήσαν διαιρεμένες προς τα άνω· δύο από το καθένα εφάπτονταν η μία μαζί με την άλλη, και δύο σκέπαζαν τα σώματά τους.
12
Και πορεύονταν το κάθε ένα κατευθείαν εμπρός από το πρόσωπό τους· όπου φερόταν το πνεύμα, εκεί βάδιζαν· ενώ βάδιζαν, δεν στρέφονταν.
13
Και για το ομοίωμα των ζώων, η θέα τους ήταν σαν άνθρακες φωτιάς που έκαιγαν, σαν θέα δαυλών· αυτό στρεφόταν εδώ κι εκεί ανάμεσα στα ζώα· και η φωτιά ήταν λαμπερή, και αστραπή έβγαινε από τη φωτιά.
14
Και τα ζώα έτρεχαν και γύριζαν, σαν τη θέα τής αστραπής.
15
Και καθώς είδα τα ζώα, ξάφνου, ένας τροχός επάνω στη γη, κοντά στα ζώα στα τέσσερα πρόσωπά τους.
16
Η θέα των τροχών, και η εργασία τους, ήσαν σαν όψη βηρύλλου· και οι τέσσερις είχαν το ίδιο ομοίωμα· και η θέα τους, και η εργασία τους, ήσαν ωσάν να ήταν τροχός μέσα σε άλλον τροχό.
17
Όταν βάδιζαν, κινούνταν προς τα τέσσερά τους πλάγια· δεν στρέφονταν ενώ βάδιζαν.
18
Και οι κύκλοι τους ήσαν τόσο ψηλοί, ώστε προξενούσαν φόβο· και οι κύκλοι τους ήσαν γεμάτοι από μάτια ολόγυρα απ' αυτά τα τέσσερα.
19
Και όταν τα ζώα πορεύονταν, κοντά τους πορεύονταν και οι τροχοί· και όταν τα ζώα υψώνονταν από τη γη, υψώνονταν και οι τροχοί.
20
Όπου ήταν να πάει το πνεύμα, εκεί πορεύονταν· εκεί ήταν να πάει το πνεύμα· και οι τροχοί υψώνονταν απέναντί τους· επειδή, το πνεύμα των ζώων ήταν μέσα στους τροχούς.
21
Όταν εκείνα πορεύονταν, πορεύονταν κι αυτοί· και όταν εκείνα στέκονταν, στέκονταν κι αυτοί· και όταν εκείνα υψώνονταν από τη γη, υψώνονταν και οι τροχοί απέναντί τους· επειδή, το πνεύμα των ζώων βρισκόταν μέσα στους τροχούς.
22
Και το ομοίωμα του στερεώματος, που ήταν πιο ψηλά από το κεφάλι των ζώων, ήταν σαν όψη φοβερού κρυστάλλου, απλωμένο πάνω από τα κεφάλια τους.
23
Και από κάτω από το στερέωμα υπήρχαν απλωμένες οι φτερούγες τους, η μία προς την άλλη· το κάθε ένα είχε δύο, με τις οποίες σκέπαζαν τα σώματά τους.
24
Κι όταν πορεύονταν, άκουγα τον ήχο από τις φτερούγες τους, σαν ήχο πολλών νερών, σαν φωνή τού Παντοδύναμου, και τη φωνή τής λαλιάς σαν φωνή στρατοπέδου· όταν στέκονταν, κατέβαζαν τις φτερούγες τους.
25
Και γινόταν φωνή πάνω από το στερέωμα, που ήταν πιο ψηλά από το κεφάλι τους· όταν στέκονταν, κατέβαζαν τις φτερούγες τους.
26
Και από πιο ψηλά από το στερέωμα, που ήταν πιο ψηλά από το κεφάλι τους, φαινόταν ένα ομοίωμα θρόνου, σαν θέα πέτρας σαπφείρου· και επάνω στο ομοίωμα του θρόνου ήταν ένα ομοίωμα σαν θέα ανθρώπου, που καθόταν επάνω σ' αυτόν από πάνω.
27
Και είδα σαν όψη ηλέκτρου, σαν θέα φωτιάς μέσα του, ολόγυρα, από τη θέα τής οσφύος του, κι επάνω· και από τη θέα τής οσφύος του, και κάτω, είδα σαν θέα φωτιάς, και είχε ολόγυρα λάμψη.
28
Όπως η θέα τού τόξου, που γίνεται στο σύννεφο κατά την ημέρα τής βροχής, έτσι ήταν η θέα τού ομοιώματος της λάμψης, ολόγυρα. Αυτή ήταν η θέα του ομοιώματος της δόξας τού Κυρίου.Και όταν το είδα, έπεσα επάνω στο πρόσωπό μου, και άκουσα τη φωνή εκείνου που μιλούσε.

Ιεζεκιήλ κεφάλαιο 2

1
Και μου είπε: Γιε ανθρώπου, στάσου στα πόδια σου. Και θα σου μιλήσω.
2
Και καθώς μου μίλησε, μπήκε μέσα μου το πνεύμα, και με έστησε στα πόδια μου, και άκουσα αυτόν που μου μιλούσε.
3
Και μου είπε: Γιε ανθρώπου, εγώ σε εξαποστέλλω προς τους γιους Ισραήλ, σε αποστατικά έθνη, που αποστάτησαν από μένα· αυτοί και οι πατέρες τους στάθηκαν εναντίον μου παραβάτες μέχρι τούτη τη σημερινή ημέρα·
4
και είναι γιοι σκληροπρόσωποι και σκληρόκαρδοι. Εγώ σε στέλνω σ' αυτούς· και θα τους πεις: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός.
5
Και είτε ακούσουν είτε απειθήσουν, επειδή είναι οίκος αποστάτης, θα γνωρίσουν όμως ότι στάθηκε ανάμεσά τους προφήτης.
6
Κι εσύ, γιε ανθρώπου, μη φοβηθείς απ' αυτούς, και μη δειλιάσεις από τα λόγια τους, επειδή μαζί σου είναι αγκάθια και σκόλοπες, και κατοικείς ανάμεσα σε σκορπιούς· μη φοβηθείς από τα λόγια τους, και μη τρομάξεις από το πρόσωπό τους, επειδή οίκος αποστάτης.
7
Και θα μιλήσεις σ' αυτούς τα λόγια μου, είτε ακούσουν είτε απειθήσουν· επειδή, είναι αποστάτες.
8
Εσύ, όμως, γιε ανθρώπου, άκου αυτό που σου μιλάω εγώ· να μη γίνεις αποστάτης, όπως ο αποστάτης οίκος· άνοιξε το στόμα σου, και φάε τούτο, που εγώ δίνω σε σένα.
9
Και είδα, και ξάφνου, ένα χέρι απλωμένο προς εμένα, και πρόσεξα, σ' αυτό ήταν ένας τόμος βιβλίου.
10
Και τον ξετύλιξε μπροστά μου· και ήταν γραμμένος από μέσα κι απέξω· και σ' αυτόν ήσαν γραμμένοι κλαυθμοί, και θρηνωδίες, και ουαί.

Ιεζεκιήλ κεφάλαιο 3

1
Και μου είπε: Γιε ανθρώπου, φάε τούτο, που βρίσκεις· φάε τούτο τον τόμο, και πήγαινε να μιλήσεις στον οίκο Ισραήλ.
2
Και άνοιξα το στόμα μου, και μου έδωσε να φάω εκείνο τον τόμο.
3
Και μου είπε: Γιε ανθρώπου, ας φάει η κοιλιά σου, και ας γεμίσουν τα εντόσθιά σου από τούτο τον τόμο, που σου δίνω εγώ.Και έφαγα, και έγινε στο στόμα μου σαν μέλι, από τη γλυκύτητα.
4
Και μου είπε: Γιε ανθρώπου, πήγαινε, μπες μέσα στον οίκο τού Ισραήλ, και μίλησε σ' αυτούς τα λόγια μου.
5
Επειδή, δεν στέλνεσαι σε λαόν βαθύχειλο και βαρύγλωσσο, αλλά στον οίκο Ισραήλ·
6
όχι προς πολλούς λαούς βαθύχειλους και βαρύγλωσσους, που δεν καταλαβαίνεις τα λόγια τους. Και σε τέτοιους αν σε έστελνα, αυτοί θα σε άκουγαν.
7
Ο οίκος, όμως, Ισραήλ δεν θέλει να σε ακούσει, για τον λόγο ότι, δεν θέλουν να ακούσουν εμένα· επειδή, ολόκληρος ο οίκος Ισραήλ είναι σκληρομέτωπος και σκληρόκαρδος.
8
Δες, έκανα το πρόσωπό σου δυνατό ενάντια στα πρόσωπά τους, και το μέτωπό σου δυνατό ενάντια στα μέτωπά τους.
9
Έκανα το πρόσωπό σου σαν διαμάντι, σκληρότερο από χαλίκι· μη τους φοβηθείς, και μη τρομάξεις από το πρόσωπό τους, επειδή είναι οίκος αποστάτης.
10
Και μου είπε: Γιε ανθρώπου, όλα τα λόγια μου, που εγώ θα μιλήσω σε σένα, πάρ' τα στην καρδιά σου, και άκουσέ τα με τα αυτιά σου.
11
Και πήγαινε, μπές μέσα σ' αυτούς που αιχμαλωτίστηκαν, στους γιους τού λαού σου, και μίλησέ τους, και πες τους: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός· είτε ακούσουν είτε απειθήσουν.
12
Και το πνεύμα με σήκωσε, και από πίσω μου άκουσα μια φωνή μεγάλης συγκίνησης, που έλεγαν: Ευλογημένη η δόξα τού Κυρίου από τον τόπο του.
13
Και άκουσα τον ήχο από τις φτερούγες των ζώων, που εφάπτονταν η μία μαζί με την άλλη, και τον ήχο των τροχών απέναντί τους, και μια φωνή μεγάλης συγκίνησης.
14
Και το πνεύμα με ύψωσε, και με πήρε, και πήγα με πικρία και με αγανάκτηση του πνεύματός μου· όμως, το χέρι τού Κυρίου ήταν επάνω μου κραταιό.
15
ΚΑΙ ήρθα σ' αυτούς, που είχαν μετοικιστεί στο Τελαβίβ, αυτούς που κατοικούσαν κοντά στον ποταμό Χεβάρ, και κάθησα όπου κάθονταν και εκείνοι, και παρέμεινα εκεί ανάμεσά τους επτά ημέρες εκστατικός.
16
Και μετά τις επτά ημέρες, έγινε σε μένα λόγος τού Κυρίου, λέγοντας:
17
Γιε ανθρώπου, σε έκανα φύλακα επάνω στον οίκο Ισραήλ· άκουσε, λοιπόν, τον λόγο από το στόμα μου, και να τους νουθετήσεις από μένα.
18
Όταν λέω στον άνομο: Οπωσδήποτε θα θανατωθείς, κι εσύ δεν τον νουθετήσεις, και δεν μιλήσεις για να αποτρέψεις τον άνομο από τον άνομο δρόμο του, ώστε να σώσεις τη ζωή του, εκείνος μεν ο άνομος θα πεθάνει στην ανομία του· από το χέρι σου, όμως, θα ζητήσω το αίμα του.
19
Αλλά, αν εσύ νουθετήσεις μεν τον άνομο, αυτός όμως δεν επιστρέφει από την ανομία του, και από τον άνομο δρόμο του, εκείνος μεν θα πεθάνει στην ανομία του· εσύ, όμως, ελευθέρωσες την ψυχή σου.
20
Πάλι, αν ο δίκαιος εκτραπεί από τη δικαιοσύνη του, και πράξει ανομία, και εγώ βάλω πρόσκομμα μπροστά του, εκείνος θα πεθάνει· επειδή, δεν του έδωσες νουθεσία, θα πεθάνει μέσα στην αμαρτία του, και η δικαιοσύνη του, που έκανε, δεν θάρθει σε ενθύμηση· όμως, από το χέρι σου θα ζητήσω το αίμα του.
21
Αν, όμως, εσύ νουθετήσεις τον δίκαιο για να μη αμαρτήσει, κι αυτός δεν αμαρτήσει, ο δίκαιος βέβαια θα ζήσει, επειδή νουθετήθηκε· κι εσύ ελευθέρωσες την ψυχή σου.
22
Και εκεί στάθηκε επάνω μου το χέρι τού Κυρίου· και μου είπε: Σήκω, βγες έξω στην πεδιάδα, και εκεί θα σου μιλήσω.
23
Και σηκώθηκα, και βγήκα έξω στην πεδιάδα· και ξάφνου, η δόξα τού Κυρίου στεκόταν εκεί, σαν τη δόξα που είχα δει κοντά στον ποταμό Χεβάρ· και έπεσα επάνω στο πρόσωπό μου.
24
Και μπήκε μέσα μου το πνεύμα, και με έστησε όρθιον στα πόδια μου, και μου μίλησε, και μου είπε: Πήγαινε, κλείσου μέσα στο σπίτι σου.
25
Επειδή, όσο για σένα, γιε ανθρώπου, δες, θα βάλουν επάνω σου δεσμά, και θα σε δέσουν μ' αυτά, και δεν θα βγεις έξω, στο μέσον τους.
26
Και θα κολλήσω τη γλώσσα σου στον λάρυγγά σου, και θα γίνεις άλαλος· και δεν θα είσαι σ' αυτούς άνδρας που ελέγχει, επειδή είναι οίκος αποστάτης.
27
Όμως, όταν σου μιλήσω, θα ανοίξω το στόμα σου, και θα τους πεις: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός: Εκείνος που ακούει, ας ακούει· και εκείνος που απειθεί, ας απειθεί· επειδή, είναι οίκος αποστάτης.

Ιεζεκιήλ κεφάλαιο 18

1
ΚΑΙ έγινε σε μένα λόγος τού Κυρίου, λέγοντας:
2
Τι εννοείτε εσείς, που χρησιμοποιείτε αυτή την παροιμία για τη γη τού Ισραήλ, λέγοντας: Οι πατέρες έφαγαν αγουρίδα, και μούδιασαν τα δόντια των παιδιών;
3
Ζω εγώ, λέει ο Κύριος ο Θεός, δεν θα χρησιμοποιήσετε πλέον αυτή την παροιμία στον Ισραήλ.
4
Δέστε, όλες οι ψυχές είναι δικές μου· όπως η ψυχή του πατέρα, έτσι και η ψυχή τού γιου, είναι δική μου· η ψυχή που αμάρτησε, αυτή θα πεθάνει.
5
Όποιος, όμως, είναι δίκαιος, και πράττει κρίση και δικαιοσύνη,
6
δεν τρώει επάνω στα βουνά, και δεν σηκώνει τα μάτια του προς τα είδωλα του οίκου Ισραήλ, και δεν μολύνει τη γυναίκα τού πλησίον του, και δεν πλησιάζει γυναίκα, που είναι στην ακαθαρσία της,
7
και δεν καταδυναστεύει άνθρωπο, επιστρέφει στον χρεοφειλέτη το ενέχυρό του, δεν αρπάζει βίαια, δίνει το ψωμί του σ' αυτόν που πεινάει, και σκεπάζει τον φτωχό με ιμάτιο,
8
δεν δίνει με τόκο και δεν παίρνει προσθήκη, αποστρέφει το χέρι του από αδικία, κάνει δίκαιη κρίση ανάμεσα από άνθρωπο και άνθρωπο,
9
περπατάει στα διατάγματά μου, και φυλάττει τις κρίσεις μου, για να πράττει αλήθεια· αυτός είναι δίκαιος· σίγουρα θα ζήσει, λέει ο Κύριος ο Θεός.
10
Αν, όμως, γεννήσει γιο κλέφτη, που χύνει αίμα, και πράττει κάτι απ' αυτά,
11
και όποιος δεν κάνει όλα αυτά, αλλά τρώει επάνω στα βουνά, και μολύνει τη γυναίκα τού πλησίον του,
12
καταδυναστεύει τον φτωχό, κι αυτόν που έχει ανάγκη, αρπάζει βίαια, δεν επιστρέφει το ενέχυρο, και σηκώνει τα μάτια του προς τα είδωλα, και πράττει βδελύγματα,
13
δίνει με τόκο, και παίρνει προσθήκη, αυτός θα ζήσει; Δεν θα ζήσει· έπραξε όλα αυτά τα βδελύγματα· θα θανατωθεί οπωσδήποτε· το αίμα του θα είναι επάνω του.
14
Και αν γεννήσει γιο, που, βλέποντας όλα τα αμαρτήματα του πατέρα του, τα οποία έπραξε, προσέχει και δεν πράττει τέτοια,
15
δεν τρώει επάνω στα βουνά, και δεν σηκώνει τα μάτια του προς τα είδωλα του οίκου Ισραήλ, και δεν μολύνει τη γυναίκα τού πλησίον του,
16
και δεν καταδυναστεύει άνθρωπο, δεν κατακρατάει το ενέχυρο, και δεν αρπάζει βίαια, δίνει το ψωμί του σ' αυτόν που πεινάει, και σκεπάζει τον γυμνό με ιμάτιο,
17
αποστρέφει το χέρι του από τον φτωχό, τόκο και προσθήκη δεν παίρνει, εκτελεί τις κρίσεις μου, περπατάει στα διατάγματά μου· αυτός δεν θα θανατωθεί για την ανομία τού πατέρα του· θα ζήσει οπωσδήποτε.
18
Ο πατέρας του, επειδή καταδυνάστευσε σκληρά, άρπαξε βίαια τον αδελφό του, και έπραξε ανάμεσα στον λαό του ό,τι δεν είναι καλό, να, αυτός θα πεθάνει μέσα στην ανομία του.
19
Εσείς, όμως, λέτε: Γιατί; Ο γιος δεν πρέπει να βαστάει την ανομία τού πατέρα του;Αφού ο γιος έκανε κρίση και δικαιοσύνη, και φύλαξε όλα τα διατάγματά μου και τα εκτέλεσε, θα ζήσει οπωσδήποτε.
20
Η ψυχή, αυτή που αμαρτάνει, αυτή θα πεθάνει· ο γιος δεν θα βαστάξει την ανομία τού πατέρα, και ο πατέρας δεν θα βαστάξει την ανομία τού γιου· η δικαιοσύνη τού δικαίου θα είναι επάνω του, και η ανομία τού ανόμου θα είναι επάνω του.
21
Αλλά, αν ο άνομος επιστρέψει από όλες τις αμαρτίες του που έπραξε, και φυλάξει όλα τα διατάγματά μου, και πράξει κρίση και δικαιοσύνη, θα ζήσει οπωσδήποτε, δεν θα πεθάνει·
22
όλες οι ανομίες του, που έπραξε, δεν θα του μνημονευθούν· με τη δικαιοσύνη του που έπραξε θα ζήσει.
23
Μήπως εγώ θέλω πραγματικά τον θάνατο τού ανόμου, λέει ο Κύριος ο Θεός, και όχι να επιστρέψει από τους δρόμους του και να ζήσει;
24
Όταν, όμως, ο δίκαιος επιστρέψει από τη δικαιοσύνη του, και πράξει αδικία, και πράξει σύμφωνα με όλα τα βδελύγματα που πράττει ο άνομος, τότε θα ζήσει; Ολόκληρη η δικαιοσύνη του που έκανε δεν θα μνημονευθεί· στην ανομία του που ανόμησε, και στην αμαρτία του που αμάρτησε, σ' αυτές θα πεθάνει.
25
Εσείς, όμως, λέτε: Ο δρόμος τού Κυρίου δεν είναι ευθύς.Ακούστε τώρα, οίκος Ισραήλ: Ο δρόμος μου δεν είναι ευθύς; Όχι οι δρόμοι σας διεστραμμένοι;
26
Όταν επιστρέψει ο δίκαιος από τη δικαιοσύνη του, και πράξει αδικία, και πεθάνει μέσα σ' αυτή, εξαιτίας τής αδικίας του που έπραξε θα πεθάνει·
27
και όταν ο άνομος επιστρέψει από την ανομία του, που έπραξε, και πράξει κρίση και δικαιοσύνη, αυτός θα φυλάξει ζωντανή την ψυχή του·
28
επειδή, συλλογίστηκε, και επέστρεψε από όλες τις ανομίες του, που έπραξε, θα ζήσει οπωσδήποτε, δεν θα πεθάνει.
29
Αλλ' ο οίκος Ισραήλ λέει: Ο δρόμος τού Κυρίου δεν είναι ευθύς.Οίκος Ισραήλ, οι δρόμοι μου δεν είναι ευθείς; Όχι οι δρόμοι σας διεστραμμένοι;
30
Γι' αυτό, οίκος Ισραήλ, θα σας κρίνω, κάθε έναν σύμφωνα με τους δρόμους του, λέει ο Κύριος ο Θεός. Μετανοήστε, και επιστρέψτε από όλες τις ανομίες σας· και δεν θα είναι σε σας η ανομία για απώλεια.
31
Απορρίψτε από σας όλες τις ανομίες σας, που ανομήσατε σε μένα, και κάντε για τον εαυτό σας νέα καρδιά και νέο πνεύμα· γιατί να πεθάνετε, οίκος Ισραήλ;
32
Επειδή, εγώ δεν θέλω τον θάνατο αυτού που πεθαίνει, λέει ο Κύριος ο Θεός· γι' αυτό, επιστρέψτε, και ζήστε.

Ιεζεκιήλ κεφάλαιο 33

1
ΚΑΙ έγινε σε μένα λόγος τού Κυρίου, λέγοντας:
2
Γιε ανθρώπου, μίλησε στους γιους τού λαού σου, και πες τους: Όταν θα φέρω ρομφαία επάνω σε κάποια γη, και ο λαός πάρει κάποιον άνθρωπο από ανάμεσά του, και τον βάλουν ως φύλακα στον εαυτό τους,
3
κι αυτός, βλέποντας τη ρομφαία, που έρχεται επάνω στη γη, σαλπίσει με σάλπιγγα, και σημάνει στον λαό,
4
τότε, όποιος ακούσει τη φωνή τής σάλπιγγας, και δεν φυλαχθεί, αν η ρομφαία καθώς έρθει τον αρπάξει, το αίμα του θα είναι επάνω στο κεφάλι του.
5
Άκουσε τη φωνή τής σάλπιγγας, και δεν φυλάχθηκε· το αίμα του θα είναι επάνω του. Όποιος, όμως, φυλαχθεί, θα διασώσει τη ζωή του.
6
Αλλά, αν ο φύλακας, βλέποντας τη ρομφαία να έρχεται, δεν σαλπίσει με τη σάλπιγγα, και ο λαός δεν φυλαχθεί, και όταν έρθει η ρομφαία αρπάξει κάποιον απ' αυτούς, αυτός μεν αρπάχτηκε εξαιτίας τής ανομίας του, όμως το αίμα του θα το ζητήσω από το χέρι τού φύλακα.
7
Κι εσύ, γιε ανθρώπου, εγώ σε έβαλα φύλακα επάνω στον οίκο Ισραήλ· άκουσε, λοιπόν, έναν λόγο από το στόμα μου, και νουθέτησέ τους από μένα.
8
Όταν λέω στον άνομο: Άνομε, θα θανατωθείς οπωσδήποτε· κι εσύ δεν μιλήσεις για να αποτρέψεις τον άνομο από τον δρόμο του, εκείνος μεν ο άνομος θα πεθάνει στην ανομία του, όμως από το χέρι σου θα ζητήσω το αίμα του.
9
Αλλά, αν εσύ αποτρέπεις τον άνομο από τον δρόμο του για να επιστρέψει απ' αυτόν, και δεν επιστρέψει από τον δρόμο του, εκείνος μεν θα πεθάνει μέσα στην ανομία του, εσύ όμως ελευθέρωσες την ψυχή σου.
10
Γι' αυτό, εσύ, γιε ανθρώπου, πες στον οίκο Ισραήλ: Έτσι μιλήσατε εσείς, λέγοντας: Αν οι παραβάσεις μας και οι αμαρτίες μας είναι επάνω μας, και εμείς ήμασταν χαμένοι γι' αυτές, πώς θα ζήσουμε;
11
Πες τους: Ζω εγώ, λέει ο Κύριος ο Θεός, δεν θέλω τον θάνατο του αμαρτωλού, αλλά να επιστρέψει ο ασεβής από τον δρόμο του, και να ζει· επιστρέψτε, επιστρέψτε από τους πονηρούς σας δρόμους· γιατί να πεθάνετε, οίκος Ισραήλ;
12
Γι' αυτό, εσύ, γιε ανθρώπου, πες στους γιους τού λαού σου: Η δικαιοσύνη τού δικαίου δεν θα τον ελευθερώσει κατά την ημέρα τής παράβασής του· και ο ασεβής δεν θα πέσει για την ασέβειά του, κατά την ημέρα που θα επιστρέψει από την ασέβειά του· και ο δίκαιος δεν θα μπορέσει να ζήσει για τη δικαιοσύνη του, κατά την ημέρα που θα αμαρτήσει.
13
Όταν πω στον δίκαιο ότι οπωσδήποτε θα ζήσει, κι αυτός έχοντας θάρροςστη δικαιοσύνη του πράξει αδικία, ολόκληρη η δικαιοσύνη του δεν θα μνημονευθεί· και στην αδικία που έπραξε, θα πεθάνει μέσα σ' αυτή.
14
Και όταν λέω στον ασεβή: Θα πεθάνεις οπωσδήποτε· κι εκείνος, αφού επιστρέψει από την αμαρτία του, πράξει κρίση και δικαιοσύνη,
15
ο ασεβής αποδώσει το ενέχυρο, επιστρέψει το διαρπαγμένο, περπατάει στα διατάγματα της ζωής, μη πράττοντας αδικία, θα ζήσει οπωσδήποτε, δεν θα πεθάνει·
16
όλες οι αμαρτίες του, που αμάρτησε, δεν θα μνημονευθούν σ' αυτόν πλέον· έκανε κρίση και δικαιοσύνη· θα ζήσει οπωσδήποτε.
17
Οι γιοι τού λαού σου, όμως, λένε: Ο δρόμος τού Κυρίου δεν είναι ευθύς.Αλλά, ο δρόμος αυτών των ίδιων δεν είναι ευθύς.
18
Όταν ο δίκαιος επιστρέψει από τη δικαιοσύνη του, και πράξει αδικία, γι' αυτό μάλιστα θα πεθάνει.
19
Και όταν ο άνομος επιστρέψει από την ανομία του, και πράξει κρίση και δικαιοσύνη, αυτός, για τούτο, θα ζήσει.
20
Εσείς, όμως, λέτε: Ο δρόμος τού Κυρίου δεν είναι ευθύς.Οίκος Ισραήλ, θα σας κρίνω κάθε έναν σύμφωνα με τους δρόμους του.
21
ΚΑΙ στον 12ο χρόνο τής αιχμαλωσίας μας, τον δέκατο μήνα, την πέμπτη ημέρα τού μήνα, ήρθε σε μένα κάποιος διασωσμένος από την Ιερουσαλήμ, λέγοντας: Η πόλη αλώθηκε.
22
Και το χέρι τού Κυρίου στάθηκε επάνω μου πριν έρθει ο διασωσμένος, και άνοιξε το στόμα μου, μέχρις ότου ήρθε σε μένα το πρωί· και αφού είχα ανοίξει το στόμα μου, δεν σιώπησα πλέον.
23
Και έγινε σε μένα λόγος τού Κυρίου, λέγοντας:
24
Γιε ανθρώπου, αυτοί που κατοικούν εκείνες τις ερημώσεις στη γη τού Ισραήλ, μιλούν, λέγοντας: Ένας ήταν ο Αβραάμ, και κληρονόμησε τη γη· εμείς, όμως, είμαστε πολλοί· σε μας δόθηκε η γη για κληρονομιά.
25
Γι' αυτό, πες τους: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός: Εσείς τρώτε κρέας μέσα σε αίμα, και σηκώνετε τα μάτια σας στα είδωλά σας, και χύνετε αίμα· και θα κληρονομήσετε τη γη;
26
Εσείς στηρίζεστε στη ρομφαία σας, εργάζεστε βδελύγματα, και μολύνετε ο κάθε ένας τη γυναίκα τού πλησίον του· και θα κληρονομήσετε τη γη;
27
Έτσι να πεις σ' αυτούς: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός: Ζω εγώ, αυτοί που είναι στις ερημώσεις, οπωσδήποτε θα πέσουν με μάχαιρα· κι αυτόν που είναι στο πρόσωπο της πεδιάδας, θα τον παραδώσω στα θηρία για να τον καταφάνε· κι αυτοί που είναι στα φρούρια και στα σπήλαια, θα πεθάνουν από θανατικό.
28
Επειδή, θα παραδώσω τη γη σε όλεθρο και ερήμωση, και η έπαρση της δύναμής της θα καταβληθεί, και τα βουνά του Ισραήλ θα ερημωθούν, ώστε να μη υπάρχει κάποιος που να διαβαίνει.
29
Και θα γνωρίσουν ότι εγώ είμαι ο Κύριος, όταν παραδώσω τη γη σε όλεθρο και ερήμωση, εξαιτίας όλων των βδελυγμάτων τους, που έπραξαν.
30
Κι εσύ, γιε ανθρώπου, οι γιοι τού λαού σου μιλούν εναντίον σου κοντά στα τείχη και στις θύρες των σπιτιών, και μιλούν ο ένας στον άλλον, κάθε ένας στον αδελφό του, λέγοντας: Ελάτε, λοιπόν, κι ακούστε ποιος είναι ο λόγος που βγαίνει από τον Κύριο.
31
Και έρχονται σε σένα, καθώς συγκεντρώνεται ο λαός, και ο λαός μου κάθεται μπροστά σου, και ακούνε τα λόγια σου, αλλά δεν τα πράττουν· επειδή, με το στόμα τους δείχνουν πολλή αγάπη, η καρδιά τους, όμως, πηγαίνει πίσω από την αισχροκέρδειά τους.
32
Και δες, εσύ είσαι σ' αυτούς σαν ερωτικό τραγούδι ανθρώπου με γλυκιά φωνή, και ο οποίος παίζει καλά τα όργανα· επειδή, ακούν τα λόγια σου, αλλά δεν τα πράττουν.
33
Όμως, όταν αυτό έρθει, (και πρόσεξε, έρχεται), τότε θα γνωρίσουν, ότι στάθηκε ανάμεσά τους προφήτης.
©1997 - 2021 greekphone.org