Λιγες στιγμες με την αγια γραφη

Καινη Διαθηκη online

previous arrow
next arrow
Slider
Click to Subscribe
Σχέδιο μελέτης
Έκδοση
Μέρα 32 Μέρα 33Μέρα 34

Αμώς κεφάλαιο 3

1
ΑΚΟΥΣΤΕ τούτον τον λόγο τού Κυρίου, που ο Κύριος μίλησε εναντίον σας, γιοι Ισραήλ, ενάντια σε ολόκληρο το γένος, που ανέβασα από τη γη τής Αιγύπτου, λέγοντας:
2
Εσάς μόνον γνώρισα από όλα τα γένη τής γης· γι' αυτό, θα σας τιμωρήσω για όλες σας τις ανομίες.
3
Μπορούν δύο να περπατήσουν μαζί, αν δεν είναι σύμφωνοι;
4
Θα βρυχήσει το λιοντάρι μέσα στον δρυμό, αν δεν έχει θήραμα; Θα εκπέμψει τη φωνή του ο σκύμνος από την κατοικία του, αν δεν έπιασε κάτι;
5
Μπορεί ένα πουλί να πέσει σε παγίδα επάνω στη γη, εκεί που δεν υπάρχει γι' αυτό βρόχι; Θα σηκωνόταν μια παγίδα από τη γη, χωρίς να πιαστεί κάτι;
6
Μπορεί να ηχήσει σάλπιγγα στην πόλη, και ο λαός να μη φοβηθεί; Μπορεί να γίνει συμφορά στην πόλη, και ο Κύριος να μη την έκανε;
7
Βέβαια, ο Κύριος ο Θεός δεν θα κάνει τίποτε, χωρίς να αποκαλύψει το απόκρυφό του στους δούλους του τους προφήτες.
8
Το λιοντάρι βρύχησε· ποιος δεν θα φοβηθεί; Ο Κύριος ο Θεός μίλησε· ποιος δεν θα προφητεύσει;
9
Κηρύξτε προς τα παλάτια τής Αζώτου, και προς τα παλάτια τής γης τής Αιγύπτου, και πείτε: Συγκεντρωθείτε επάνω στα βουνά τής Σαμάρειας, και δείτε τους μεγάλους θορύβους στο μέσον της, και τις καταδυναστείες της ανάμεσά της·
10
επειδή, δεν ξέρουν να πράττουν το ορθό, λέει ο Κύριος, αυτοί που θησαυρίζουν αδικία και αρπαγή στα παλάτια τους.
11
Γι' αυτό, έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός: Εχθρός θα περικυκλώσει τη γη σου, και θα καταβάλει τη δύναμή σου από σένα, και τα παλάτια σου θα διαρπαγούν.
12
Έτσι λέει ο Κύριος: Όπως ο βοσκός αποσπάει από το στόμα τού λιονταριού δύο σκέλη ή τον λωβό ενός αυτιού, έτσι θα αποσπαστούν οι γιοι Ισραήλ, που κατοικούν στη Σαμάρεια, από τη γωνιά τού κρεβατιού, κι αυτοί στη Δαμασκό, από το στρώμα.
13
Ακούστε, και διαμαρτυρηθείτε στον οίκο Ιακώβ, λέει ο Κύριος ο Θεός, ο Θεός των δυνάμεων.
14
Ότι, κατά την ημέρα που θα επισκεφθώ τις παραβάσεις τού Ισραήλ εναντίον του, θα επισκεφθώ και τα θυσιαστήρια της Βαιθήλ· και τα κέρατα του θυσιαστηρίου θα αποκοπούν, και θα πέσουν καταγής.
15
Και θα πατάξω το χειμωνιάτικο παλάτι μαζί με το καλοκαιρινό παλάτι· και τα ελεφάντινα σπίτια θα απολεστούν, και τα μεγάλα σπίτια θα αφανιστούν, λέει ο Κύριος.

Αβδιού κεφάλαιο 1

1
ΟΡΑΣΗ ΤΟΥ ΑΒΔΙΟΥ. Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός για τον Εδώμ: Ακούσαμε αγγελία από τον Κύριο, και μηνυτής στάλθηκε στα έθνη: Σηκωθείτε, κι ας σηκωθούμε εναντίον του για πόλεμο.
2
Δες, σε έκανε μικρόν ανάμεσα στα έθνη· είσαι υπερβολικά καταφρονημένος.
3
Η υπερηφάνεια της καρδιάς σου σε απάτησε, εσένα που κατοικείς στα κοιλώματα των γκρεμών, του οποίου η κατοικία είναι ψηλή· που στην καρδιά σου λες: Ποιος θα με κατεβάσει στη γη;
4
Αν σταθείς μετέωρος σαν τον αετό, και αν βάλεις τη φωλιά σου ανάμεσα στα αστέρια, και από εκεί θα σε κατεβάσω, λέει ο Κύριος.
5
Αν έρχονταν σε σένα κλέφτες, αν μέσα στη νύχτα ληστές, (πώς εξαλείφθηκες!) δεν θα άρπαζαν για τον εαυτό τους αυτό που τους αρκούσε; Αν έρχονταν σε σένα τρυγητές, δεν θα άφηναν απομαζώματα;
6
Πώς εξερευνήθηκε ο Ησαύ! Αποκαλύφθηκαν οι κρυψώνες του!
7
Όλοι οι άνδρες τής συμμαχίας σου σε συνόδευσαν μέχρι το όριό σου· οι άνθρωποι, που ήσαν μαζί σου με ειρήνη, σε απάτησαν, και υπερίσχυσαν εναντίον σου· αυτοί που έτρωγαν το ψωμί σου, έβαλαν ενέδρες από κάτω σου· δεν υπάρχει σ' αυτόν σύνεση.
8
Κατά την ημέρα εκείνη, λέει ο Κύριος, δεν θα απολέσω και τους σοφούς από τον Εδώμ, και τη σύνεση από το βουνό του Ησαύ;
9
Και οι μαχητές σου, Θαιμάν, θα φοβηθούν, για να αποκοπεί με σφαγή κάθε άνθρωπος από το βουνό τού Ησαύ.
10
Για την αδικία, εκείνη προς τον αδελφό σου Ιακώβ, θα σε σκεπάσει ντροπή, και θα αποκοπείς για πάντα.
11
Κατά την ημέρα, κατά την οποία στεκόσουν απέναντι, κατά την ημέρα, κατά την οποία οι αλλογενείς έφεραν τον στρατό του σε αιχμαλωσία, και οι ξένοι μπήκαν στις πύλες του, και έρριξαν κλήρους για την Ιερουσαλήμ, ήσουν κι εσύ σαν ένας απ' αυτούς.
12
Δεν έπρεπε, όμως, να επιβλέπεις στην ημέρα τού αδελφού σου, στην ημέρα τής αποξένωσής του· ούτε να χαίρεσαι ενάντια στους γιους τού Ιούδα, κατά την ημέρα τού αφανισμού τους· ούτε να κομπάζεις κατά την ημέρα τής θλίψης τους.
13
Δεν έπρεπε να μπεις μέσα στην πύλη τού λαού μου κατά την ημέρα τής συμφοράς τους· ούτε κι εσύ να θωρείς τη θλίψη τους κατά την ημέρα τής συμφοράς τους· ούτε να βάλεις χέρι επάνω στην περιουσία τους κατά την ημέρα τής συμφοράς τους·
14
ούτε έπρεπε να σταθείς επάνω στις διεξόδους, για να αποκλείεις εκείνους που, από τον λαό, διασώζονταν· ούτε να παραδώσεις τους υπόλοιπους απ' αυτόν κατά την ημέρα τής θλίψης τους·
15
επειδή, η ημέρα τού Κυρίου είναι κοντά, ενάντια σε όλα τα έθνη· όπως έκανες, θα γίνει σε σένα· η ανταπόδοσή σου θα στραφεί επάνω στο κεφάλι σου.
16
Επειδή, όπως εσείς ήπιατε επάνω στο άγιο βουνό μου, έτσι θα πίνουν για πάντα τα έθνη· ναι, θα πίνουν, και θα ρουφάνε, και θα είναι σαν εκείνους που δεν υπάρχουν.
17
Επάνω στο βουνό Σιών, όμως, θα είναι σωτηρία, και θα είναι άγιο· και ο οίκος Ιακώβ θα κληρονομήσει ολοκληρωτικά τις κληρονομιές τους ·
18
και ο οίκος Ιακώβ θα είναι φωτιά, και ο οίκος Ιωσήφ φλόγα, ενώ ο οίκος Ησαύ σαν καλάμι· και θα ανάψουν εναντίον τους, και θα τους καταφάνε· και δεν θα υπάρχει υπόλοιπο του οίκου Ησαύ· επειδή, μίλησε ο Κύριος.
19
Και εκείνοι τής μεσημβρινής περιοχής θα κληρονομήσουν ολοκληρωτικά το βουνό τού Ησαύ, και εκείνοι τής πεδινής περιοχής, του Φιλισταίους· και θα κληρονομήσουν ολοκληρωτικά τα χωράφια τού Εφραϊμ, και τα χωράφια τής Σαμάρειας· και ο Βενιαμίν, τη Γαλαάδ.
20
Κι αυτός ο στρατός των γιων Ισραήλ, που αιχμαλωτίστηκε, εκείνη τη γη των Χαναναίων μέχρι τα Σαρεπτά. Κι αυτοί τής Ιερουσαλήμ, που αιχμαλωτίστηκαν, που είναι στη Σεφαράδ, θα κληρονομήσουν ολοκληρωτικά τις πόλεις τού νότου·
21
και στο βουνό Σιών θα ανέβουν σωτήρες, για να κρίνουν το βουνό Ησαύ· και η βασιλεία θα είναι του Κυρίου.

Ιώνας κεφάλαιο 1

1
ΚΑΙ έγινε λόγος τού Κυρίου στον Ιωνά, τον γιο τού Αμαθί, λέγοντας:
2
Σήκω, πήγαινε στη Νινευή, τη μεγάλη πόλη, και κήρυξε εναντίον της· επειδή, η ασέβειά τους ανέβηκε μπροστά μου.
3
Και ο Ιωνάς σηκώθηκε για να φύγει από το πρόσωπο του Κυρίου, προς τη Θαρσείς, και κατέβηκε στην Ιόππη· και βρήκε ένα πλοίο, που πήγαινε στη Θαρσείς, και έδωσε τον ναύλο του, κι ανέβηκε σ' αυτό, για να πάει μαζί τους στη Θαρσείς, για να φύγει από το πρόσωπο του Κυρίου.
4
Ο Κύριος, όμως, σήκωσε δυνατόν άνεμο επάνω στη θάλασσα, και έγινε μεγάλη φουρτούνα μέσα στη θάλασσα, και το πλοίο κινδύνευε να συντριφτεί.
5
Και οι ναύτες φοβήθηκαν, και αναβόησαν κάθε ένας στον θεό του, και πέταξαν μέσα στη θάλασσα τα σκεύη που ήσαν στο πλοίο, για να ελαφρωθεί απ' αυτά· ο Ιωνάς, όμως, κατέβηκε στο κοίλωμα του πλοίου, και πλάγιασε, και κοιμόταν βαθιά.
6
Και ο πλοίαρχος πλησίασε σ' αυτόν, και του είπε: Τι κοιμάσαι, εσύ; Σήκω, επικαλέσου τον Θεό σου, ίσως μας θυμηθεί ο Θεός, και δεν χαθούμε.
7
Και είπαν κάθε ένας στον διπλανό του: Ελάτε να ρίξουμε κλήρους, για να γνωρίσουμε εξαιτίας τίνος ήρθε αυτό το κακό επάνω μας. Και έρριξαν κλήρους, και ο κλήρος έπεσε στον Ιωνά.
8
Τότε, του είπαν: Πες μας, τώρα, εξαιτίας τίνος πράγματος ήρθε αυτό το κακό επάνω μας; Τι είναι το έργο σου; Από πού έρχεσαι; Ποιος είναι ο τόπος σου; Και από ποιον λαό είσαι;
9
Και εκείνος τούς είπε: Εγώ είμαι Εβραίος· και σέβομαι τον Κύριο τον Θεό τού ουρανού, που δημιούργησε τη θάλασσα και την ξηρά.
10
Τότε, οι άνθρωποι φοβήθηκαν με μεγάλον φόβο, και του είπαν: Τι είναι αυτό που έκανες; Επειδή, οι άνθρωποι γνώρισαν, ότι έφευγε από το πρόσωπο του Κυρίου, δεδομένου ότι, τους το είχε αναγγείλει.
11
Και του είπαν: Τι να σε κάνουμε, ώστε να ησυχάσει η θάλασσα μαζί μας; Επειδή, η θάλασσα κλυδωνιζόταν όλο και περισσότερο.
12
Και τους είπε: Σηκώστε με, και ρίξτε με μέσα στη θάλασσα, και η θάλασσα θα ησυχάσει μαζί σας· επειδή, εγώ γνωρίζω ότι εξαιτίας μου έγινε αυτή η μεγάλη φουρτούνα επάνω σας.
13
Οι άνθρωποι, όμως, κωπηλατούσαν δυνατά για να επιστρέψουν στην ξηρά, αλλά δεν μπορούσαν· επειδή, η θάλασσα κλυδωνιζόταν όλο και περισσότερο εναντίον τους.
14
Γι' αυτό, αναβόησαν στον Κύριο, και είπαν: Παρακαλούμε, Κύριε, παρακαλούμε, ας μη χαθούμε για τη ζωή αυτού τού ανθρώπου, και μη επιβάλεις επάνω μας αθώο αίμα· επειδή, εσύ, Κύριε, έκανες όπως ήθελες.
15
Και σήκωσαν τον Ιωνά, και τον έρριξαν μέσα στη θάλασσα· και η θάλασσα στάθηκε από τον θυμό της.
16
Τότε, οι άνθρωποι φοβήθηκαν με μεγάλον φόβο, και πρόσφεραν θυσία στον Κύριο, και έκαναν ευχές.
©1997 - 2021 greekphone.org