Slide One

Λιγες στιγμες με την αγια γραφη

Slide One
Slide Two

Καινη Διαθηκη online

Slide Two
Slide Three
Slide Three
previous arrow
next arrow
Click to Subscribe
Σχέδιο μελέτης
Έκδοση
Μέρα 7 Μέρα 8Μέρα 9

Κριτές κεφάλαιο 1

1
ΚΑΙ μετά τον θάνατο του Ιησού, οι γιοι Ισραήλ ρώτησαν τον Κύριο, λέγπντας: Ποιος θα ανέβει για μας πρώτος ενάντια στους Χαναναίους, για να τους πολεμήσει;
2
Και ο Κύριος είπε: Ο Ιούδας θα ανέβει· δες, παρέδωσα τον τόπο στο χέρι του.
3
Και ο Ιούδας είπε στον Συμεών, τον αδελφό του: Ανέβα μαζί μου στον κλήρο μου, για να πολεμήσουμε τους Χαναναίους, κι εγώ παρόμοια θάρθω μαζί σου στον κλήρο σου. Και ο Συμεών πήγε μαζί του.
4
Και ο Ιούδας ανέβηκε· και ο Κύριος παρέδωσε τους Χαναναίους και τους Φερεζαίους στο χέρι τους· και πάταξαν απ' αυτούς στη Βεζέκ, 10.000 άνδρες.
5
Και βρήκαν στη Βεζέκ τον Αδωνί-βεζέκ, και τον πολέμησαν, και πάταξαν τους Χαναναίους και τους Φερεζαίους.
6
Και ο Αδωνί-βεζέκ έφυγε· κι εκείνοι τον καταδίωξαν από πίσω του, και τον έπιασαν, και του έκοψαν τα μεγάλα δάχτυλα των χεριών του και των ποδιών του.
7
Και ο Αδωνί-βεζέκ είπε: 70 βασιλιάδες, με κομμένα τα μεγάλα δάχτυλα των χεριών τους και των ποδιών, μάζευαν ό,τι έπεφτε κάτω από το τραπέζι μου· όπως έκανα εγώ, έτσι μου ανταπέδωσε ο Θεός. Και τον έφεραν στην Ιερουσαλήμ, κι εκεί πέθανε.
8
Και οι γιοι τού Ιούδα πολέμησαν ενάντια στην Ιερουσαλήμ, και την κυρίευσαν· και την πάταξαν με μάχαιρα, και παρέδωσαν την πόλη σε φωτιά.
9
Και ύστερα απ' αυτά κατέβηκαν οι γιοι τού Ιούδα για να πολεμήσουν τους Χαναναίους, που κατοικούσαν στην ορεινή περιοχή, και στη μεσημβρινή, και στην πεδινή.
10
Και ο Ιούδας πήγε ενάντια στους Χαναναίους, που κατοικούσαν στη Χεβρών· και το όνομα της Χεβρών ήταν άλλοτε Κιριάθ-αρβά· και θανάτωσε τον Σεσαϊ, και τον Αχιμάν, και τον Θαλμαϊ.
11
Και από εκεί πήγαν ενάντια στους κατοίκους της Δεβείρ· και το όνομα τής Δεβείρ ήταν άλλοτε Κιριάθ-σεφέρ.
12
Και ο Χάλεβ είπε: Όποιος πατάξει την Κιριάθ-σεφέρ, και την κυριεύσει, σ' αυτόν θα δώσω τη θυγατέρα μου Αχσάν για γυναίκα.
13
Και την κυρίευσε ο Γοθονιήλ, ο γιος τού Κενέζ, ο νεότερος αδελφός τού Χάλεβ· και έδωσε σ' αυτόν τη θυγατέρα του, την Αχσάν, για γυναίκα.
14
Κι αυτή, όταν αναχωρούσε, τον παρακίνησε να ζητήσει από τον πατέρα της το χωράφι· και κατέβηκε από το γαϊδούρι· και ο Χάλεβ τής είπε: Τι θέλεις;
15
Κι εκείνη του είπε: Δος μου μια ευλογία· επειδή, μου έδωσες μεσημβρινή γη, δος μου και πηγές νερών. Και ο Χάλεβ τής έδωσε τις άνω πηγές και τις κάτω πηγές.
16
Κι ανέβηκαν οι γιοι τού Κεναίου, του πεθερού τού Μωυσή, από την πόλη των φοινίκων μαζί με τους γιους τού Ιούδα, στην έρημο του Ιούδα, που ήταν μεσημβρινά τής Αράδ· και πήγαν και κατοίκησαν μαζί με τον λαό.
17
Και ο Ιούδας πήγε μαζί με τον αδελφό του, τον Συμεών, και πάταξαν τους Χαναναίους που κατοικούσαν τη Σεφάθ, και την κατέστρεψαν· και ονόμασαν την πόλη Ορμά.
18
Ο Ιούδας κυρίευσε και τη Γάζα και τα όριά της, και την Ασκάλωνα και τα όριά της και την Ακκαρών και τα όριά της.
19
Και ο Κύριος ήταν μαζί με τον Ιούδα· και κυρίευσε το βουνό· αλλά, δεν μπόρεσε να διώξει τους κατοίκους τής κοιλάδας, επειδή είχαν σιδερένιες άμαξες.
20
Και η Χεβρών δόθηκε στον Χάλεβ, όπως είχε πει ο Μωυσής· και έδιωξε από εκεί τους τρεις γιους τού Ανάκ.
21
Τον δε Ιεβουσαίο, που κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ, οι γιοι τού Βενιαμίν δεν τον έδιωξαν· γι' αυτό, ο Ιεβουσαίος κατοίκησε μαζί με τους γιους τού Βενιαμίν στην Ιερουσαλήμ μέχρι τη σημερινή ημέρα.
22
Και ο οίκος τού Ιωσήφ, ανέβηκαν κι αυτοί ενάντια στη Βαιθήλ· και ο Κύριος ήταν μαζί τους.
23
Και ο οίκος τού Ιωσήφ έστειλε να κατασκοπεύσουν τη Βαιθήλ· και το όνομα της πόλης ήταν άλλοτε Λουζ.
24
Και οι κατάσκοποι είδαν έναν άνθρωπο να βγαίνει έξω από την πόλη και του είπαν: Δείξε μας σε παρακαλούμε την είσοδο της πόλης, και θα κάνουμε σε σένα έλεος.
25
Και τους έδειξε την είσοδο της πόλης, και πάταξαν την πόλη με στόμα μάχαιρας· και τον άνθρωπο και ολόκληρη τη συγγένειά του τον άφησαν να φύγει.
26
Και ο άνθρωπος πήγε στη γη των Χετταίων και οικοδόμησε μια πόλη, και την ονόμασε Λουζ· αυτό είναι το όνομά της μέχρι την ημέρα αυτή.
27
Ούτε ο Μανασσής έδιωξε τους κατοίκους τής Βαιθ-σάν και των κωμοπόλεών της ούτε της Θαανάχ και των κωμοπόλεών της ούτε τους κατοίκους τής Δωρ και των κωμοπόλεών της ούτε τους κατοίκους τής Ιβλεάμ και των κωμοπόλεών της ούτε τους κατοίκους τής Μεγιδδώ και των κωμοπόλεών της· αλλ' οι Χαναναίοι εξακολουθούσαν να κατοικούν σ' εκείνο τον τόπο.
28
Και όταν ο Ισραήλ έγινε δυνατός, υπέβαλε τους Χαναναίους σε φόρο, και δεν τους έδιωξε ολοκληρωτικά.
29
Ούτε ο Εφραϊμ έδιωξε τους Χαναναίους που κατοικούσαν στη Γεζέρ· αλλ' οι Χαναναίοι κατοικούσαν στη Γεζέρ, ανάμεσά τους.
30
Ούτε ο Ζαβουλών έδιωξε αυτούς που κατοικούσαν στην Κιτρών ούτε αυτούς που κατοικούσαν στη Νααλών· αλλ' οι Χαναναίοι κατοικούσαν ανάμεσά τους, και έγιναν υποτελείς.
31
Ούτε ο Ασήρ έδιωξε τους κατοίκους τής Ακχώ ούτε τους κατοίκους τής Σιδώνας ούτε της Ααλάβ ούτε της Αχζίβ ούτε της Χελβά ούτε της Αφίκ ούτε της Ρεώβ·
32
αλλ' ο Ασήρ κατοικούσε ανάμεσα στους Χαναναίους, τους κατοίκους τού τόπου· επειδή, δεν τους έδιωξε.
33
Ούτε ο Νεφθαλί έδιωξε τους κατοίκους τής Βαιθ-σεμές ούτε τους κατοίκους τής Βαιθ-ανάθ, αλλά κατοικούσε ανάμεσα στους Χαναναίους, τους κατοίκους τού τόπου· και οι κάτοικοι της Βαιθ-σεμές και της Βαιθ-ανάθ έγιναν σ' αυτόν υποτελείς.
34
Και οι Αμορραίοι συνέκλεισαν τους γιους τού Δαν στο βουνό· επειδή, δεν τους άφηναν να κατεβαίνουν στην κοιλάδα·
35
και οι Αμορραίοι εξακολουθούσαν να κατοικούν στο βουνό Ερές, στην Αιαλών και στη Σααλβίμ· το χέρι, όμως, του οίκου τού Ιωσήφ υπερίσχυσε, ώστε έγιναν υποτελείς.
36
Και το όριο των Αμορραίων ήταν από την ανάβαση της Ακραββίμ, από την Πέτρα κι επάνω.

Κριτές κεφάλαιο 2

1
Και άγγελος του Κυρίου ανέβηκε από τα Γάλγαλα στη Βοκίμ, και είπε: Σας ανέβασα από την Αίγυπτο, και σας έφερα στη γη που ορκίστηκα στους πατέρες σας· και είπα: Δεν θα αθετήσω τη διαθήκη μου σε σας, στον αιώνα·
2
κι εσείς δεν θα κάνετε συνθήκη με τους κατοίκους αυτού του τόπου· θα καταστρέψετε τα θυσιαστήριά τους. Δεν υπακούσατε, όμως, στη φωνή μου· γιατί το πράξατε αυτό;
3
Γι' αυτό, κι εγώ είπα: Δεν θα τους διώξω από μπροστά σας· αλλά, θα είναι αντίπαλοί σας, και οι θεοί τους θα είναι σε σας παγίδα.
4
Και καθώς ο άγγελος του Κυρίου είπε αυτά τα λόγια σε όλους τους γιους Ισραήλ, ο λαός ύψωσε τη φωνή του, και έκλαψε.
5
Και αποκάλεσαν το όνομα εκείνου τού τόπου Βοκίμ και θυσίασαν εκεί στον Κύριο.
6
ΚΑΙ όταν ο Ιησούς απέλυσε τον λαό, οι γιοι Ισραήλ πήγαν κάθε ένας στην κληρονομιά του, για να κατακληρονομήσουν τη γη.
7
Και ο λαός λάτρευσε τον Κύριο όλες τις ημέρες τού Ιησού, και όλες τις ημέρες των πρεσβυτέρων, που επέζησαν μετά τον Ιησού, και είχαν δει όλα τα μεγάλα έργα τού Κυρίου, όσα έκανε για τον Ισραήλ.
8
Και ο Ιησούς, ο γιος τού Ναυή, ο δούλος του Κυρίου, πέθανε σε ηλικία 110 χρόνων.
9
Και τον έθαψαν στο όριο της κληρονομιάς του, στη Θαμνάθ-αρές, στο βουνό Εφραϊμ, προς το βόρειο μέρος τού βουνού Γαάς.
10
Κι ακόμα, ολόκληρη η γενεά εκείνη προστέθηκαν στους πατέρες τους· και σηκώθηκε μια άλλη γενεά ύστερα απ' αυτούς, που δεν γνώρισε τον Κύριο ούτε τα έργα που έκανε για τον Ισραήλ.
11
Και οι γιοι Ισραήλ έπραξαν πονηρά μπροστά στον Κύριο, και λάτρευσαν τους Βααλείμ·
12
και εγκατέλειψαν τον Κύριο τον Θεό των πατέρων τους, που τους έβγαλε από τη γη τής Αιγύπτου, και πήγαν πίσω από άλλους θεούς, από τους θεούς των λαών που ήσαν ολόγυρά τους, και τους προσκύνησαν, και παρόργισαν τον Κύριο.
13
Και εγκατέλειψαν τον Κύριο, και λάτρευσαν τον Βάαλ και τις Ασταρώθ.
14
Και ο θυμός τού Κυρίου άναψε ενάντια στον Ισραήλ, και τους παρέδωσε στο χέρι των λεηλατητών, και τους λεηλάτησαν· και τους πούλησε στο χέρι των εχθρών τους, ολόγυρα, ώστε δεν μπόρεσαν πλέον να σταθούν μπροστά στους εχθρούς τους.
15
Παντού όπου έβγαιναν, το χέρι τού Κυρίου ήταν εναντίον τους για κακό, καθώς ο Κύριος είχε πει, και καθώς είχε ορκιστεί σ' αυτούς· και ήρθαν σε μεγάλη αμηχανία.
16
Τότε, ο Κύριος σήκωσε κριτές, που τους έσωσαν από το χέρι εκείνων που τους λεηλατούσαν.
17
Εντούτοις, ούτε στους κριτές τους υπάκουσαν, αλλά πόρνευσαν πίσω από άλλους θεούς, και τους προσκύνησαν· γρήγορα ξεστράτισαν από τον δρόμο, στον οποίο περπάτησαν οι πατέρες τους, υπακούοντας στις εντολές τού Κυρίου· δεν έπραξαν έτσι.
18
Και όταν ο Κύριος σήκωσε σ' αυτούς κριτές, τότε ο Κύριος ήταν μαζί με τον κριτή, και τους έσωζε από το χέρι των εχθρών τους σε όλες τις ημέρες τού κριτή· επειδή, ο Κύριος σπλαχνίστηκε στους στεναγμούς τους, εξαιτίας εκείνων που τους κατέθλιβαν, και τους καταπίεζαν.
19
Και όταν ο κριτής πέθαινε, γύριζαν και διαφθείρονταν, χειρότερα από τους πατέρες τους, πηγαίνοντας πίσω από άλλους θεούς, για να τους λατρεύουν, και να τους προσκυνούν· δεν σταματούσαν από τις πράξεις τους ούτε από τον διεστραμμένο δρόμο τους.
20
Και ο θυμός τού Κυρίου άναψε ενάντια στον Ισραήλ, και είπε: Επειδή, ο λαός αυτός παρέβηκε τη διαθήκη μου, που πρόσταξα στους πατέρες τους, και δεν υπάκουσαν στη φωνή μου·
21
κι εγώ δεν θα διώξω πλέον από μπροστά τους κανένα από τα έθνη, που ο Ιησούς άφησε όταν πέθανε,
22
για να δοκιμάσω τον Ισραήλ διαμέσου αυτών, αν φυλάττουν τον δρόμο τού Κυρίου, περπατώντας σ' αυτόν, καθώς τον φύλαξαν οι πατέρες τους ή όχι.
23
Και ο Κύριος άφησε αυτά τα έθνη, χωρίς να τα διώξει γρήγορα· ούτε τα παρέδωσε στο χέρι τού Ιησού.

Κριτές κεφάλαιο 3

1
ΚΑΙ αυτά είναι τα έθνη, που ο Κύριος άφησε, για να δοκιμάσει τον Ισραήλ διαμέσου αυτών, όλους εκείνους που δεν γνώρισαν όλους τους πολέμους της Χαναάν·
2
τουλάχιστον για να μάθουν οι γενεές των γιων Ισραήλ να γυμναστούν τον πόλεμο, τουλάχιστον όσοι δεν τους είχαν γνωρίσει προηγουμένως·
3
οι πέντε σατραπείες των Φιλισταίων, και όλοι οι Χαναναίοι, και οι Σιδώνιοι, και οι Ευαίοι, που κατοικούν στο βουνό του Λιβάνου, από το βουνό Βάαλ-ερμών μέχρι την είσοδο της Αιμάθ.
4
Κι αυτά ήσαν για να δοκιμάσει τον Ισραήλ διαμέσου αυτών· για να γνωρίσει αν υπάκουαν στις εντολές του Κυρίου, που πρόσταξε στους πατέρες τους διαμέσου του Μωυσή.
5
ΚΑΙ, οι γιοι Ισραήλ κατοίκησαν ανάμεσα στους Χαναναίους, στους Χετταίους, και στους Αμορραίους, και στους Φερεζαίους, και στους Ευαίους, και στους Ιεβουσαίους.
6
Και πήραν για τον εαυτό τους τις θυγατέρες τος για γυναίκες, και τις δικές τους θυγατέρες έδωσαν στους γιους τους, και λάτρευσαν τους θεούς τους.
7
Και οι γιοι Ισραήλ έπραξαν πονηρά μπροστά στον Κύριο, και λησμόνησαν τον Κύριο, τον Θεό τους, και λάτρευσαν τους Βααλείμ και τα άλση.
8
Γι' αυτό, ο θυμός τού Κυρίου άναψε ενάντια στον Ισραήλ, και τους πούλησε στο χέρι τού Χουσάν-ρισαθαϊμ, του βασιλιά τής Μεσοποταμίας· και οι γιοι Ισραήλ έγιναν δούλοι στον Χουσάν-ρισαθαϊμ οκτώ χρόνια.
9
Και όταν οι γιοι Ισραήλ αναβόησαν στον Κύριο, ο Κύριος σήκωσε στους γιους Ισραήλ σωτήρα, και τους έσωσε, τον Γοθονιήλ, γιον τού Κενέζ, τον νεότερο αδελφό τού Χάλεβ.
10
Και ήταν επάνω του το Πνεύμα τού Κυρίου, και έκρινε τον Ισραήλ· και βγήκε σε μάχη, και ο Κύριος παρέδωσε τον Χουσάν-ρισαθαϊμ, τον βασιλιά τής Μεσοποταμίας, στο χέρι του· και το χέρι του υπερίσχυσε ενάντια στον Χουσάν-ρισαθαϊμ.
11
Και η γη αναπαύθηκε 40 χρόνια· και πέθανε ο Γοθονιήλ, ο γιος τού Κενέζ.
12
ΚΑΙ οι γιοι Ισραήλ άρχισαν πάλι να πράττουν πονηρά μπροστά στον Κύριο· και ο Κύριος ενίσχυσε τον Εγλών, τον βασιλιά τού Μωάβ, ενάντια στον Ισραήλ, επειδή έπραξαν πονηρά μπροστά στον Κύριο.
13
Και συγκέντρωσε κοντά του τους γιους τού Αμμών και τους γιους τού Αμαλήκ, και πήγε καιχτύπησε τον Ισραήλ, και κυρίευσε την πόλη των φοινίκων.
14
Και οι γιοι Ισραήλ έγιναν δούλοι στον Εγλών, τον βασιλιά τού Μωάβ, 18 χρόνια.
15
Και οι γιοι Ισραήλ αναβόησαν στον Κύριο· και ο Κύριος σήκωσε σ' αυτούς σωτήρα, τον Αώδ, τον γιο τού Γηρά, τον Βενιαμίτη, έναν άνδρα αριστερόχειρα. Και οι γιοι Ισραήλ έστειλαν στον Εγλών, τον βασιλιά τού Μωάβ, δώρα διαμέσου αυτού.
16
Και ο Αώδ κατασκεύασε για τον εαυτό του μια δίστομη μάχαιρα, μια πήχη μάκρος· και την περιζώστηκε κάτω από τον μανδύα του, επάνω στον δεξί μηρό του.
17
Και πρόσφερε τα δώρα στον Εγλών, τον βασιλιά τού Μωάβ· και ο Εγλών ήταν άνθρωπος υπερβολικά παχύς.
18
Και αφού τελείωσε να προσφέρει τα δώρα, και έδιωξε τους ανθρώπους που βάσταζαν τα δώρα,
19
τότε γύρισε από τα γλυπτά, που ήσαν κοντά στα Γάλγαλα· και είπε: Έχω έναν κρυφό λόγο για σένα, βασιλιά. Και εκείνος του είπε: Μια στιγμή. Και βγήκαν απ' αυτόν όλοι όσοι παραστέκονταν κοντά του.
20
Και μπήκε σ' αυτόν ο Αώδ· κι εκείνος καθόταν στο θερινό υπερώο του εντελώς μόνος. Και ο Αώδ τού είπε: Έχω έναν λόγο από τον Θεό για σένα. Τότε σηκώθηκε από τον θρόνο.
21
Και απλώνοντας ο Αώδ το αριστερό του χέρι, πήρε τη μάχαιρα από τον δεξί του μηρό, και την έμπηξε στην κοιλιά του,
22
ώστε ακόμα και η λαβή μπήκε μετά από το σίδερο· και το πάχος σκέπασε ολόγυρα το σίδερο, ώστε δεν μπορούσε να τραβήξει τη μάχαιρα από την κοιλιά του· και βγήκε κόπρος.
23
Τότε, ο Αώδ βγήκε διαμέσου της στοάς, και έκλεισε πίσω του τις πόρτες τού υπερώου, και κλείδωσε.
24
Και αφού εκείνος βγήκε, ήρθαν οι δούλοι τού Εγλών· και όταν είδαν ότι, να, οι πόρτες τού υπερώου ήσαν κλειδωμένες, είπαν: Σίγουρα σκεπάζει τα πόδια του στο θερινό δωμάτιο.
25
Και περίμεναν μέχρις ότου ντράπηκαν· και να, δεν άνοιγε τις πόρτες τού υπερώου· γι' αυτό, πήραν το κλειδί, και άνοιξαν· και να, ο κύριός τους ήταν πεσμένος καταγής νεκρός.
26
Και ο Αώδ διέφυγε, ενόσω εκείνοι καθυστερούσαν· και πέρασε τα γλυπτά, και διασώθηκε στη Σεειρωθά.
27
Και όταν ήρθε, σάλπισε με τη σάλπιγγα, στο βουνό Εφραϊμ, και κατέβηκαν μαζί του οι γιοι Ισραήλ από το βουνό, κι αυτός πήγαινε μπροστά τους.
28
Και τους είπε: Ακολουθείτε με· επειδή, ο Κύριος παρέδωσε τους εχθρούς σας τους Μωαβίτες στα χέρια σας. Και κατέβηκαν πίσω απ' αυτόν, και έπιασαν τις διαβάσεις τού Ιορδάνη προς τον Μωάβ, και δεν άφηναν άνθρωπο να περάσει.
29
Και χτύπησαν τους Μωαβίτες εκείνο τον καιρό, 10.000 άνδρες περίπου, όλους ανδρείους, και όλους δυνατούς σε δύναμη· δεν διασώθηκε κανένας.
30
Έτσι ταπεινώθηκε ο Μωάβ εκείνη την ημέρα κάτω από το χέρι τού Ισραήλ. Και η γη αναπαύθηκε 80 χρόνια.
31
Και ύστερα απ' αυτόν, στάθηκε ο Σαμεγάρ, ο γιος τού Ανάθ, που χτύπησε 600 άνδρες από τους Φιλισταίους, με ένα βούκεντρο· και έσωσε κι αυτός τον Ισραήλ.

Κριτές κεφάλαιο 4

1
ΚΑΙ οι γιοι Ισραήλ έπραξαν ξανά πονηρά μπροστά στον Κύριο, όταν πέθανε ο Αώδ.
2
Και ο Κύριος τους πούλησε στο χέρι τού Ιαβείν, του βασιλιά τής Χαναάν, που βασίλευσε στην Ασώρ· και ο αρχηγός του στρατού του ήταν ο Σισάρα, που κατοικούσε στην Αρωσέθ των εθνών.
3
Και βόησαν οι γιοι Ισραήλ στον Κύριο· επειδή, είχε (900) σιδερένιες άμαξες κι αυτός κατέθλιψε υπερβολικά τους γιους Ισραήλ για (20) χρόνια.
4
Και η Δεβόρρα, μια γυναίκα προφήτισσα, η γυναίκα τού Λαφιδώθ, αυτή έκρινε τον Ισραήλ εκείνο τον καιρό.
5
Κι αυτή κατοικούσε κάτω από τον φοίνικα της Δεβόρρας, ανάμεσα στη Ραμά και στη Βαιθήλ, στο βουνό Εφραϊμ· και οι γιοι Ισραήλ ανέβαιναν σ' αυτή για να κρίνονται.
6
Και έστειλε, και κάλεσε τον Βαράκ τον γιο τού Αβινεέμ από την Κέδες-νεφθαλί, και του είπε: Δεν πρόσταξε ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ, λέγοντας: Πήγαινε και συγκέντρωσε δύναμη στο βουνό Θαβώρ, και πάρε μαζί σου 10.000 άνδρες από τους γιους Νεφθαλί, και από τους γιους Ζαβουλών,
7
και θα σύρω προς εσένα, στον ποταμό Κισών, τον Σισάρα, τον αρχηγό τού στρατού τού Ιαβείν, και τις άμαξές του, και το πλήθος του, και θα τον παραδώσω στο χέρι σου;
8
Και ο Βαράκ τής είπε: Αν έρθεις κι εσύ μαζί μου, θα πάω· αλλ' αν δεν έρθεις μαζί μου, δεν θα πάω.
9
Κι εκείνη είπε: Θάρθω εξάπαντος μαζί σου· όμως, δεν θα πάρεις τιμή στον δρόμο που πηγαίνεις· επειδή, ο Κύριος θα πουλήσει τον Σισάρα σε χέρι γυναίκας.Και η Δεβόρρα σηκώθηκε, και πήγε μαζί με τον Βαράκ στην Κέδες.
10
Και ο Βαράκ συγκάλεσε τον Ζαβουλών και τον Νεφθαλί στην Κέδες, και ανέβηκε με 10.000 άνδρες, που τον ακολουθούσαν· και η Δεβόρρα ανέβηκε μαζί του.
11
Και ο Έβερ ο Κεναίος, από τους γιους τού Οβάβ, του πεθερού τού Μωυσή, είχε αποχωριστεί από τους Κεναίους, και είχε στήσει τη σκηνή του μέχρι τη βελανιδιά Ζααναείμ, που ήταν κοντά στην Κέδες.
12
Και ανήγγειλαν στον Σισάρα, ότι ο Βαράκ ο γιος τού Αβινεέμ ανέβηκε στο βουνό Θαβώρ.
13
Και ο Σισάρα συγκέντρωσε όλες τις άμαξές του, 900 σιδερένιες άμαξες, και όλον τον λαό που ήταν μαζί του, από την Αρωσέθ των εθνών στον ποταμό Κισών.
14
Και η Δεβόρρα είπε στον Βαράκ: Σήκω· επειδή, αυτή είναι η ημέρα, κατά την οποία ο Κύριος παρέδωσε στο χέρι σου τον Σισάρα· δεν βγήκε ο Κύριος μπροστά σου; Και ο Βαράκ κατέβηκε από το βουνό Θαβώρ, και τον ακολουθούσαν 10.000 ανδρες.
15
Και ο Κύριος κατατρόπωσε τον Σισάρα, και όλες τις άμαξες, και ολόκληρο τον στρατό μπροστά στον Βαράκ με μάχαιρα· και ο Σισάρα κατέβηκε από την άμαξα, και έφυγε πεζός.
16
Και ο Βαράκ καταδίωξε πίσω από τις άμαξες και πίσω από τον στρατό, μέχρι την Αρωσέθ των εθνών· και όλος ο στρατός τού Σισάρα έπεσε με μάχαιρα· δεν έμεινε ούτε ένας.
17
Και ο Σισάρα έφυγε πεζός στη σκηνή τής Ιαήλ, της γυναίκας τού Έβερ τού Κεναίου· επειδή, υπήρχε ειρήνη ανάμεσα στον Ιαβείν, τον βασιλιά τής Ασώρ, και τον οίκο τού Έβερ τού Κεναίου.
18
Και η Ιαήλ βγήκε σε συνάντηση του Σισάρα, και του είπε: Έλα μέσα, κύριέ μου, έλα μέσα σε μένα· μη φοβάσαι. Και όταν μπήκε μέσα σ' εκείνη στη σκηνή, τον σκέπασε με ένα σκέπασμα.
19
Και της είπε: Πότισέ με, παρακαλώ, λίγο νερό, επειδή δίψασα. Και άνοιξε τον ασκό με το γάλα, και τον πότισε, και τον σκέπασε.
20
Και της είπε: Στάσου στη θύρα τής σκηνής, και αν έρθει κανείς και σε ρωτήσει, λέγοντας: Είναι κανείς εδώ; Πες, όχι.
21
Και πήρε η Ιαήλ, η γυναίκα τού Έβερ, τον πάσσαλο της σκηνής, και βάζοντας ένα σφυρί στο χέρι της, πήγε σ' αυτόν ήσυχα, και έμπηξε τον πάσσαλο στον μήνιγγά του, ώστε καρφώθηκε στη γη· επειδή, αυτός ήταν αποκαμωμένος και κοιμόταν βαθιά. Και πέθανε.
22
Και να, ο Βαράκ καταδίωκε τον Σισάρα· και η Ιαήλ βγήκε σε συνάντησή του, και του είπε: Έλα να σου δείξω τον άνδρα που ζητάς. Και όταν μπήκε μέσα σ' αυτή, να, ο Σισάρα βρισκόταν κάτω νεκρός, και ο πάσσαλος ήταν στον μήνιγγά του.
23
Και ο Θεός ταπείνωσε εκείνη την ημέρα τον Ιαβείν, τον βασιλιά τής Χαναάν, μπροστά στους γιους Ισραήλ.
24
Και δυναμωνόταν το χέρι των γιων Ισραήλ, και υπερίσχυε ενάντια στον Ιαβείν, τον βασιλιά τής Χαναάν, μέχρις ότου εξολόθρευσε τον Ιαβείν, τον βασιλιά τής Χαναάν.

Κριτές κεφάλαιο 13

1
ΚΑΙ οι γιοι Ισραήλ έπραξαν ξανά πονηρά μπροστά στον Κύριο· και ο Κύριος τους παρέδωσε στο χέρι των Φιλισταίων 40 χρόνια.
2
Και υπήρχε ένας άνθρωπος από τη Σαραά, από τη συγγένεια του Δαν, και το όνομά του ήταν Μανωέ· και η γυναίκα του ήταν στείρα, και δεν γεννούσε.
3
Και στη γυναίκα φάνηκε ένας άγγελος του Κυρίου, και της είπε: Δες, τώρα είσαι στείρα, και δεν γεννάς· εντούτοις, θα συλλάβεις, και θα γεννήσεις γιο·
4
και τώρα, λοιπόν, πρόσεχε μη πιεις κρασί ή σίκερα, και μη φας οτιδήποτε ακάθαρτο·
5
επειδή, να, θα συλλάβεις και θα γεννήσεις γιο· και ξυράφι δεν θα ανέβει επάνω στο κεφάλι του, επειδή το παιδί θα είναι Ναζηραίος στον Θεό από την κοιλιά τής μητέρας του· κι αυτός θα αρχίσει να ελευθερώνει τον Ισραήλ από το χέρι των Φιλισταίων.
6
Και η γυναίκα πήγε και είπε στον άνδρα της, λέγοντας: Ένας άνθρωπος του Θεού ήρθε σε μένα, και η μορφή του ήταν σαν μορφή αγγέλου Θεού, υπερβολικά φοβερή· αλλά, δεν τον ρώτησα από πού είναι ούτε μου φανέρωσε το όνομά του·
7
και μου είπε: Δες, θα συλλάβεις, και θα γεννήσεις γιο· τώρα, λοιπόν, μη πιεις κρασί ούτε σίκερα και ούτε να φας οτιδήποτε ακάθαρτο· επειδή, το παιδί θα είναι Ναζηραίος στον Θεό, από την κοιλιά τής μητέρας του μέχρι την ημέρα του θανάτου του.
8
Τότε, ο Μανωέ προσευχήθηκε στον Κύριο, και είπε: Παρακαλώ, Κύριέ μου, ο άνθρωπος του Θεού, που έστειλες, ας ξανάρθει σε μας, και ας μας διδάξει τι να κάνουμε στο παιδί, που πρόκειται να γεννηθεί.
9
Και ο Θεός εισάκουσε τη φωνή του Μανωέ· και ο άγγελος του Θεού ήρθε ξανά στη γυναίκα, ενώ αυτή καθόταν στο χωράφι· και ο Μανωέ, ο άνδρας της, δεν ήταν μαζί της.
10
Και η γυναίκα έτρεξε με βιασύνη, και ανήγγειλε στον άνδρα της, λέγοντάς του: Δες, φάνηκε σε μένα ο άνθρωπος, που είχε έρθει σε μένα εκείνη την ημέρα.
11
Και ο Μανωέ σηκώθηκε και ακολούθησε τη γυναίκα του, και ήρθε στον άνθρωπο, και του είπε: Εσύ είσαι ο άνθρωπος που μίλησες προς τη γυναίκα; Κι εκείνος είπε: Εγώ.
12
Και ο Μανωέ είπε: Τώρα, ο λόγος σου ας πραγματοποιηθεί· τι πρέπει να κάνουμε στο παιδί, και τι να γίνει σ' αυτό;
13
Και ο άγγελος του Κυρίου είπε στον Μανωέ: Από όλα όσα είπα στη γυναίκα, ας φυλαχθεί·
14
από κάθε τι που βγαίνει από αμπέλι, ας μη φάει, και κρασί και σίκερα ας μη πιει· και ας μη φάει οτιδήποτε ακάθαρτο· όλα όσα παρήγγειλα σ' αυτή, ας τα φυλάξει.
15
Και ο Μανωέ είπε στον άγγελο του Κυρίου: Να σε κρατήσουμε, παρακαλώ, και να σου ετοιμάσουμε ένα κατσικάκι;
16
Και ο άγγελος του Κυρίου είπε στον Μανωέ: Και αν με κρατήσεις, δεν θα φάω από το ψωμί σου· και αν κάνεις ολοκαύτωμα, στον Κύριο να το προσφέρεις· (επειδή, ο Μανωέ δεν γνώρισε ότι ήταν άγγελος του Κυρίου).
17
Και ο Μανωέ είπε στον άγγελο του Κυρίου: Τι είναι το όνομά σου, για να σε δοξάσουμε, όταν εκπληρωθεί ο λόγος σου;
18
Και ο άγγελος του Κυρίου τού είπε: Γιατί ρωτάς για το όνομά μου; Επειδή, είναι θαυμαστό.
19
Τότε, ο Μανωέ πήρε ένα κατσικάκι και την προσφορά από άλφιτα, και πρόσφερε στον Κύριο επάνω στην πέτρα· και θαυματούργησε· και ο Μανωέ και η γυναίκα του έβλεπαν.
20
Επειδή, ενώ η φλόγα ανέβαινε επάνω από το θυσιαστήριο προς τον ουρανό, ανέβηκε και ο άγγελος του Κυρίου μέσα στη φλόγα τού θυσιαστηρίου· και ο Μανωέ και η γυναίκα του έβλεπαν· και έπεσαν μπρούμυτα επάνω στη γη.
21
Και ο άγγελος του Κυρίου δεν φάνηκε πλέον στον Μανωέ και στη γυναίκα του.Τότε, ο Μανωέ γνώρισε ότι ήταν άγγελος του Κυρίου.
22
Και ο Μανωέ είπε στη γυναίκα του: Σίγουρα θα πεθάνουμε, επειδή είδαμε τον Θεό.
23
Αλλ' η γυναίκα του είπε σ' αυτόν: Αν ο Κύριος ήθελε να μας θανατώσει, δεν θα δεχόταν ολοκαύτωμα και προσφορά από το χέρι μας ούτε θα μας έδειχνε όλα αυτά ούτε θα μας έφερνε την αγγελία για τέτοια πράγματα σε τέτοιον καιρό.
24
Και η γυναίκα γέννησε γιο, και αποκάλεσε το όνομά του Σαμψών· και το παιδί αυξήθηκε, και ο Κύριος το ευλόγησε.
25
Και Πνεύμα Κυρίου άρχισε να το διεγείρει στο στρατόπεδο του Δαν, ανάμεσα στη Σαραά και την Εσθαόλ.

Κριτές κεφάλαιο 14

1
Και ο Σαμψών κατέβηκε στη Θαμνάθ, και είδε στη Θαμνάθ μια γυναίκα από τις θυγατέρες των Φιλισταίων.
2
Και ανέβηκε, και ανήγγειλε στον πατέρα του και στη μητέρα του, λέγοντας: Είδα μια γυναίκα στη Θαμνάθ από τις θυγατέρες των Φιλισταίων· και, τώρα, πάρτε την σε μένα για γυναίκα.
3
Και ο πατέρας του και η μητέρα του είπαν σ' αυτόν: Μήπως δεν υπάρχει ανάμεσα στις θυγατέρες των αδελφών σου, κι ανάμεσα σε ολόκληρο τον λαό μου, γυναίκα, κι εσύ πηγαίνεις να πάρεις γυναίκα από τους απερίτμητους Φιλισταίους;Ο Σαμψών, όμως, είπε στον πατέρα του: Αυτή να μου πάρεις· επειδή, αυτή είναι αρεστή στα μάτια μου.
4
Ο πατέρας του, όμως, και η μητέρα του δεν γνώρισαν ότι τούτο ήταν από τον Κύριο, ότι αυτός ζητούσε αφορμή ενάντια στους Φιλισταίους· επειδή, εκείνο τον καιρό, οι Φιλισταίοι δέσποζαν επάνω στον Ισραήλ.
5
Τότε, κατέβηκε ο Σαμψών μαζί με τον πατέρα του και μαζί με τη μητέρα του, στη Θαμνάθ, και ήρθαν μέχρι τα αμπέλια τής Θαμνάθ· και να, τον συνάντησε ένα νεαρό ωρυόμενο λιοντάρι.
6
Και ήρθε επάνω του το Πνεύμα τού Κυρίου, και το διασπάραξε σαν να διασπάραττε ένα κατσικάκι, χωρίς νάχει τίποτε στα χέρια του, αλλά δεν ανήγγειλε στον πατέρα του ή στη μητέρα του τι είχε κάνει.
7
Και κατέβηκε, και μίλησε στη γυναίκα· και άρεσε στα μάτια τού Σαμψών.
8
Και επέστρεψε ύστερα από ημέρες για να την πάρει· και ξέκλινε από τον δρόμο για να δει το πτώμα τού λιονταριού· και να, ένα σμήνος από μέλισσες ήταν στο πτώμα τού λιονταριού, και μέλι.
9
Και πήρε απ' αυτό στα χέρια του, και προχωρούσε τρώγοντας, και ήρθε στον πατέρα του και στη μητέρα του, και τους έδωσε, και έφαγαν· όμως, δεν τους είπε ότι είχε πάρει το μέλι από το πτώμα τού λιονταριού.
10
Και ο πατέρας του κατέβηκε στη γυναίκα· και έκανε εκεί ο Σαμψών συμπόσιο· επειδή, έτσι συνήθιζαν οι νέοι.
11
Και όταν τον είδαν, πήραν 30 συντρόφους για να είναι μαζί του.
12
Και ο Σαμψών τούς είπε: Τώρα, θα σας βάλω ένα αίνιγμα· αν μπορέσετε να μου το λύσετε στις επτά ημέρες τού συμποσίου, και να το βρείτε, τότε, εγώ θα σας δώσω 30 λινούς χιτώνες και 30 στολές φορεμάτων·
13
αλλά, αν δεν μπορέσετε να μου το λύσετε, τότε εσείς θα μου δώσετε 30 λινούς χιτώνες και 30 στολές φορεμάτων. Και εκείνοι τού είπαν: Βάλε το αίνιγμά σου, για να το ακούσουμε.
14
Και τους είπε: Από εκείνον που τρώει βγήκε τροφή, και από τον ισχυρό βγήκε γλυκύτητα. Κι αυτοί δεν μπορούσαν να λύσουν το αίνιγμα για τρεις ημέρες.
15
Κα την έβδομη ημέρα, είπαν στη γυναίκα τού Σαμψών: Κολάκευσε τον άνδρα σου, και ας μας φανερώσει το αίνιγμα, για να μη κατακάψουμε εσένα και το σπίτι τού πατέρα σου με φωτιά· για να μας ξεγυμνώσετε μας προσκαλέσατε; Έτσι δεν είναι;
16
Και η γυναίκα τού Σαμψών έκλαψε μπροστά του, και είπε: Σίγουρα, με μισείς, και δεν με αγαπάς· έβαλες αίνιγμα στους γιους τού λαού μου, και σε μένα δεν το φανέρωσες.Κι εκείνος τής είπε: Δες, στον πατέρα μου και στη μητέρα μου δεν το φανέρωσα, και θα το φανερώσω σε σένα;
17
Αλλ' αυτή έκλαιγε μπροστά του και τις επτά ημέρες, κατά τις οποίες ήταν το συμπόσιό τους· την έβδομη ημέρα, όμως, της το φανέρωσε, επειδή τον παρενόχλησε· κι εκείνη φανέρωσε το αίνιγμα στους γιους τού λαού της.
18
Τότε, οι άνδρες τής πόλης τού είπαν την έβδομη ημέρα, πριν δύσει ο ήλιος: Τι πιο γλυκό από το μέλι; Και τι πιο ισχυρό από το λιοντάρι;Κι εκείνος τούς είπε: Αν δεν αροτριάζατε με τη δάμαλή μου, δεν θα βρίσκατε το αίνιγμά μου.
19
Και ήρθε επάνω του Πνεύμα τού Κυρίου· και κατέβηκε στην Ασκάλωνα, και φόνευσε απ' αυτούς 30 άνδρες, και πήρε τα ιμάτιά τους, και έδωσε τις στολές σ' εκείνους που εξήγησαν το αίνιγμα. Και ο θυμός του εξάφθηκε, και ανέβηκε στο σπίτι τού πατέρα του.
20
Και η γυναίκα τού Σαμψών δόθηκε στον σύντροφό του, που είχε φίλο του.

Κριτές κεφάλαιο 15

1
Και ύστερα από λίγο καιρό, στις ημέρες τού θερισμού τού σιταριού, ο Σαμψών επισκέφθηκε τη γυναίκα του, φέρνοντας ένα κατσικάκι· και είπε: Θα μπω μέσα στη γυναίκα μου στον κοιτώνα. Αλλ' ο πατέρας της δεν τον άφησε να μπει μέσα.
2
Και ο πατέρας της είπε: Είπα στον εαυτό μου, ότι τη μίσησες ολοκληρωτικά· γι'αυτό, την έδωσα στον σύντροφό σου· η μικρότερη αδελφή της δεν είναι ωραιότερη απ' αυτή; Πάρε, λοιπόν, αυτήν αντί για εκείνη.
3
Και ο Σαμψών είπε γι' αυτά: Τώρα, θα είμαι αθώος απέναντι στους Φιλισταίους, αν εγώ τους κακοποιώ.
4
Και ο Σαμψών πήγε και έπιασε 300 αλεπούδες, και πήρε δαυλούς, και έστρεψε ουρά με ουρά, και έβαλε έναν δαυλό ανάμεσα στις δύο ουρές στο μέσον.
5
Και αφού άναψε τους δαυλούς, τις απέλυσε στα σπαρτά των Φιλισταίων, και έκαψε τις θημωνιές, μέχρι και τα αθέριστα στάχυα, μέχρι και τα αμπέλια και τα ελιόδεντρα.
6
Τότε, οι Φιλισταίοι είπαν: Ποιος το έκανε αυτό; Και αποκρίθηκαν: Ο Σαμψών, ο γαμπρός τού Θαμναθαίου· επειδή, πήρε τη γυναίκα του και την έδωσε στον σύντροφό του. Και ανέβηκαν οι Φιλισταίοι, και έκαψαν αυτήν και τον πατέρα της με φωτιά.
7
Και ο Σαμψών τούς είπε: Αν και εσείς το κάνατε αυτό, εγώ όμως θα εκδικηθώ εναντίον σας, και ύστερα θα σταματήσω.
8
Και τους χτύπησε κνήμη και μηρό σε μεγάλη σφαγή· και κατέβηκε και κάθησε στο χάσμα τής πέτρας Ητάμ.
9
Και οι Φιλισταίοι ανέβηκαν, και στρατοπέδευσαν στη γη τού Ιούδα, και διαχύθηκαν στη Λεχί.
10
Και οι άνδρες τού Ιούδα είπαν: Γιατί ανεβήκατε εναντίον μας; Κι εκείνοι αποκρίθηκαν: Ανεβήκαμε για να δέσουμε τον Σαμψών, να κάνουμε σ' αυτόν όπως έκανε σε μας.
11
Και κατέβηκαν 3.000 άνδρες από τον Ιούδα στο χάσμα τής πέτρας Ητάμ, και είπαν στον Σαμψών: Δεν ξέρεις ότι οι Φιλισταίοι εξουσιάζουν επάνω μας; Τι είναι, λοιπόν, αυτό που έκανες σε μας; Κι εκείνος είπε: Όπως έκαναν σε μένα, έτσι έκανα κι εγώ σ' αυτούς.
12
Και του είπαν: Κατεβήκαμε για να σε δέσουμε, για να σε παραδώσουμε στο χέρι των Φιλισταίων. Και τους είπε ο Σαμψών: Ορκιστείτε σε μένα ότι εσείς δεν θα πέσετε εναντίον μου.
13
Και του είπαν, λέγοντας: Όχι· αλλά, θα σε δέσουμε δυνατά, και θα σε παραδώσουμε στο χέρι τους· όμως, σίγουρα, δεν θα σε θανατώσουμε. Τον έδεσαν, λοιπόν, με δύο καινούργια σχοινιά, και τον ανέβασαν από την πέτρα.
14
Και όταν ήρθε στη Λεχί, οι Φιλισταίοι έτρεξαν αλαλάζοντας σε συνάντησή του. Και ήρθε επάνω του Πνεύμα τού Κυρίου· και τα σχοινιά, που ήσαν στους βραχίονές του, έγιναν σαν λινάρι που ανάβει στη φωτιά, και τα δεσμά του έπεσαν από τα χέρια του σπασμένα.
15
Και βρήκε ένα νωπό σαγόνι γαϊδουριού, κι απλώνοντας το χέρι του, το πήρε, και φόνευσε μ' αυτό 1.000 άνδρες.
16
Και ο Σαμψών είπε: Με σαγόνι γαϊδουριού έκανα σωρούς-σωρούς, με σαγόνι γαϊδουριού φόνευσα 1.000 άνδρες.
17
Και αφού σταμάτησε να μιλάει, έρριξε το σαγόνι από το χέρι του· και ονόμασε εκείνο τον τόπο: Ραμάθ-λεχί.
18
Και αφού δίψασε πάρα πολύ, βόησε στον Κύριο, και είπε: Εσύ έδωσες διαμέσου του δούλου σου αυτή τη μεγάλη σωτηρία· και, τώρα, να πεθάνω από τη δίψα, και να πέσω στο χέρι των απερίτμητων;
19
Και ο Θεός έσχισε το κοίλωμα που ήταν στη Λεχί, και απ' αυτό βγήκε νερό· και αφού ήπιε, ανέλαβε το πνεύμα του, και αναζωογονήθηκε· γι' αυτό, αποκάλεσε το όνομά του: Εν-ακκορέ, που είναι στη Λεχί μέχρι αυτή την ημέρα.
20
Κι αυτός έκρινε τον Ισραήλ στις ημέρες των Φιλισταίων για 20 χρόνια.

Κριτές κεφάλαιο 16

1
ΚΑΙ ο Σαμψών πήγε στη Γάζα, και εκεί είδε μια γυναίκα πόρνη, και μπήκε μέσα σ' αυτή.
2
Και ανήγγειλαν στους Γαζαίους, λέγοντας: Ο Σαμψών ήρθε εδώ. Κι αυτοί, αφού τον περικύκλωσαν, τον παραφύλαγαν όλη τη νύχτα στην πύλη τής πόλης· και έμεναν ήσυχοι όλη τη νύχτα, λέγοντας: Ας περιμένουμε μέχρι την αυγή τού πρωινού, και θα τον φονεύσουμε.
3
Ο Σαμψών, όμως, κοιμήθηκε μέχρι τα μεσάνυχτα· και γύρω στα μεσάνυχτα, αφού σηκώθηκε, έπιασε τις θύρες τής πύλης τής πόλης, και τους δύο παραστάτες, και αφού τις απέσπασε μαζί με τον μοχλό, τις έβαλε επάνω στους ώμους του, και τις ανέβασε επάνω στην κορυφή τού βουνού, που είναι απέναντι από τη Χεβρών.
4
Και ύστερα απ' αυτά αγάπησε κάποια γυναίκα στην κοιλάδα Σωρήκ, που το όνομά της ήταν Δαλιδά.
5
Και ανέβηκαν σ' αυτήν οι άρχοντες των Φιλισταίων, και της είπαν: Κολάκευσέ τον, και δες σε τι στηρίζεται η μεγάλη του δύναμη, και με ποιον τρόπο μπορούμε να υπερισχύσουμε εναντίον του, ώστε να τον δέσουμε, για να τον δαμάσουμε· κι εμείς, ο καθένας μας, θα σου δώσουμε 1.100 αργύρια.
6
Και η Δαλιδά είπε στον Σαμψών: Φανέρωσέ μου, παρακαλώ, σε τι στηρίζεται η δύναμή σου η μεγάλη, και με τι θα σε έδεναν για να δαμαστείς.
7
Και ο Σαμψών τής είπε: Αν με δέσουν με επτά υγρές χορδές, που δεν ξεράθηκαν, τότε θα αδυνατήσω, και θα είμαι σαν ένας από τους άλλους ανθρώπους.
8
Τότε, οι άρχοντες των Φιλισταίων τής έφεραν επτά υγρές χορδές, που δεν είχαν ξεραθεί, και τον έδεσε μ' αυτές.
9
(Ενέδρευαν μάλιστα άνθρωποι, που κάθονταν μαζί της στον κοιτώνα). Και είπε σ' αυτόν: Οι Φιλισταίοι επάνω σου, Σαμψών. Κι εκείνος έκοψε τις χορδές, σαν να κοβόταν ένα νήμα από στουπί, όταν μυριστεί τη φωτιά. Και δεν έγινε γνωστή η δύναμή του.
10
Και η Δαλιδά είπε στον Σαμψών: Δες, με γέλασες, και μου είπες ψέματα· πες μου, λοιπόν, παρακαλώ, με τι θα σε έδεναν.
11
Και της είπε: Αν με δέσουν δυνατά με καινούργια σχοινιά, με τα οποία δεν έχει γίνει εργασία, τότε θα αδυνατήσω, και θα είμαι σαν ένας από τους άλλους ανθρώπους.
12
Πήρε, λοιπόν, η Δαλιδά καινούργια σχοινιά, και τον έδεσε μ' αυτά, και του είπε: Οι Φιλισταίοι επάνω σου, Σαμψών. (Ενέδρευαν μάλιστα άνθρωποι, που κάθονταν στον κοιτώνα). Και τα έκοψε από τους βραχίονές του σαν νήμα.
13
Και η Δαλιδά είπε στον Σαμψών: Μέχρι τώρα με γέλασες, και μου είπες ψέματα· πες μου, με τι θα σε έδεναν. Και της είπε: Αν πλέξεις τους επτά πλοκάμους του κεφαλιού μου και τους δέσεις γερά με ύφασμα.
14
Κι αυτή τούς έδεσε στερεά σε πάσσαλο· και του είπε: Οι Φιλισταίοι επάνω σου, Σαμψών. Και ξύπνησε από τον ύπνο του, και απέσπασε τον πάσσαλο, τον κόμπο και το ύφασμα.
15
Τότε, του είπε: Πώς λες: Σε αγαπάω, ενώ η καρδιά σου δεν είναι μαζί μου; Εσύ με γέλασες, αυτή ήταν η τρίτη φορά, και δεν μου φανέρωσες σε τι στηρίζεται η δύναμή σου η μεγάλη.
16
Και επειδή, καθημερινά, τον στενοχωρούσε με τα λόγια της, και τον βίαζε, ώστε η ψυχή του απέκαμε μέχρι θανάτου,
17
της φανέρωσε όλη την καρδιά του, και της είπε: Ξυράφι δεν ανέβηκε επάνω στο κεφάλι μου· επειδή, εγώ είμαι Ναζηραίος στον Θεό από την κοιλιά τής μητέρας μου. Αν ξυριστώ, τότε η δύναμή μου θα φύγει από μένα, και θα αδυνατήσω, και θα γίνω όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι.
18
Και βλέποντας η Δαλιδά, ότι της φανέρωσε όλη του την καρδιά, έστειλε και κάλεσε τους άρχοντες των Φιλισταίων, λέγοντας: Ανεβείτε αυτή τη φορά· επειδή, μου φανέρωσε όλη την καρδιά του. Τότε, ανέβηκαν σ' αυτήν οι άρχοντες των Φιλισταίων, φέρνοντας και το ασήμι στα χέρια τους.
19
Και τον αποκοίμισε επάνω στα γόνατά της· και κάλεσε έναν άνθρωπο, και ξύρισε τους επτά πλοκάμους τού κεφαλιού του· και άρχισε να τον δαμάζει, και η δύναμή του έφυγε απ' αυτόν.
20
Κι αυτή είπε: Οι Φιλισταίοι επάνω σου, Σαμψών. Κι αυτός ξύπνησε από τον ύπνο του, και είπε: Θα βγω όπως και άλλοτε, και θα εκτιναχθώ. Αλλ' αυτός δεν γνώρισε ότι ο Κύριος είχε απομακρυνθεί απ' αυτόν.
21
Και τον έπιασαν οι Φιλισταίοι, και του έβγαλαν τα μάτια, και τον κατέβασαν στη Γάζα, και τον έδεσαν με δύο χάλκινες αλυσίδες· και άλεθε στον οίκο τής φυλακής.
22
Και οι τρίχες τού κεφαλιού του άρχισαν να βγαίνουν και πάλι, αφότου ξυρίστηκε.
23
Και οι άρχοντες των Φιλισταίων συγκεντρώθηκαν, για να προσφέρουν μια μεγάλη θυσία στον Δαγών, τον θεό τους, και να ευφρανθούν· επειδή, είπαν: Ο θεός μας παρέδωσε στο χέρι μας τον Σαμψών, τον εχθρό μας.
24
Και όταν ο λαός τον είδε, δόξασαν τον θεό τους, λέγοντας: Ο θεός μας παρέδωσε στο χέρι μας τον εχθρό μας, και τον εξολοθρευτή τής γης μας, κι εκείνον που φόνευσε πολλούς από μας.
25
Και όταν ευθύμησε η καρδιά τους, είπαν: Καλέστε τον Σαμψών, για να μας παίξει. Και κάλεσαν τον Σαμψών από τον οίκο τής φυλακής, και έπαιξε μπροστά τους· και τον έστησαν ανάμεσα στους στύλους.
26
Και ο Σαμψών είπε στο παιδί, που τον κρατούσε από το χέρι: Άφησέ με να ψηλαφήσω τους στύλους, επάνω στους οποίους στηρίζεται ο οίκος, για να στηριχθώ επάνω τους.
27
Και ο οίκος ήταν γεμάτος από άνδρες και γυναίκες· και ήσαν εκεί όλοι οι άρχοντες των Φιλισταίων· και επάνω στην ταράτσα ήσαν 3.000 περίπου άνδρες και γυναίκες, που έβλεπαν τον Σαμψών να παίζει.
28
Και ο Σαμψών βόησε στον Κύριο, και είπε: Δέσποτα Κύριε, θυμήσου με, παρακαλώ· και ενίσχυσέ με, παρακαλώ, μόνον αυτή τη φορά, Θεέ, για να εκδικηθώ ενάντια στους Φιλισταίους μια κι έξω, για τα δυο μάτια μου.
29
Και ο Σαμψών αγκάλιασε τους δύο μεσαίους στύλους, επάνω στους οποίους στηριζόταν ο οίκος, και στηρίχθηκε επάνω σ' αυτούς, τον έναν με το δεξί του χέρι, και τον άλλον με το αριστερό του.
30
Και ο Σαμψών είπε: Ας πεθάνει η ψυχή μου μαζί με τους Φιλισταίους. Και έσκυψε με δύναμη· και ο οίκος έπεσε επάνω στους άρχοντες, και σε ολόκληρο τον λαό, που ήταν σ' αυτόν. Κι αυτοί που πέθαναν, που τους θανάτωσε με τον θάνατό του, ήσαν περισσότεροι από όσους είχε θανατώσει στη ζωή του.
31
Τότε, κατέβηκαν οι αδελφοί του, και ολόκληρη η οικογένεια του πατέρα του, και τον σήκωσαν· και τον ανέβασαν και τον έθαψαν ανάμεσα στη Σαραά και την Εσθαόλ, στον τάφο τού Μανωέ, του πατέρα του. Κι αυτός έκρινε τον Ισραήλ για 20 χρόνια.